Απομαγνητοφώνηση
Συνέντευξη με τη Φρίντα Ματαλών – Θεσσαλονίκη (Μέρος 1)
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: 31 Ιανουαρίου και βρισκόμαστε στο σπίτι της κυρίας Φρίντας Ματαλών για να μας μιλήσει για τα έθιμα πριν και μετά τον πόλεμο. Πρώτα απ’ όλα, σας ευχαριστούμε που μας δέχεστε. Θα θέλατε να μας πείτε το όνομα της μητέρας και του πατέρα σας και πότε γεννηθήκατε;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Βεβαίως. Γεννήθηκα στις 4 Σεπτεμβρίου 1931 — καταλαβαίνετε πόσο ετών είμαι.
Η μητέρα μου λεγόταν Μαρή Κουνέ και ο πατέρας μου Ελί Κουνέ, δηλαδή Ηλίας Κουνέ. Είχα μια μεγαλύτερη αδερφή, τη Μέντι, 15 χρόνια μεγαλύτερή μου, επειδή είχε μεσολαβήσει ένας αδερφός που χάθηκε. Εγώ ήμουν Φρίντα Κουνέ — μετά Ματαλών.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Σαν μικρό κοριτσάκι, η οικογένειά σας τηρούσε το Σαμπάτ; Πηγαίνατε στη συναγωγή;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Οι γονείς μου δεν ήταν πολύ θρήσκοι, αλλά κρατούσαν ορισμένα έθιμα της παροικίας μας. Ο πατέρας μου πήγαινε κάθε Παρασκευή απόγευμα στη συναγωγή, γιατί ήταν κοντά στο σπίτι μας — τότε μέναμε Αριστοτέλους 18.
Η μικρή συναγωγή ήταν απέναντι από τη Μοδιάνο, σε όροφο. Το Σάββατο το πρωί πήγαινε στη μεγάλη συναγωγή στην οδό Συγγρού, που χρησιμοποιούνταν για μεγάλες γιορτές — Πέσαχ, Ρος Ασανά, Κιπούρ και γάμους.
Όταν ζούσαν οι παππούδες, το Σάββατο το μεσημέρι μαζευόταν όλη η οικογένεια για φαγητό — ξαδέρφια, θείοι, θείες. Ήταν πολύ όμορφα. Αυτό γινόταν όσο ζούσε ο παππούς μου, Γιοντόβ Σαπόρτα, και η γιαγιά μου Μαζαλτό Σαπόρτα.
Μετά τον θάνατό του τα πράγματα άλλαξαν. Μετακομίσαμε από την Αγίας Σοφίας 22 στην Αριστοτέλους, κοντά στη μικρή συναγωγή.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Οι γονείς μιλούσαν Λαντίνο ή Ελληνικά;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Λαντίνο, βέβαια. Από μικρή μιλούσα τρεις γλώσσες: Λαντίνο με τους παππούδες και τις μεγάλες θείες, ελληνικά στο σχολείο και γαλλικά μέσα στο σπίτι — οι τέσσερίς μας μιλούσαμε γαλλικά.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Η κοινότητα οργάνωνε εορταστικές εκδηλώσεις; Πουρίμ, Σέντερ Πέσαχ;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Όχι, όλα γίνονταν στα σπίτια. Το Πέσαχ ήταν καθαρά οικογενειακό.
Πηγαίναμε στην οδό Κομνηνών, στο κοινοτικό κατάστημα, για να πάρουμε τη μασά. Δεν ήταν σε κουτιά όπως σήμερα. Ήταν μεγάλα φύλλα και τα μεταφέραμε σε ειδικά μπαούλα με καθαρά άσπρα σεντόνια. Ήταν ιεροτελεστία.
Μετά τον πόλεμο άρχισαν να έρχονται σε κουτιά από το Ισραήλ.
Οκτώ μέρες δεν υπήρχε ούτε ψίχουλο ψωμί στο σπίτι. Μόνο μασά.
Φτιάχναμε χαμινάδος — αυγά βρασμένα πολλές ώρες με φύλλα κρεμμυδιού, λάδι, ξύδι, καφέ, αλάτι και πιπέρι. Υπήρχε ειδική κατσαρόλα μόνο γι’ αυτά. Γινόταν σχεδόν μαύρη από το πολύ βράσιμο.
Βράζαμε πολλά αυγά, γιατί όταν ερχόταν επισκέψεις τις πρώτες μέρες του Πέσαχ, δίναμε από ένα αυγό.
Οι άντρες έρχονταν το πρωί μετά τη συναγωγή για ευχές, οι γυναίκες το απόγευμα. Είχαμε ασημένιο δίσκο με γλυκό και κουταλάκια, και βάζαμε το κουταλάκι σε ποτήρι με νερό αφού τρώγαμε.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Τι γλυκά φτιάχνατε;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Μπουμουέλος — λουκουμάδες με σιρόπι. Κάθε σπίτι είχε τη δική του συνταγή. Εμείς τους κάναμε με σιρόπι, όχι μέλι.
Είχαμε ειδικό τηγάνι με τρύπες. Μετά τον πόλεμο δεν βρίσκαμε. Σε ένα ταξίδι μου στο Ισραήλ αγόρασα ένα στο παζάρι — το έχω ακόμα.
Φαγητό: αρνάκι με μπιζέλια, καμιά φορά και με πατάτες. Κάναμε και αρωδεαδίκος — μελιτζάνα με κιμά.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Άλλαξαν τα έθιμα μετά τον πόλεμο;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Πριν υπήρχαν μεγάλες οικογένειες. Μετά τον πόλεμο, δυστυχώς, πολλοί δεν υπήρχαν πια. Οι γιορτές γίνονταν σε στενό κύκλο.
Στη συναγωγή πηγαίναμε στο Κιπούρ. Οι γονείς μου έμεναν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Στο σπίτι, όταν έσπαγε η νηστεία, πίναμε πρώτα λεμονάδα, μετά σούπα με φιδέ, κοτόπουλο με μπάμιες και μετά γλυκό.
Ένα από τα ωραιότερα γλυκά μας ήταν το τουπιστί — ζύμη πάνω και κάτω, καρύδια στη μέση, σιροπιαστό. Οι φίλες μου, οι χριστιανές συμμαθήτριες, όταν έρχονταν σπίτι, πάντα ρωτούσαν: «Δεν έχετε από εκείνο το γλυκό σας;»
Ήταν πράγματι πολύ ωραίο.
Στη συνέχεια της μαρτυρίας της, η Φρίντα Ματαλών αφηγείται την περίοδο που η οικογένειά της μεταφέρθηκε στα γκέτο της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Ζώντας σε επιπλωμένο δωμάτιο στην οδό Συγγρού, βίωσαν από κοντά τη συγκέντρωση των Εβραίων με προορισμό το στρατόπεδο διέλευσης του Βαρώνου Χιρς και, από εκεί, τα τρένα για την Πολωνία. Απρόσμενα, δύο Γερμανοί αξιωματικοί προειδοποίησαν διακριτικά τον γαμπρό της οικογένειας ότι το γκέτο της Συγγρού επρόκειτο να εκκενωθεί, δίνοντάς τους την ευκαιρία να οργανώσουν διαφυγή. Ακολούθησε μια αγωνιώδης περίοδος μετακινήσεων και κρυψώνων: από σπίτι σε σπίτι, με ψεύτικες ταυτότητες, με συνεχείς αλλαγές σχεδίων και με τον φόβο των ελέγχων στα τρένα. Η Φρίντα περιγράφει νύχτες σε καταλύματα γεμάτα έντομα, στιγμές πανικού, αποχωρισμούς από τους γονείς της, αλλά και παράδοξες σκηνές ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως η στάση ενός Γερμανού αξιωματικού που της έδειξε απροσδόκητη καλοσύνη. Τα σχέδια για διαφυγή άλλαζαν διαρκώς — πρώτα Αθήνα, έπειτα Αλβανία. Με τη βοήθεια του Ιταλού υποπρόξενου Εμίλιο Νέρι και Αλβανών γνωστών, η οικογένεια κατάφερε τελικά να φύγει προς την Κορυτσά, περνώντας από γερμανικά φυλάκια με τεράστιο κίνδυνο. Η αφήγησή της αποτυπώνει τον φόβο, την αβεβαιότητα, τα ηθικά διλήμματα και τις λεπτές γραμμές ανθρωπιάς μέσα σε μια εποχή διωγμών και εκτοπισμών — μέσα από τη ματιά ενός παιδιού που προσπαθούσε να κατανοήσει τον κόσμο που κατέρρεε γύρω του.
Μια προσωπική μαρτυρία της Φρίντας Ματαλών, γεννημένης το 1931 στη Θεσσαλονίκη, που ανακαλεί την εβραϊκή ζωή της πόλης πριν και μετά τον πόλεμο. Μεγαλωμένη σε σεφαραδίτικη οικογένεια όπου ακούγονταν λαντίνο, γαλλικά και ελληνικά, θυμάται έναν κόσμο με έντονη οικογενειακή συνοχή, συναγωγές γεμάτες ζωή και βαθιά ριζωμένα έθιμα. Περιγράφει την τήρηση του Σαμπάτ, τις συναγωγές της προπολεμικής Θεσσαλονίκης και τις μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις. Ιδιαίτερη θέση στις μνήμες της έχει το Πέσαχ — από την παραλαβή της μασάς από το κοινοτικό κατάστημα έως την προετοιμασία παραδοσιακών φαγητών όπως τα χαμινάδος, οι μπουμουέλος, το αρνάκι με μπιζέλια και τα σιροπιαστά γλυκά. Μετά τον πόλεμο, καθώς η κοινότητα είχε πλέον συρρικνωθεί, οι γιορτές έγιναν πιο λιτές και οικογενειακές. Ωστόσο, τα έθιμα διατηρήθηκαν μέσα στο σπίτι, από το σπάσιμο της νηστείας του Κιπούρ μέχρι αγαπημένα γλυκά όπως το τουπιστί, που άφησαν μνήμη ακόμη και στις χριστιανές φίλες της. Μια ζωντανή καταγραφή της σεφαραδίτικης ταυτότητας της Θεσσαλονίκης, μέσα από τη γλώσσα, τις γεύσεις, τις τελετουργίες και τη δύναμη της συνέχειας.
Φρίντα Ματαλών
Απομαγνητοφώνηση
Συνέντευξη με τη Φρίντα Ματαλών – Θεσσαλονίκη (Μέρος 1)
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: 31 Ιανουαρίου και βρισκόμαστε στο σπίτι της κυρίας Φρίντας Ματαλών για να μας μιλήσει για τα έθιμα πριν και μετά τον πόλεμο. Πρώτα απ’ όλα, σας ευχαριστούμε που μας δέχεστε. Θα θέλατε να μας πείτε το όνομα της μητέρας και του πατέρα σας και πότε γεννηθήκατε;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Βεβαίως. Γεννήθηκα στις 4 Σεπτεμβρίου 1931 — καταλαβαίνετε πόσο ετών είμαι.
Η μητέρα μου λεγόταν Μαρή Κουνέ και ο πατέρας μου Ελί Κουνέ, δηλαδή Ηλίας Κουνέ. Είχα μια μεγαλύτερη αδερφή, τη Μέντι, 15 χρόνια μεγαλύτερή μου, επειδή είχε μεσολαβήσει ένας αδερφός που χάθηκε. Εγώ ήμουν Φρίντα Κουνέ — μετά Ματαλών.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Σαν μικρό κοριτσάκι, η οικογένειά σας τηρούσε το Σαμπάτ; Πηγαίνατε στη συναγωγή;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Οι γονείς μου δεν ήταν πολύ θρήσκοι, αλλά κρατούσαν ορισμένα έθιμα της παροικίας μας. Ο πατέρας μου πήγαινε κάθε Παρασκευή απόγευμα στη συναγωγή, γιατί ήταν κοντά στο σπίτι μας — τότε μέναμε Αριστοτέλους 18.
Η μικρή συναγωγή ήταν απέναντι από τη Μοδιάνο, σε όροφο. Το Σάββατο το πρωί πήγαινε στη μεγάλη συναγωγή στην οδό Συγγρού, που χρησιμοποιούνταν για μεγάλες γιορτές — Πέσαχ, Ρος Ασανά, Κιπούρ και γάμους.
Όταν ζούσαν οι παππούδες, το Σάββατο το μεσημέρι μαζευόταν όλη η οικογένεια για φαγητό — ξαδέρφια, θείοι, θείες. Ήταν πολύ όμορφα. Αυτό γινόταν όσο ζούσε ο παππούς μου, Γιοντόβ Σαπόρτα, και η γιαγιά μου Μαζαλτό Σαπόρτα.
Μετά τον θάνατό του τα πράγματα άλλαξαν. Μετακομίσαμε από την Αγίας Σοφίας 22 στην Αριστοτέλους, κοντά στη μικρή συναγωγή.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Οι γονείς μιλούσαν Λαντίνο ή Ελληνικά;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Λαντίνο, βέβαια. Από μικρή μιλούσα τρεις γλώσσες: Λαντίνο με τους παππούδες και τις μεγάλες θείες, ελληνικά στο σχολείο και γαλλικά μέσα στο σπίτι — οι τέσσερίς μας μιλούσαμε γαλλικά.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Η κοινότητα οργάνωνε εορταστικές εκδηλώσεις; Πουρίμ, Σέντερ Πέσαχ;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Όχι, όλα γίνονταν στα σπίτια. Το Πέσαχ ήταν καθαρά οικογενειακό.
Πηγαίναμε στην οδό Κομνηνών, στο κοινοτικό κατάστημα, για να πάρουμε τη μασά. Δεν ήταν σε κουτιά όπως σήμερα. Ήταν μεγάλα φύλλα και τα μεταφέραμε σε ειδικά μπαούλα με καθαρά άσπρα σεντόνια. Ήταν ιεροτελεστία.
Μετά τον πόλεμο άρχισαν να έρχονται σε κουτιά από το Ισραήλ.
Οκτώ μέρες δεν υπήρχε ούτε ψίχουλο ψωμί στο σπίτι. Μόνο μασά.
Φτιάχναμε χαμινάδος — αυγά βρασμένα πολλές ώρες με φύλλα κρεμμυδιού, λάδι, ξύδι, καφέ, αλάτι και πιπέρι. Υπήρχε ειδική κατσαρόλα μόνο γι’ αυτά. Γινόταν σχεδόν μαύρη από το πολύ βράσιμο.
Βράζαμε πολλά αυγά, γιατί όταν ερχόταν επισκέψεις τις πρώτες μέρες του Πέσαχ, δίναμε από ένα αυγό.
Οι άντρες έρχονταν το πρωί μετά τη συναγωγή για ευχές, οι γυναίκες το απόγευμα. Είχαμε ασημένιο δίσκο με γλυκό και κουταλάκια, και βάζαμε το κουταλάκι σε ποτήρι με νερό αφού τρώγαμε.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Τι γλυκά φτιάχνατε;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Μπουμουέλος — λουκουμάδες με σιρόπι. Κάθε σπίτι είχε τη δική του συνταγή. Εμείς τους κάναμε με σιρόπι, όχι μέλι.
Είχαμε ειδικό τηγάνι με τρύπες. Μετά τον πόλεμο δεν βρίσκαμε. Σε ένα ταξίδι μου στο Ισραήλ αγόρασα ένα στο παζάρι — το έχω ακόμα.
Φαγητό: αρνάκι με μπιζέλια, καμιά φορά και με πατάτες. Κάναμε και αρωδεαδίκος — μελιτζάνα με κιμά.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Άλλαξαν τα έθιμα μετά τον πόλεμο;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Πριν υπήρχαν μεγάλες οικογένειες. Μετά τον πόλεμο, δυστυχώς, πολλοί δεν υπήρχαν πια. Οι γιορτές γίνονταν σε στενό κύκλο.
Στη συναγωγή πηγαίναμε στο Κιπούρ. Οι γονείς μου έμεναν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Στο σπίτι, όταν έσπαγε η νηστεία, πίναμε πρώτα λεμονάδα, μετά σούπα με φιδέ, κοτόπουλο με μπάμιες και μετά γλυκό.
Ένα από τα ωραιότερα γλυκά μας ήταν το τουπιστί — ζύμη πάνω και κάτω, καρύδια στη μέση, σιροπιαστό. Οι φίλες μου, οι χριστιανές συμμαθήτριες, όταν έρχονταν σπίτι, πάντα ρωτούσαν: «Δεν έχετε από εκείνο το γλυκό σας;»
Ήταν πράγματι πολύ ωραίο.

