Απομαγνητοφώνηση
Συνέντευξη με τη Φρίντα Ματαλών – Θεσσαλονίκη (Μέρος 2)
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μετά από εκείνο το περιστατικό, τι συνέβη; Φύγατε από το σπίτι όπου μένατε;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Ναι. Όπως έφυγαν όλοι, έτσι φύγαμε κι εμείς. Πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι. Άλλοτε μαζί με τη μαμά και τον μπαμπά μου, άλλοτε μόνη μου.
Μια φορά ήμασταν σε ένα διαμέρισμα στην Αγίας Σοφίας. Εγώ, μικρή και ατίθαση όπως ήμουν, βγήκα στο μπαλκόνι της κουζίνας. Με είδε μια συμμαθήτριά μου από το διπλανό σπίτι και φώναξε: «Α, η Φρίντα! Η Φρίντα!»
Ο κύριος Βαρότσης, που μας φιλοξενούσε, άκουσε και τηλεφώνησε στον γαμπρό μου, τον Κώστα, λέγοντας: «Έλα να τους πάρεις, γιατί θα καούν αυτοί και θα καώ κι εγώ.»
Μετά από αυτό φύγαμε. Ο κύριος Βαρότσης είπε πως έπρεπε να πάμε αλλού.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Πού πήγατε τότε;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Εγώ πήγα μόνη μου σε ένα διαμέρισμα στην πλατεία Άθωνος. Οι γονείς μου πήγαν στο σπίτι μιας καμαριέρας ξενοδοχείου. Ο άντρας της ήταν αστυνομικός — εκείνος μας έδωσε τις ψεύτικες ταυτότητες.
Δεν μέναμε όλοι μαζί. Ο γαμπρός μου τα κανόνιζε όλα, ο καημένος. Δεν ήξερε από πού να αρχίσει και από πού να τελειώσει.
Το σχέδιο τότε ήταν να πάμε στην Αθήνα. Η Αθήνα ήταν υπό ιταλική κατοχή, όχι γερμανική, και πολλοί είχαν φύγει εκεί. Δεν θα πηγαίναμε επίσημα, φυσικά.
Κάποια στιγμή ξανασμίγω με τους γονείς μου σε έναν συνοικισμό κοντά στον σταθμό. Από εκεί ετοιμαζόμασταν να φύγουμε για Αθήνα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Φύγατε τελικά;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Όχι. Ο γαμπρός μου ήρθε ένα βράδυ και μας πήγε στο «Πατέρα Χαν», ένα φτηνό ξενοδοχείο απέναντι από τον παλιό σταθμό. Ήταν πίσω από τον συνοικισμό του Βαρώνου Χιρς. Από εκεί ακούγονταν φωνές, κλάματα, ό,τι συνέβαινε.
Το βράδυ που φτάσαμε, με έβαλαν στο κρεβάτι. Δεν κοιμόμουν καλά. Άνοιξαν το στρώμα και ήταν γεμάτο κοριούς. Με πήραν αγκαλιά και πέρασα όλη τη νύχτα μισή στον μπαμπά, μισή στη μαμά.
Το πρωί έπρεπε να φύγουμε. Ο γαμπρός μου ήταν στον σταθμό και μιλούσε με έναν Ιταλό αξιωματικό. Μας είπε: «Δεν φεύγετε». Είχε μάθει πως στο Πλατύ έκαναν έλεγχο στα βαγόνια. Ανέβαιναν χωροφύλακες και πολιτοφύλακες για να ελέγχουν αν υπήρχαν Εβραίοι.
Έτσι επιστρέψαμε στον συνοικισμό.
Εκείνη την ημέρα εγώ πήγαινα συνέχεια στην τουαλέτα. Από το παράθυρο φαινόταν ο συνοικισμός του Βαρώνου Χιρς. Ανέβαινα στη λεκάνη και έβλεπα φασαρία, κλάματα, κυνηγητό. Οι γονείς μου έβλεπαν γνωστούς να οδηγούνται στον σταθμό για να φύγουν για την Πολωνία.
Εγώ ήμουν μικρή. Δεν καταλάβαινα τον κίνδυνο.
Περάσανε μέρες. Το Πάσχα των Χριστιανών πλησίαζε. Ο άνθρωπος που μας φιλοξενούσε είπε ότι δεν μπορούσε να κρατά κλειστό δωμάτιο, γιατί θα ερχόντουσαν επισκέψεις.
Ο γαμπρός μου είχε γνωριμίες με έναν Ιταλό υποπρόξενο, τον Εμίλιο Νέρι. Εκείνος προσπαθούσε να μας στείλει όχι στην Αθήνα, αλλά στην Αλβανία — που ήταν επίσης υπό ιταλική κατοχή.
Πήγαμε σε ένα εξοχικό κέντρο έξω από τη Θεσσαλονίκη. Μείναμε κλεισμένοι σε δύο δωμάτια, με κλειστά παντζούρια, χωρίς να μιλάμε, χωρίς παπούτσια. Μας είχαν δώσει ακόμη και ένα τσουκάλι για τις ανάγκες μας. Τρεις μέρες — Πάσχα και Πρωτομαγιά — κλεισμένοι εκεί.
Ήμουν παιδί. Δεν μπορούσα να μιλήσω, να κουνηθώ.
Τελικά, δύο Αλβανοί έμποροι — φίλοι του γαμπρού μου — προσφέρθηκαν να μας πάρουν στην Κορυτσά. «Είναι δική μας υπόθεση», είπαν. Ο θείος του ενός ήταν νομάρχης.
Ο Νέρι ήρθε με αυτοκίνητο και με πήρε πρώτα εμένα. Με έκρυψαν στη Βίλα Μπιάνκα, στη σοφίτα. Εκεί κρύβονταν και άλλες οικογένειες.
Μετά με πήγαν στη Χαριλάου, στο σπίτι ενός γκαρσόν του ξενοδοχείου. Εκεί έμεινα καιρό. Έκλαιγα τα βράδια, το μαξιλάρι μου μούσκεμα.
Ξαναγύρισα στο ξενοδοχείο του γαμπρού μου. Ένας Γερμανός αξιωματικός, ο Ντίτριχ Ρόζενμπεργκ, ανέβηκε στο δωμάτιο. Κρυβόμουν κάτω από το κρεβάτι όταν άκουγα χτύπο στην πόρτα. Εκείνος με τράβηξε έξω, μου έδωσε μπισκότα και σοκολάτα, με πήρε στα γόνατά του και είπε στην αδερφή μου: «Έχω κι εγώ μια κόρη στην ηλικία της.»
Την άλλη μέρα φύγαμε. Μπήκα μπροστά στο αυτοκίνητο του Αλβανού. Πίσω ήταν οι γονείς μου και ένας τραπεζικός υπάλληλος που θα κατέβαινε στη Φλώρινα.
Περάσαμε από γερμανικό μπλόκο. Ο Ντίτριχ στεκόταν σε μια γωνία. Με είδε, τον είδα. Έγνεψε με το κεφάλι. Περάσαμε.
Έτσι φύγαμε για την Κορυτσά.
Και πριν συνεχίσω, θέλω να κάνω μια μικρή παρένθεση για να σας πω ποια ήταν τα περιουσιακά μας στοιχεία εκείνη την εποχή…
Στο τρίτο μέρος της μαρτυρίας της, η Φρίντα Ματαλών αφηγείται τα χρόνια διαφυγής και επιβίωσης στην Κορυτσά της Αλβανίας. Παρότι όλοι γνώριζαν ότι η οικογένειά της ήταν εβραϊκή, οι άνθρωποι γύρω τους έδειξαν διακριτικότητα και προστασία. Η ζωή εκεί κύλησε μέσα σε φόβο, φτώχεια και αβεβαιότητα, ενώ ο πατέρας της ζούσε στα βουνά μαζί με αντάρτες, μετακινούμενος από χωριό σε χωριό μέσα στον βαρύ χειμώνα του 1944. Περιγράφει τη βοήθεια που έλαβαν από Αλβανούς φίλους, την εμπλοκή των παρτιζάνων, τις δυσκολίες της επικοινωνίας και τις στιγμές αγωνίας μέχρι την τελική επιστροφή στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν κλείσουν τα σύνορα. Η επανένωση με τον πατέρα της και η επιστροφή στην πόλη σημαδεύτηκαν από συγκίνηση αλλά και από τη σκληρή πραγματικότητα: άδειο σπίτι, κατεστραμμένη περιουσία, χαμένες οικογένειες. Θυμάται επίσης τη συγκέντρωση των Εβραίων ανδρών στην Πλατεία Ελευθερίας το 1942, τις διώξεις και τις απώλειες. Από την οικογένεια του πατέρα της δεν επέζησε κανείς, ενώ από την πλευρά της μητέρας της σώθηκαν όσοι είχαν ισπανική υπηκοότητα και στάλθηκαν στο Μπέργκεν-Μπέλζεν. Κλείνοντας, αναφέρεται στην οικογένεια Νισίμ και στη μεταπολεμική τους πορεία, θυμούμενη ανθρώπους καλλιεργημένους και αξιοπρεπείς, καθώς και τη φράση που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη της: «Ο φασισμός πέθανε. Ελευθερία στους λαούς.» Μια βαθιά ανθρώπινη μαρτυρία για τη διαφυγή, την απώλεια, την αντοχή και την επιστροφή στη ζωή μετά τον όλεθρο.
Στη συνέχεια της μαρτυρίας της, η Φρίντα Ματαλών αφηγείται την περίοδο που η οικογένειά της μεταφέρθηκε στα γκέτο της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Ζώντας σε επιπλωμένο δωμάτιο στην οδό Συγγρού, βίωσαν από κοντά τη συγκέντρωση των Εβραίων με προορισμό το στρατόπεδο διέλευσης του Βαρώνου Χιρς και, από εκεί, τα τρένα για την Πολωνία. Απρόσμενα, δύο Γερμανοί αξιωματικοί προειδοποίησαν διακριτικά τον γαμπρό της οικογένειας ότι το γκέτο της Συγγρού επρόκειτο να εκκενωθεί, δίνοντάς τους την ευκαιρία να οργανώσουν διαφυγή. Ακολούθησε μια αγωνιώδης περίοδος μετακινήσεων και κρυψώνων: από σπίτι σε σπίτι, με ψεύτικες ταυτότητες, με συνεχείς αλλαγές σχεδίων και με τον φόβο των ελέγχων στα τρένα. Η Φρίντα περιγράφει νύχτες σε καταλύματα γεμάτα έντομα, στιγμές πανικού, αποχωρισμούς από τους γονείς της, αλλά και παράδοξες σκηνές ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως η στάση ενός Γερμανού αξιωματικού που της έδειξε απροσδόκητη καλοσύνη. Τα σχέδια για διαφυγή άλλαζαν διαρκώς — πρώτα Αθήνα, έπειτα Αλβανία. Με τη βοήθεια του Ιταλού υποπρόξενου Εμίλιο Νέρι και Αλβανών γνωστών, η οικογένεια κατάφερε τελικά να φύγει προς την Κορυτσά, περνώντας από γερμανικά φυλάκια με τεράστιο κίνδυνο. Η αφήγησή της αποτυπώνει τον φόβο, την αβεβαιότητα, τα ηθικά διλήμματα και τις λεπτές γραμμές ανθρωπιάς μέσα σε μια εποχή διωγμών και εκτοπισμών — μέσα από τη ματιά ενός παιδιού που προσπαθούσε να κατανοήσει τον κόσμο που κατέρρεε γύρω του.
Φρίντα Ματαλών
Απομαγνητοφώνηση
Συνέντευξη με τη Φρίντα Ματαλών – Θεσσαλονίκη (Μέρος 2)
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μετά από εκείνο το περιστατικό, τι συνέβη; Φύγατε από το σπίτι όπου μένατε;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Ναι. Όπως έφυγαν όλοι, έτσι φύγαμε κι εμείς. Πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι. Άλλοτε μαζί με τη μαμά και τον μπαμπά μου, άλλοτε μόνη μου.
Μια φορά ήμασταν σε ένα διαμέρισμα στην Αγίας Σοφίας. Εγώ, μικρή και ατίθαση όπως ήμουν, βγήκα στο μπαλκόνι της κουζίνας. Με είδε μια συμμαθήτριά μου από το διπλανό σπίτι και φώναξε: «Α, η Φρίντα! Η Φρίντα!»
Ο κύριος Βαρότσης, που μας φιλοξενούσε, άκουσε και τηλεφώνησε στον γαμπρό μου, τον Κώστα, λέγοντας: «Έλα να τους πάρεις, γιατί θα καούν αυτοί και θα καώ κι εγώ.»
Μετά από αυτό φύγαμε. Ο κύριος Βαρότσης είπε πως έπρεπε να πάμε αλλού.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Πού πήγατε τότε;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Εγώ πήγα μόνη μου σε ένα διαμέρισμα στην πλατεία Άθωνος. Οι γονείς μου πήγαν στο σπίτι μιας καμαριέρας ξενοδοχείου. Ο άντρας της ήταν αστυνομικός — εκείνος μας έδωσε τις ψεύτικες ταυτότητες.
Δεν μέναμε όλοι μαζί. Ο γαμπρός μου τα κανόνιζε όλα, ο καημένος. Δεν ήξερε από πού να αρχίσει και από πού να τελειώσει.
Το σχέδιο τότε ήταν να πάμε στην Αθήνα. Η Αθήνα ήταν υπό ιταλική κατοχή, όχι γερμανική, και πολλοί είχαν φύγει εκεί. Δεν θα πηγαίναμε επίσημα, φυσικά.
Κάποια στιγμή ξανασμίγω με τους γονείς μου σε έναν συνοικισμό κοντά στον σταθμό. Από εκεί ετοιμαζόμασταν να φύγουμε για Αθήνα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Φύγατε τελικά;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Όχι. Ο γαμπρός μου ήρθε ένα βράδυ και μας πήγε στο «Πατέρα Χαν», ένα φτηνό ξενοδοχείο απέναντι από τον παλιό σταθμό. Ήταν πίσω από τον συνοικισμό του Βαρώνου Χιρς. Από εκεί ακούγονταν φωνές, κλάματα, ό,τι συνέβαινε.
Το βράδυ που φτάσαμε, με έβαλαν στο κρεβάτι. Δεν κοιμόμουν καλά. Άνοιξαν το στρώμα και ήταν γεμάτο κοριούς. Με πήραν αγκαλιά και πέρασα όλη τη νύχτα μισή στον μπαμπά, μισή στη μαμά.
Το πρωί έπρεπε να φύγουμε. Ο γαμπρός μου ήταν στον σταθμό και μιλούσε με έναν Ιταλό αξιωματικό. Μας είπε: «Δεν φεύγετε». Είχε μάθει πως στο Πλατύ έκαναν έλεγχο στα βαγόνια. Ανέβαιναν χωροφύλακες και πολιτοφύλακες για να ελέγχουν αν υπήρχαν Εβραίοι.
Έτσι επιστρέψαμε στον συνοικισμό.
Εκείνη την ημέρα εγώ πήγαινα συνέχεια στην τουαλέτα. Από το παράθυρο φαινόταν ο συνοικισμός του Βαρώνου Χιρς. Ανέβαινα στη λεκάνη και έβλεπα φασαρία, κλάματα, κυνηγητό. Οι γονείς μου έβλεπαν γνωστούς να οδηγούνται στον σταθμό για να φύγουν για την Πολωνία.
Εγώ ήμουν μικρή. Δεν καταλάβαινα τον κίνδυνο.
Περάσανε μέρες. Το Πάσχα των Χριστιανών πλησίαζε. Ο άνθρωπος που μας φιλοξενούσε είπε ότι δεν μπορούσε να κρατά κλειστό δωμάτιο, γιατί θα ερχόντουσαν επισκέψεις.
Ο γαμπρός μου είχε γνωριμίες με έναν Ιταλό υποπρόξενο, τον Εμίλιο Νέρι. Εκείνος προσπαθούσε να μας στείλει όχι στην Αθήνα, αλλά στην Αλβανία — που ήταν επίσης υπό ιταλική κατοχή.
Πήγαμε σε ένα εξοχικό κέντρο έξω από τη Θεσσαλονίκη. Μείναμε κλεισμένοι σε δύο δωμάτια, με κλειστά παντζούρια, χωρίς να μιλάμε, χωρίς παπούτσια. Μας είχαν δώσει ακόμη και ένα τσουκάλι για τις ανάγκες μας. Τρεις μέρες — Πάσχα και Πρωτομαγιά — κλεισμένοι εκεί.
Ήμουν παιδί. Δεν μπορούσα να μιλήσω, να κουνηθώ.
Τελικά, δύο Αλβανοί έμποροι — φίλοι του γαμπρού μου — προσφέρθηκαν να μας πάρουν στην Κορυτσά. «Είναι δική μας υπόθεση», είπαν. Ο θείος του ενός ήταν νομάρχης.
Ο Νέρι ήρθε με αυτοκίνητο και με πήρε πρώτα εμένα. Με έκρυψαν στη Βίλα Μπιάνκα, στη σοφίτα. Εκεί κρύβονταν και άλλες οικογένειες.
Μετά με πήγαν στη Χαριλάου, στο σπίτι ενός γκαρσόν του ξενοδοχείου. Εκεί έμεινα καιρό. Έκλαιγα τα βράδια, το μαξιλάρι μου μούσκεμα.
Ξαναγύρισα στο ξενοδοχείο του γαμπρού μου. Ένας Γερμανός αξιωματικός, ο Ντίτριχ Ρόζενμπεργκ, ανέβηκε στο δωμάτιο. Κρυβόμουν κάτω από το κρεβάτι όταν άκουγα χτύπο στην πόρτα. Εκείνος με τράβηξε έξω, μου έδωσε μπισκότα και σοκολάτα, με πήρε στα γόνατά του και είπε στην αδερφή μου: «Έχω κι εγώ μια κόρη στην ηλικία της.»
Την άλλη μέρα φύγαμε. Μπήκα μπροστά στο αυτοκίνητο του Αλβανού. Πίσω ήταν οι γονείς μου και ένας τραπεζικός υπάλληλος που θα κατέβαινε στη Φλώρινα.
Περάσαμε από γερμανικό μπλόκο. Ο Ντίτριχ στεκόταν σε μια γωνία. Με είδε, τον είδα. Έγνεψε με το κεφάλι. Περάσαμε.
Έτσι φύγαμε για την Κορυτσά.
Και πριν συνεχίσω, θέλω να κάνω μια μικρή παρένθεση για να σας πω ποια ήταν τα περιουσιακά μας στοιχεία εκείνη την εποχή…

