Απομαγνητοφώνηση
Συνεντευκτής: Καλημέρα, ευχαριστούμε πάρα πολύ που μας δεχτήκατε σήμερα που είναι Σάββατο 28 Δεκεμβρίου και ώρα περίπου 11:30 το πρωί.
Συνεντευκτής: Ευχαριστούμε πολύ γιατί έχουμε εδώ μπέρ την αγαπημένη μου τη Θεία που έχει συμπληρώσει 100 χρόνια και θα μας πει ό,τι θυμάται από την παιδική της και την νεανική της ηλικία.
Συνεντευκτής: Ε, δίπλα μου έχω τον ξάδελφό μου, τον Ζακ Φρανσές και πιο δίπλα είναι η αδελφή μου η Εμμι Φιλοσό.
Συνεντευκτής: Θεία, πες μου λίγο το όνομά σου, το όνομα της μαμάς σου και το όνομα του μπαμπά σου.
Τούλα Φρανσέ: Το όνομά μου είναι Τούλα Φρανσέ και η μαμά μου είναι Κονέ και ο μπαμπάς μου.
Συνεντευκτής: Όνομα της μαμάς ποιο ήτανε;
Τούλα Φρανσέ: Λουίζα.
Συνεντευκτής: Λουίζα και του μπαμπά;
Τούλα Φρανσέ: Λέων.
Συνεντευκτής: Έτσι, αυτό. Θυμάμαι κι εγώ που μου το έλεγες μικρή.
Τούλα Φρανσέ: Ήταν πολύ αγαπητός ζευγάρι.
Συνεντευκτής: Γεννήθηκες στο Βόλο;
Τούλα Φρανσέ: Στο Βόλο γεννήθηκα.
Συνεντευκτής: Ποια ημερομηνία;
Τούλα Φρανσέ: Το 1924.
Συνεντευκτής: Ωραία, άρα έχεις πάρα πολλά να μας πεις από αυτά που συνέβαιναν πριν από τον πόλεμο και λίγο μετά.
Συνεντευκτής: Ας πούμε, μικρή, πώς γιορτάζεται στο σπίτι, η μαμά και ο μπαμπάς, τι γλώσσα μιλούσαν;
Τούλα Φρανσέ: Ελληνικά.
Συνεντευκτής: Ελληνικά, ωραία.
Συνεντευκτής: Τις γιορτές, πώς τις κάναμε;
Τούλα Φρανσέ: Σωστές.
Συνεντευκτής: Είμαι σίγουρη, αλλά θες λίγο να μας τις περιγράψεις πριν από τον πόλεμο;
Τούλα Φρανσέ: Όλα τα έκανε, κάθε γιορτή που ήτανε, τα έφτιανε όλα σωστά.
Συνεντευκτής: Είχαμε κάποιο έθιμο ιδιαίτερο, ας πούμε το Πέσαχ, τι έκανατε ιδιαίτερο πριν τον πόλεμο;
Τούλα Φρανσέ: Τότε, μακάρι να ήταν και έτσι τώρα.
Συνεντευκτής: Για πες μας τότε να τα ακούσουμε.
Τούλα Φρανσέ: Τότε είχαμε συγγενείς καλούς.
Τούλα Φρανσέ: Είχαμε τον Αβδελά, ο αδερφός από τη γιαγιά μου και πηγαίναμε το Πάσχα και κάναμε όλοι μαζί ένα τραπέζι από εκεί μέχρι πέρα.
Συνεντευκτής: Τι φαγητά τρώγατε;
Τούλα Φρανσέ: Αγκινάρες, πατάτες, φιασμένα.
Συνεντευκτής: Αλλά έκανε μασαΐκες η μαμά σου, μασαΐκες, παστέλι και τέτοια κάνατε
Τούλα Φρανσέ: Βέβαια.
Τούλα Φρανσέ: Όλα αυτά.
Συνεντευκτής: Και τι άλλο.
Συνεντευκτής: Θυμάσαι κάτι χαρακτηριστικό που η μαμά σου να το έκανε αλλά πια έχει καταργηθεί να μην το κάνουμε;
Συνεντευκτής: Θυμάσαι κάτι;
Συνεντευκτής: Σαν παιδάκι, που μα τώρα δεν το κάνουμε πια.
Συνεντευκτής: Ας πούμε εγώ θυμάμαι τις τραμούζες που κάναμε στη Λάρισα.
Συνεντευκτής: Εσύ τι θυμάσαι;
Τούλα Φρανσέ: Εμείς τα κάναμε όλα.
Τούλα Φρανσέ: Και ό,τι μπορώ κάνουμε εδώ.
Συνεντευκτής: Εσύ έκανες πάντα.
Συνεντευκτής: Το θυμάμαι ότι εσύ έκανες.
Συνεντευκτής: Ωραία λοιπόν.
Συνεντευκτής: Για πες μας πριν από τον πόλεμο πώς ήταν η ζωή.
Τούλα Φρανσέ: Πολύ καλή.
Συνεντευκτής: Πήγαινες σχολείο.
Τούλα Φρανσέ: Δεν ξέρω. Ήταν πολύ καλή. Συγκεντρωνόμασταν οι συγγενείς.
Τούλα Φρανσέ: Και Ρος Ασανα, Πέσαχ.
Τούλα Φρανσέ: Είχαμε καλούς συγγενείς. Έχουν πεθάνει τώρα αυτοί.
Συνεντευκτής: Θεία τα μπατ μίτσβα και τα μπαρ μίτσβα που πήγαινες.
Συνεντευκτής: Πήγες σε μπαρ μίτσβα πριν από τον πόλεμο, έκαναν τα παιδιά πάντα.
Συνεντευκτής: Άλλαξε καθόλου η τελετουργία μετά.
Τούλα Φρανσέ: Βέβαια, άλλαξε.
Συνεντευκτής: Σε τι.
Τούλα Φρανσέ: Τώρα δεν βλέπουμε να κάνουν.
Συνεντευκτής: Έλα καλέ κάνουν. Απλά είναι πιο κοσμικά τώρα.
Συνεντευκτής: Κάνουν και γκλέντι μετά.
Τούλα Φρανσέ: Όχι κάνουν γκλέντια. Κάνουν πιο επιδεικτικά πράγματα.
Συνεντευκτής: Τότε ήταν πιο απλά ή όχι.
Τούλα Φρανσέ: Όχι. Ίσα - ίσα που ήταν σωστά.
Συνεντευκτής: Λέγοντας; Δηλαδή;
Συνεντευκτής: Για πες το μας πώς ήταν το σωστό;
Τούλα Φρανσέ: Ακούστε. Πώς ήταν.
Τούλα Φρανσέ: Ό,τι γινόταν που ήταν το έθιμο.
Τούλα Φρανσέ: Το κάναμε με το παραπάνω.
Τούλα Φρανσέ: Το κάναμε σωστό.
Συνεντευκτής: Ωραία.
Τούλα Φρανσέ: Και χαιρόταν και ο κόσμος.
Συνεντευκτής: Θεία πόσοι Εβραίοι ήταν πριν από τον πόλεμο εδώ, θυμάσαι;
Συνεντευκτής: Ήσασταν πολλές οικογένειες.
Τούλα Φρανσέ: Ναι, βέβαια.
Συνεντευκτής: Εσύ πώς σωθήκατε θεία;
Τούλα Φρανσέ: Εμείς.
Συνεντευκτής: Ναι.
Τούλα Φρανσέ: Ήρθε το μεσημέρι από το μαγαζί ο μπαμπάς μου.
Συνεντευκτής: Τι μαγαζί είχε;
Τούλα Φρανσέ: Εμπορικό κάτω στην Ερμού.
Συνεντευκτής: Και τι είπε στη μαμά;
Τούλα Φρανσέ: Σήκω, ετοίμασε δέματα και να σηκωθούμε να φύγουμε.
Τούλα Φρανσέ: Γιατί μας περιμένουν οι Γερμανοί να μας πάρουν.
Συνεντευκτής: Ποιος τον είχε ειδοποιήσει;
Συνεντευκτής: Ποιος τον το είχε πει και το ήξερε;
Τούλα Φρανσέ: Ήρθε. Είχαν άνθρωπο που...
Συνεντευκτής: Γνωστό;
Τούλα Φρανσέ: Ναι.
Τούλα Φρανσέ: Ο θείος ο Μωυσής ήταν.
Συνεντευκτής: Στην Αθήνα.
Συνεντευκτής: Για πες.
Τούλα Φρανσέ: Ήταν στο αντάρτικο ο θείος ο Μωυσής.
Τούλα Φρανσέ: Ναι. Και έφερε σήμα γι' αυτό το πράγμα.
Τούλα Φρανσέ: Γι' αυτό και ετοιμαστήκαν να φύγουν.
Τούλα Φρανσέ: Παράλληλα ο Σέφελ έδωσε κι αυτός το ίδιο.
Τούλα Φρανσέ: Ο Σέφελ ήταν πρόξενος Γερμανός εδώ στο Βόλο.
Τούλα Φρανσέ: Ο οποίος ήταν φιλοεβραίος.
Τούλα Φρανσέ: Ο ίδιος.
Τούλα Φρανσέ: Και έδωσε το.
Τούλα Φρανσέ: Το σήμα στο δημαρχείο και στην αστυνομία.
Τούλα Φρανσέ: Και έγινε οργανωμένο μετά.
Τούλα Φρανσέ: Η φύγει η οργανωμένη.
Τούλα Φρανσέ: Ο Βόλος δεν είχε πόλεις έτσι.
Τούλα Φρανσέ: Είχε θα έλεγα 30% είχε.
Τούλα Φρανσέ: Είχε τώρα.
Συνεντευκτής: Βέβαια.
Συνεντευκτής: Είπε γιατί δεν ακολούθησαν την οδηγία.
Τούλα Φρανσέ: Δεν μπόρεσαν όλοι να φύγουν.
Τούλα Φρανσέ: Αυτοί που μείνανε τους πιάσανε.
Συνεντευκτής: Αλλά για να ας πούμε τώρα.
Τούλα Φρανσέ: Ο αρχιραββίνος τον πήρανε στο Κεραμίδι.
Τούλα Φρανσέ: Τότε και.
Τούλα Φρανσέ: Πήγαμε.
Τούλα Φρανσέ: Τι καλός κόσμος ήταν.
Τούλα Φρανσέ: Που μας βοήθησε.
Συνεντευκτής: Που στο Κεραμίδι πήγατε; Που πήγατε εσείς;
Τούλα Φρανσέ: Όχι.
Τούλα Φρανσέ: Πρώτα πήγαμε.
Τούλα Φρανσέ: Εδώ πώς να είτε ξέχασα.
Τούλα Φρανσέ: Τέλος πάντων.
Τούλα Φρανσέ: Φτάσαμε στο Σκλήθρο.
Τούλα Φρανσέ: Πήγαμε στα κανάλια πρώτα και κοιμηθήκαμε.
Τούλα Φρανσέ: Εκεί το βράδυ και μετά με τα πόδια.
Συνεντευκτής: Είναι πολύ μακριά το Σκλήθρο.
Τούλα Φρανσέ: Αλλά ήταν τόσο καλός ο κόσμος.
Συνεντευκτής: Σας βοήθησε.
Τούλα Φρανσέ: Μας βοήθησε.
Τούλα Φρανσέ: Λες και τις είχαμε συγκινήσει.
Συνεντευκτής: Πόσο καιρό κρυφτήκατε;
Τούλα Φρανσέ: Πόσο καιρό;
Τούλα Φρανσέ: Ως που έγινε ελευθέρωση.
Συνεντευκτής: Πόσο ένα χρόνο ήταν;
Τούλα Φρανσέ: Δυο χρόνια.
Συνεντευκτής: Και μετά κατεβήκατε.
Τούλα Φρανσέ: Κατεβήκαμε και πήγαμε στο σπίτι μας.
Συνεντευκτής: Το βρήκατε.
Τούλα Φρανσέ: Το βρήκαμε. Ήταν μια οικογένεια μικρή.
Τούλα Φρανσέ: Και φύγανε μετά το πρωί αυτοί.
Τούλα Φρανσέ: Εμείς είχαμε τα πραγματά μας μέσα.
Τούλα Φρανσέ: Όλο. Ό,τι πήραμε τότε, πήραμε.
Τούλα Φρανσέ: Και είχαμε τα πραγματά μας.
Τούλα Φρανσέ: Κοιμηθήκαμε.
Τούλα Φρανσέ: Σηκωθήκαμε.
Τούλα Φρανσέ: Θυμάμαι που έβγαινε η μαμά μου φασόλια στο φούρνο.
Τούλα Φρανσέ: Έξω στο φούρνο.
Τούλα Φρανσέ: Τότε πηγαίναμε φαγητά έξω.
Τούλα Φρανσέ: Πολύ ωραία.
Τούλα Φρανσέ: Μας βοήθησαν.
Τούλα Φρανσέ: Τι να σου πω.
Τούλα Φρανσέ: Πάρα πολύ.
Συνεντευκτής: Και μετά που τελειώσε και κατεβήκατε στο σπίτι, για πες μας εσύ, γνώρισες τον άντρα σου, τον Μορίς Φρανσέ.
Τούλα Φρανσέ: Όχι.
Συνεντευκτής: Όχι. Τι έγινε. Για πες.
Συνεντευκτής: Για πες.
Τούλα Φρανσέ: Έχω χρόνια.
Τούλα Φρανσέ: Ένα βράδυ ήρθε από την Αθήνα, ο Ζάκης ο ξαδερφός μου.
Συνεντευκτής: Ναι, ο Ζάκης.
Τούλα Φρανσέ: Και...
Τούλα Φρανσέ: Είχε την κορούλα του να την κάναμε μπάνιο στο Βόλο. Ήταν καλοκαίρι.
Τούλα Φρανσέ: Και...
Τούλα Φρανσέ: Και μετά...
Τούλα Φρανσέ: Έφυγαν. Πήγαν στη Λάρισα αυτοί.
Τούλα Φρανσέ: Ήρθε με τον μπαμπά.
Τούλα Φρανσέ: Με τον γαμπρό.
Τούλα Φρανσέ: Ο Ζακάρ ήρθε με τον μπαμπά.
Συνεντευκτής: Ναι.
Συνεντευκτής: Και δεν είχανε που να μείνουν, μου είχες πει.
Τούλα Φρανσέ: Ήρθε το βράδυ ο Μορίς, ο άντρας μου.
Τούλα Φρανσέ: Δεν τον γνώριζα βέβαια, ήταν παιδί.
Τούλα Φρανσέ: Και μαζί με τον ξαδερφό μου, τον Ζάκη.
Τούλα Φρανσέ: Και λέει τη μαμά μου, θεία.
Τούλα Φρανσέ: Ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος.
Τούλα Φρανσέ: Μπορούμε να μείνουμε εδώ.
Τούλα Φρανσέ: Έχω και τον ξάδερφο της γυναίκας μου.
Τούλα Φρανσέ: Ήταν ξάδερφος.
Τούλα Φρανσέ: Και λέει, μαμά μου ευχαρίστως.
Τούλα Φρανσέ: Κοιμηθήκαμε, σηκωθήκαμε το πρωί.
Τούλα Φρανσέ: Θεία θα πάρω και την Τούλα στη Λάρισα.
Τούλα Φρανσέ: Εμένα.
Τούλα Φρανσέ: Γιατί με είχε συνηθίσει και το κοριτσάκι η Ρίτα.
Τούλα Φρανσέ: Τότε που ήταν μικρή.
Συνεντευκτής: Θεία, ήθελα να σε ρωτήσω.
Συνεντευκτής: Όταν ήσουν κοπελίτσα, κοριτσάκι ακόμα, πήγαινες στο σχολείο;
Συνεντευκτής: Πήγαινες δημόσιο σχολείο ή εβραϊκό;
Τούλα Φρανσέ: Όχι, δεν υπήρχε τότε.
Συνεντευκτής: Αλλά πήγαινες στο δημόσιο.
Τούλα Φρανσέ: Ναι.
Συνεντευκτής: Σου φερόντουσαν καλά οι συμμαθητές, οι συμμαθητριές σου.
Τούλα Φρανσέ: Πολύ καλά.
Συνεντευκτής: Ήσασταν ευχαριστημένη. Δεν υπήρχε δηλαδή τότε στον Βόλο κάτι που να είναι εναντίων των Εβραίων.
Συνεντευκτής: Και σε εσένα ειδικά.
Τούλα Φρανσέ: Πάρα πολύ ωραία.
Συνεντευκτής: Συναγωγή, κάθε πότε πήγαινατε στο σπίτι ο μπαμπάς και η μαμά, εσύ.
Τούλα Φρανσέ: Πηγαίναμε κάθε Σάββατο.
Τούλα Φρανσέ: Και Παρασκευή βράδυ.
Συνεντευκτής: Δεν είχε εβραϊκό σχολείο. Τότε δεν υπήρχαν εβραϊκά σχολεία όπως έχουν τώρα.
Συνεντευκτής: Είχε μόνο γεσιβά για αυτούς που βγαίνανε Ραβίνοι.
Συνεντευκτής: Όμως στο Βόλο δεν είχε τίποτα.
Τούλα Φρανσέ: Βέβαια, είχε.
Συνεντευκτής: Βέβαια, γεσιβά.
Τούλα Φρανσέ: Από τον Ραμπάη Πέσαχ ήταν ο Ραβίνος και Ρος γεσιβά.
Τούλα Φρανσέ: Είχε μαθητές αρκετούς.
Συνεντευκτής: Βέβαια, είχε.
Συνεντευκτής: Από πού.
Τούλα Φρανσέ: Από εδώ, από το Βόλο.
Συνεντευκτής: Το Βόλο. Ναι.
Συνεντευκτής: Ξέρεις και πόσους περίπου.
Τούλα Φρανσέ: Σύμφωνα με τη φωτογραφία που είδα, πρέπει να ήτανε 25.
Συνεντευκτής: Ήτανε αρκετοί.
Τούλα Φρανσέ: Ναι, βέβαια.
Συνεντευκτής: Μήπως ξέρεις και πώς χρηματοδοτούταν αυτό;
Τούλα Φρανσέ: Α, δεν ξέρω.
Τούλα Φρανσέ: Ξέρω ότι ήτανε δύσκολες εποχές τότε.
Τούλα Φρανσέ: Και ο κόσμος κοιτούσε να κάνει ένα επάγγελμα και να βγάλει το ψωμί του.
Τούλα Φρανσέ: Και...
Τούλα Φρανσέ: Δεν είχανε αυτή την πολυτέλεια για πολλά.
Τούλα Φρανσέ: Και αυτοί που πήγανε, πήγανε, τελειώσανε, αλλά μετά ήρθε, βέβαια, το Ολοκαύτωμα και διαλύθηκε η γεσιβά.
Τούλα Φρανσέ: Αλλά δεν είχανε τα εβραϊκά σχολεία που έχουνε σήμερα.
Τούλα Φρανσέ: Είχανε μόνο γεσιβά και μπετ μιντράς.
Τούλα Φρανσέ: Ο πατέρας μου σπούδασε στο μπετ μιντράς στη Λάρισα.
Τούλα Φρανσέ: Γι' αυτό και ήξερε...
Συνεντευκτής: Φώναξε, Ζακ.
Συνεντευκτής: Κράτησε μετά το καλ.
Ζακ Φρανσές: Ο θείος μου, ο Μορίς ο Φρανσές και ο μπαμπάς του, Ζακ και η σύζυγος, έκανε το θρησκευτικό λειτουργό στο Βόλο επί πάρα πολλά χρόνια.
Συνεντευκτής: 65 χρόνια.
Συνεντευκτής: Για πες μας τώρα και εσύ, Ζακ, μια που είσαι εδώ και έζησες τα παιδικά σου χρόνια στο Βόλο, πώς θυμάσαι τους γονείς σου, κάθε πότε...
Ζακ Φρανσές: Δεν μιλούσαν Λατινό μεταξύ τους, αλλά ο μπαμπάς ήξερε.
Συνεντευκτής: Ο μπαμπάς ήξερε.
Ζακ Φρανσές: Ήξερε να διαβάσε εβραϊκά.
Συνεντευκτής: Ήξερε να διαβάσει εβραϊκά.
Ζακ Φρανσές: Βέβαια.
Συνεντευκτής: Αλλά Λατινό όχι όμως.
Ζακ Φρανσές: Όχι.
Συνεντευκτής: Όχι. Στο Βόλο έτσι ήτανε τα πράγματα. Ο μπαμπά σου μιλούσε λοιπόν σαν Λατινό. Για πες πώς το έκανε.
Ζακ Φρανσές: Προσπαθούσε να με μάθει Λατινό, εγώ κοιτούσα πώς να πάω να παίξω.
Συνεντευκτής: Όπως όλοι μας.
Ζακ Φρανσές: Ναι. Και μείναμε χωρίς.
Συνεντευκτής: Σε μερικές λέξεις καταλαβαίνουμε όλοι. Τις κλασικές που τις ξέρουμε οι περισσότεροι.
Συνεντευκτής: Μικρό παιδί πώς βίωσες τον ευρέαισμό στο Βόλο. Για πες θυμάσαι κάτι ιδιαίτερο από τα τραπέζια των γιορτών.
Συνεντευκτής: Το πουρίμ θεία εσείς όταν είχαμε πουρίμ μοιράζατε πλατύκος.
Τούλα Φρανσέ: Ναι βέβαια.
Συνεντευκτής: Και τι παίρνατε λεφτά;
Τούλα Φρανσέ: Και σουσάμι και μπουρέκια με αμύγδαλο και καλτσουνάκια με αμύγδαλο.
Συνεντευκτής: Τι δεν τρώγατε στο σπίτι από φαγητά;
Συνεντευκτής: Τι δεν τρώγαμε. Τι δεν τρώγαμε. Χοιρινό τρώγατε.
Τούλα Φρανσέ: Ό,τι δεν ήτανε Κοσέρ δεν το τρώγαμε.
Συνεντευκτής: Έτσι.
Συνεντευκτής: Απλώς.
Συνεντευκτής: Σε όλα τα σπίτια. Και σήμερα ακόμη τα παίρνεις.
Τούλα Φρανσέ: Η μάνα μου ήταν και πολύ θρήσκα η μάνα μου.
Τούλα Φρανσέ: Οπότε τα τηρούσαμε το παραπάνω όλα.
Συνεντευκτής: Πώς το έπληνε το κρέας με χοντρό αλάτι.
Συνεντευκτής: Δηλαδή έκανε μόνη της κόσερ το κρέας.
Συνεντευκτής: Γιατί τότε τα δεν σας σφάζανε κάποιος
Τούλα Φρανσέ: Ναι βέβαια έσφαζε ο Χαχάμ.
Συνεντευκτής: Έσφαζε.
Τούλα Φρανσέ: Πάντοτε είχε Κοσέρ εδώ πέρα.
Συνεντευκτής: Ποιος Χαχάμ έσφαζε.
Τούλα Φρανσέ: Μέχρι ο Βιτάλ.
Συνεντευκτής: Έσφαζε αυτός.
Τούλα Φρανσέ: Βέβαια έσφαζε και έκανε και περιτομή.
Συνεντευκτής: Και τα δύο.
Συνεντευκτής: Μπράβο.
Τούλα Φρανσέ: Μετά ο καθένας.
Συνεντευκτής: Εντάξει μετά άλλαξαν.
Συνεντευκτής: Όποιος ήθελε να κρατήσει κρατούσε. Όποιος δεν ήθελε δεν κρατούσε.
Συνεντευκτής: Αυτό ήταν.
Συνεντευκτής: Και πηγαίνασαν να δούμε αν κρατάνε δεν κρατάνε.
Συνεντευκτής: Εντάξει όχι όχι περισσότερο.
Τούλα Φρανσέ: Η μάνα μου ήταν τόσο θρήσκια και ο πατέρας μου και τα έκαναν όλα.
Τούλα Φρανσέ: Τι διάβασμα έπρεπε να κάνει το βράδυ.
Τούλα Φρανσέ: Τι ήταν μια γιορτούλα με αυτά όλα τα έκαναν.
Συνεντευκτής: Από την κοινότητα σαν τι θυμάσαι εσύ όταν ήσουν μικρό παιδί.
Συνεντευκτής: Κάνατε γιορτές.
Ζακ Φρανσές: Ναι βέβαια.
Συνεντευκτής: Ναι βέβαια.
Συνεντευκτής: Για πες λίγο να ακούσουμε τι ακριβώς γινόταν.
Ζακ Φρανσές: Τότε ήταν μεγάλη κοινότητα όταν ήμουν εγώ μικρός.
Ζακ Φρανσές: Θυμάμαι μου δώσανε μια μπάλα στο Πουρίμ.
Ζακ Φρανσές: Έχω φωτογραφία.
Ζακ Φρανσές: Και με ενδιέφερε τόσο πολύ να ξέρω πόσοι είναι Εβραίοι τότε.
Ζακ Φρανσές: Γύρω στα 700 άτομα είχε μετά το Ολοκαύτωμα.
Ζακ Φρανσές: Και καλά βέβαια πολλοί φύγανε.
Ζακ Φρανσές: Μετά αρχίσαν τα πανεπιστήμια.
Ζακ Φρανσές: Τα παιδιά πηγαίνανε στο πανεπιστήμιο.
Ζακ Φρανσές: Δεν ήθελαν να ακολουθήσουν σαν και εμένα το εμπόριο.
Ζακ Φρανσές: Εκείνα τα χρόνια θυμάμαι η Ερμού είχε περισσότερο εβραϊκά μαγαζιά από ό,τι είχε μη εβραϊκά.
Ζακ Φρανσές: Και μετά η επόμενη γενιά εξαφανιστήκανε.
Ζακ Φρανσές: Σήμερα υπάρχουν δύο μαγαζιά νομίζω έχουν μείνει.
Συνεντευκτής: Ποια.
Ζακ Φρανσές: Του Σαμπεθάη.
Ζακ Φρανσές: Και του Αβδελά και του Μάηση.
Συνεντευκτής: Και του Μάηση σωστά.
Ζακ Φρανσές: Τότε όμως ήταν όλοι το 80% της ερμού ήταν εβραϊκά μαγαζιά.
Συνεντευκτής: Θυμάστε ο παππού σας τι μαγαζί είχε στο Βόλο.
Ζακ Φρανσές: Ναι βέβαια.
Ζακ Φρανσές: Είχε πολλά τα είδη και χοντρική και λιανική.
Συνεντευκτής: Όταν γύρισε από τον πόλεμο το βρήκε το μαγαζί και το συνέχισε ή το ξανά έκανε από την αρχή.
Ζακ Φρανσές: Το συνέχισε και το άρχισε.
Ζακ Φρανσές: Τα πράγματα τα πήγε στο Κουτσίνα όταν φύγανε.
Ζακ Φρανσές: Γιατί ήταν πολύ καλός φίλος του.
Ζακ Φρανσές: Οίκος Κουτσίνα.
Ζακ Φρανσές: Ήταν το μεγαλύτερο μαγαζί στο Βόλο.
Ζακ Φρανσές: Και τα βάλανε όλα πήγανε μόνοι τους.
Ζακ Φρανσές: Τα βάλεψαν όλα τα εμπορεύματα επάνω.
Ζακ Φρανσές: Γιατί ήταν τριώροφο.
Ζακ Φρανσές: Και έτσι σώθηκε το εμπόρευμα.
Ζακ Φρανσές: Όταν γυρίσανε ξανά άνοιξε το μαγαζί και μετά το συνεχίσανε οι θεοί μου, τα παιδιά.
Συνεντευκτής: Ο παππούς στον πόλεμο πού έφυγε, πού πήγε και κρύφτηκε.
Ζακ Φρανσές: Πήγανε όλοι στο Σκλήθρο.
Τούλα Φρανσέ: Πήγαμε στο Σκλήθρο. Πολύ καλός κόσμος.
Ζακ Φρανσές: Είχαν και αυτοκίνητο τότε.
Ζακ Φρανσές: Αλλά δεν οδηγούσε ο παππούς μου.
Ζακ Φρανσές: Είχε οδηγό.
Ζακ Φρανσές: Ο οποίος τους πήγε όσο μπορούσε να τους πάει και μετά πήρε το αμάξι και...
Συνεντευκτής: Το αμάξι σε ποιον ανήκει.
Ζακ Φρανσές: Στον παππού μου.
Συνεντευκτής: Ααα, οπότε το πήρε ο άλλος και έφυγε μετά.
Ζακ Φρανσές: Ναι. Και δεν το ξαναδαν.
Συνεντευκτής: Ο παππάς και η μαμά, θεία, από πού είχαν καταγωγή;
Τούλα Φρανσέ: Από το Βόλο.
Τούλα Φρανσέ: Όχι. Η νώνα, ναι, από εδώ, από το Βόλο.
Τούλα Φρανσέ: Από την Πρέβεζα ήταν.
Τούλα Φρανσέ: Ο παππούς.
Συνεντευκτής: Ο παπάς σου ήταν από την Πρέβεζα. Πού έχει γεννηθεί;
Τούλα Φρανσέ: Όχι ο παπάς μου.
Συνεντευκτής: Ο παππούς σου.
Τούλα Φρανσέ: Ο παππούς μου.
Τούλα Φρανσέ: Και ήρθαν στο Βόλο να μείνουνε.
Τούλα Φρανσέ: Μετά παντρεύτηκε η μαμά μου.
Τούλα Φρανσέ: Η οποία ήταν βολιώτισσα.
Τούλα Φρανσέ: Ναι.
Συνεντευκτής: Άρα ο παππούς του Ζακ ήταν από εδώ. Γεννήθηκε εδώ.
Τούλα Φρανσέ: Οι άλλοι, ο παππούς μου και η γιαγιά μου ήταν από τη Λάρισα.
Τούλα Φρανσέ: Του ανδρος μου.
Τούλα Φρανσέ: Οι γονείς ήταν από τη Λάρισα.
Τούλα Φρανσέ: Αυτοί ήτανε, μιλούσανε Λαδίνο.
Τούλα Φρανσέ: Και η γιαγιά μου δεν μιλούσε πολύ καλά ελληνικά.
Στη συνέχεια της συνέντευξης, ο Ζάκος Φρανσές περιγράφει τη φυγή της οικογένειάς του από τη Λάρισα στην Καισαριανή με ψεύτικες ταυτότητες όταν οι Ιταλοί παρέδωσαν την πόλη στους Γερμανούς. Αναλύει τους λόγους για τους οποίους οι Γερμανοί εστίασαν στην Ελλάδα, εξηγώντας ότι εδώ βρισκόταν η πνευματική ηγεσία του Σεφαραδίτικου Εβραϊσμού, με σημαντικά κέντρα Καμπαλά και τους συγγραφείς θεμελιωδών εβραϊκών έργων όπως το "Σουλχάν Αρούχ". Η συνέντευξη εξερευνά επίσης τη μεταπολεμική διασπορά των Ελληνοεβραίων, ιδιαίτερα στην Αμερική, όπου ο Ζάκος έζησε και εργάστηκε από το 1984. Περιγράφει την οργανωμένη εβραϊκή ζωή στη Νέα Υόρκη, τις διάφορες εκδοχές του Ιουδαϊσμού (Ορθόδοξες, Συντηρητικές, Ρεφόρμα) και τη βαθιά θρησκευτική εκπαίδευση που έδωσε στα παιδιά του, με τον μεγαλύτερο γιο του να γίνεται Ραβίνος. Η αφήγηση αποτυπώνει τη μετάβαση από την παραδοσιακή εβραϊκή ζωή της προπολεμικής Ελλάδας στη σύγχρονη διασπορά και τη διατήρηση της θρησκευτικής ταυτότητας στο εξωτερικό.
Μια σπάνια και πολύτιμη συνέντευξη με τη Τούλα Φρανσέ, εκατοντάχρονη επιζήσασα του Ολοκαυτώματος από το Βόλο, η οποία μοιράζεται τις αναμνήσεις της από την εβραϊκή ζωή της πόλης πριν τον πόλεμο. Περιγράφει τις οικογενειακές παραδόσεις, τον τρόπο που γιόρταζαν το Πάσχα, το Ρος Ασάνα και το Πουρίμ, καθώς και τη ζωή στη συναγωγή. Αφηγείται τη δραματική στιγμή της εκκένωσης του Βόλου, όταν οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να συλλάβουν τους Εβραίους, και πώς η οικογένειά της προειδοποιήθηκε από τον αντιστασιακό θείο Μωυσή και τον φιλοεβραίο πρόξενο Σέφελ. Περιγράφει την κρυψώνα τους στο Σκλήθρο για δύο χρόνια και την επιστροφή τους στο Βόλο μετά την απελευθέρωση. Η συνέντευξη συμπληρώνεται με αναμνήσεις του ξαδέλφου της Ζάκου Φρανσέ για τη θρησκευτική ζωή, τα εβραϊκά μαγαζιά της Ερμού και τη γεσιβά που λειτουργούσε στην πόλη. Πρόκειται για μια μοναδική μαρτυρία για την εβραϊκή κοινότητα του Βόλου που αριθμούσε περίπου 700 άτομα πριν τον πόλεμο.
Τούλα Φρανσέ
Απομαγνητοφώνηση
Συνεντευκτής: Καλημέρα, ευχαριστούμε πάρα πολύ που μας δεχτήκατε σήμερα που είναι Σάββατο 28 Δεκεμβρίου και ώρα περίπου 11:30 το πρωί.
Συνεντευκτής: Ευχαριστούμε πολύ γιατί έχουμε εδώ μπέρ την αγαπημένη μου τη Θεία που έχει συμπληρώσει 100 χρόνια και θα μας πει ό,τι θυμάται από την παιδική της και την νεανική της ηλικία.
Συνεντευκτής: Ε, δίπλα μου έχω τον ξάδελφό μου, τον Ζακ Φρανσές και πιο δίπλα είναι η αδελφή μου η Εμμι Φιλοσό.
Συνεντευκτής: Θεία, πες μου λίγο το όνομά σου, το όνομα της μαμάς σου και το όνομα του μπαμπά σου.
Τούλα Φρανσέ: Το όνομά μου είναι Τούλα Φρανσέ και η μαμά μου είναι Κονέ και ο μπαμπάς μου.
Συνεντευκτής: Όνομα της μαμάς ποιο ήτανε;
Τούλα Φρανσέ: Λουίζα.
Συνεντευκτής: Λουίζα και του μπαμπά;
Τούλα Φρανσέ: Λέων.
Συνεντευκτής: Έτσι, αυτό. Θυμάμαι κι εγώ που μου το έλεγες μικρή.
Τούλα Φρανσέ: Ήταν πολύ αγαπητός ζευγάρι.
Συνεντευκτής: Γεννήθηκες στο Βόλο;
Τούλα Φρανσέ: Στο Βόλο γεννήθηκα.
Συνεντευκτής: Ποια ημερομηνία;
Τούλα Φρανσέ: Το 1924.
Συνεντευκτής: Ωραία, άρα έχεις πάρα πολλά να μας πεις από αυτά που συνέβαιναν πριν από τον πόλεμο και λίγο μετά.
Συνεντευκτής: Ας πούμε, μικρή, πώς γιορτάζεται στο σπίτι, η μαμά και ο μπαμπάς, τι γλώσσα μιλούσαν;
Τούλα Φρανσέ: Ελληνικά.
Συνεντευκτής: Ελληνικά, ωραία.
Συνεντευκτής: Τις γιορτές, πώς τις κάναμε;
Τούλα Φρανσέ: Σωστές.
Συνεντευκτής: Είμαι σίγουρη, αλλά θες λίγο να μας τις περιγράψεις πριν από τον πόλεμο;
Τούλα Φρανσέ: Όλα τα έκανε, κάθε γιορτή που ήτανε, τα έφτιανε όλα σωστά.
Συνεντευκτής: Είχαμε κάποιο έθιμο ιδιαίτερο, ας πούμε το Πέσαχ, τι έκανατε ιδιαίτερο πριν τον πόλεμο;
Τούλα Φρανσέ: Τότε, μακάρι να ήταν και έτσι τώρα.
Συνεντευκτής: Για πες μας τότε να τα ακούσουμε.
Τούλα Φρανσέ: Τότε είχαμε συγγενείς καλούς.
Τούλα Φρανσέ: Είχαμε τον Αβδελά, ο αδερφός από τη γιαγιά μου και πηγαίναμε το Πάσχα και κάναμε όλοι μαζί ένα τραπέζι από εκεί μέχρι πέρα.
Συνεντευκτής: Τι φαγητά τρώγατε;
Τούλα Φρανσέ: Αγκινάρες, πατάτες, φιασμένα.
Συνεντευκτής: Αλλά έκανε μασαΐκες η μαμά σου, μασαΐκες, παστέλι και τέτοια κάνατε
Τούλα Φρανσέ: Βέβαια.
Τούλα Φρανσέ: Όλα αυτά.
Συνεντευκτής: Και τι άλλο.
Συνεντευκτής: Θυμάσαι κάτι χαρακτηριστικό που η μαμά σου να το έκανε αλλά πια έχει καταργηθεί να μην το κάνουμε;
Συνεντευκτής: Θυμάσαι κάτι;
Συνεντευκτής: Σαν παιδάκι, που μα τώρα δεν το κάνουμε πια.
Συνεντευκτής: Ας πούμε εγώ θυμάμαι τις τραμούζες που κάναμε στη Λάρισα.
Συνεντευκτής: Εσύ τι θυμάσαι;
Τούλα Φρανσέ: Εμείς τα κάναμε όλα.
Τούλα Φρανσέ: Και ό,τι μπορώ κάνουμε εδώ.
Συνεντευκτής: Εσύ έκανες πάντα.
Συνεντευκτής: Το θυμάμαι ότι εσύ έκανες.
Συνεντευκτής: Ωραία λοιπόν.
Συνεντευκτής: Για πες μας πριν από τον πόλεμο πώς ήταν η ζωή.
Τούλα Φρανσέ: Πολύ καλή.
Συνεντευκτής: Πήγαινες σχολείο.
Τούλα Φρανσέ: Δεν ξέρω. Ήταν πολύ καλή. Συγκεντρωνόμασταν οι συγγενείς.
Τούλα Φρανσέ: Και Ρος Ασανα, Πέσαχ.
Τούλα Φρανσέ: Είχαμε καλούς συγγενείς. Έχουν πεθάνει τώρα αυτοί.
Συνεντευκτής: Θεία τα μπατ μίτσβα και τα μπαρ μίτσβα που πήγαινες.
Συνεντευκτής: Πήγες σε μπαρ μίτσβα πριν από τον πόλεμο, έκαναν τα παιδιά πάντα.
Συνεντευκτής: Άλλαξε καθόλου η τελετουργία μετά.
Τούλα Φρανσέ: Βέβαια, άλλαξε.
Συνεντευκτής: Σε τι.
Τούλα Φρανσέ: Τώρα δεν βλέπουμε να κάνουν.
Συνεντευκτής: Έλα καλέ κάνουν. Απλά είναι πιο κοσμικά τώρα.
Συνεντευκτής: Κάνουν και γκλέντι μετά.
Τούλα Φρανσέ: Όχι κάνουν γκλέντια. Κάνουν πιο επιδεικτικά πράγματα.
Συνεντευκτής: Τότε ήταν πιο απλά ή όχι.
Τούλα Φρανσέ: Όχι. Ίσα - ίσα που ήταν σωστά.
Συνεντευκτής: Λέγοντας; Δηλαδή;
Συνεντευκτής: Για πες το μας πώς ήταν το σωστό;
Τούλα Φρανσέ: Ακούστε. Πώς ήταν.
Τούλα Φρανσέ: Ό,τι γινόταν που ήταν το έθιμο.
Τούλα Φρανσέ: Το κάναμε με το παραπάνω.
Τούλα Φρανσέ: Το κάναμε σωστό.
Συνεντευκτής: Ωραία.
Τούλα Φρανσέ: Και χαιρόταν και ο κόσμος.
Συνεντευκτής: Θεία πόσοι Εβραίοι ήταν πριν από τον πόλεμο εδώ, θυμάσαι;
Συνεντευκτής: Ήσασταν πολλές οικογένειες.
Τούλα Φρανσέ: Ναι, βέβαια.
Συνεντευκτής: Εσύ πώς σωθήκατε θεία;
Τούλα Φρανσέ: Εμείς.
Συνεντευκτής: Ναι.
Τούλα Φρανσέ: Ήρθε το μεσημέρι από το μαγαζί ο μπαμπάς μου.
Συνεντευκτής: Τι μαγαζί είχε;
Τούλα Φρανσέ: Εμπορικό κάτω στην Ερμού.
Συνεντευκτής: Και τι είπε στη μαμά;
Τούλα Φρανσέ: Σήκω, ετοίμασε δέματα και να σηκωθούμε να φύγουμε.
Τούλα Φρανσέ: Γιατί μας περιμένουν οι Γερμανοί να μας πάρουν.
Συνεντευκτής: Ποιος τον είχε ειδοποιήσει;
Συνεντευκτής: Ποιος τον το είχε πει και το ήξερε;
Τούλα Φρανσέ: Ήρθε. Είχαν άνθρωπο που...
Συνεντευκτής: Γνωστό;
Τούλα Φρανσέ: Ναι.
Τούλα Φρανσέ: Ο θείος ο Μωυσής ήταν.
Συνεντευκτής: Στην Αθήνα.
Συνεντευκτής: Για πες.
Τούλα Φρανσέ: Ήταν στο αντάρτικο ο θείος ο Μωυσής.
Τούλα Φρανσέ: Ναι. Και έφερε σήμα γι' αυτό το πράγμα.
Τούλα Φρανσέ: Γι' αυτό και ετοιμαστήκαν να φύγουν.
Τούλα Φρανσέ: Παράλληλα ο Σέφελ έδωσε κι αυτός το ίδιο.
Τούλα Φρανσέ: Ο Σέφελ ήταν πρόξενος Γερμανός εδώ στο Βόλο.
Τούλα Φρανσέ: Ο οποίος ήταν φιλοεβραίος.
Τούλα Φρανσέ: Ο ίδιος.
Τούλα Φρανσέ: Και έδωσε το.
Τούλα Φρανσέ: Το σήμα στο δημαρχείο και στην αστυνομία.
Τούλα Φρανσέ: Και έγινε οργανωμένο μετά.
Τούλα Φρανσέ: Η φύγει η οργανωμένη.
Τούλα Φρανσέ: Ο Βόλος δεν είχε πόλεις έτσι.
Τούλα Φρανσέ: Είχε θα έλεγα 30% είχε.
Τούλα Φρανσέ: Είχε τώρα.
Συνεντευκτής: Βέβαια.
Συνεντευκτής: Είπε γιατί δεν ακολούθησαν την οδηγία.
Τούλα Φρανσέ: Δεν μπόρεσαν όλοι να φύγουν.
Τούλα Φρανσέ: Αυτοί που μείνανε τους πιάσανε.
Συνεντευκτής: Αλλά για να ας πούμε τώρα.
Τούλα Φρανσέ: Ο αρχιραββίνος τον πήρανε στο Κεραμίδι.
Τούλα Φρανσέ: Τότε και.
Τούλα Φρανσέ: Πήγαμε.
Τούλα Φρανσέ: Τι καλός κόσμος ήταν.
Τούλα Φρανσέ: Που μας βοήθησε.
Συνεντευκτής: Που στο Κεραμίδι πήγατε; Που πήγατε εσείς;
Τούλα Φρανσέ: Όχι.
Τούλα Φρανσέ: Πρώτα πήγαμε.
Τούλα Φρανσέ: Εδώ πώς να είτε ξέχασα.
Τούλα Φρανσέ: Τέλος πάντων.
Τούλα Φρανσέ: Φτάσαμε στο Σκλήθρο.
Τούλα Φρανσέ: Πήγαμε στα κανάλια πρώτα και κοιμηθήκαμε.
Τούλα Φρανσέ: Εκεί το βράδυ και μετά με τα πόδια.
Συνεντευκτής: Είναι πολύ μακριά το Σκλήθρο.
Τούλα Φρανσέ: Αλλά ήταν τόσο καλός ο κόσμος.
Συνεντευκτής: Σας βοήθησε.
Τούλα Φρανσέ: Μας βοήθησε.
Τούλα Φρανσέ: Λες και τις είχαμε συγκινήσει.
Συνεντευκτής: Πόσο καιρό κρυφτήκατε;
Τούλα Φρανσέ: Πόσο καιρό;
Τούλα Φρανσέ: Ως που έγινε ελευθέρωση.
Συνεντευκτής: Πόσο ένα χρόνο ήταν;
Τούλα Φρανσέ: Δυο χρόνια.
Συνεντευκτής: Και μετά κατεβήκατε.
Τούλα Φρανσέ: Κατεβήκαμε και πήγαμε στο σπίτι μας.
Συνεντευκτής: Το βρήκατε.
Τούλα Φρανσέ: Το βρήκαμε. Ήταν μια οικογένεια μικρή.
Τούλα Φρανσέ: Και φύγανε μετά το πρωί αυτοί.
Τούλα Φρανσέ: Εμείς είχαμε τα πραγματά μας μέσα.
Τούλα Φρανσέ: Όλο. Ό,τι πήραμε τότε, πήραμε.
Τούλα Φρανσέ: Και είχαμε τα πραγματά μας.
Τούλα Φρανσέ: Κοιμηθήκαμε.
Τούλα Φρανσέ: Σηκωθήκαμε.
Τούλα Φρανσέ: Θυμάμαι που έβγαινε η μαμά μου φασόλια στο φούρνο.
Τούλα Φρανσέ: Έξω στο φούρνο.
Τούλα Φρανσέ: Τότε πηγαίναμε φαγητά έξω.
Τούλα Φρανσέ: Πολύ ωραία.
Τούλα Φρανσέ: Μας βοήθησαν.
Τούλα Φρανσέ: Τι να σου πω.
Τούλα Φρανσέ: Πάρα πολύ.
Συνεντευκτής: Και μετά που τελειώσε και κατεβήκατε στο σπίτι, για πες μας εσύ, γνώρισες τον άντρα σου, τον Μορίς Φρανσέ.
Τούλα Φρανσέ: Όχι.
Συνεντευκτής: Όχι. Τι έγινε. Για πες.
Συνεντευκτής: Για πες.
Τούλα Φρανσέ: Έχω χρόνια.
Τούλα Φρανσέ: Ένα βράδυ ήρθε από την Αθήνα, ο Ζάκης ο ξαδερφός μου.
Συνεντευκτής: Ναι, ο Ζάκης.
Τούλα Φρανσέ: Και...
Τούλα Φρανσέ: Είχε την κορούλα του να την κάναμε μπάνιο στο Βόλο. Ήταν καλοκαίρι.
Τούλα Φρανσέ: Και...
Τούλα Φρανσέ: Και μετά...
Τούλα Φρανσέ: Έφυγαν. Πήγαν στη Λάρισα αυτοί.
Τούλα Φρανσέ: Ήρθε με τον μπαμπά.
Τούλα Φρανσέ: Με τον γαμπρό.
Τούλα Φρανσέ: Ο Ζακάρ ήρθε με τον μπαμπά.
Συνεντευκτής: Ναι.
Συνεντευκτής: Και δεν είχανε που να μείνουν, μου είχες πει.
Τούλα Φρανσέ: Ήρθε το βράδυ ο Μορίς, ο άντρας μου.
Τούλα Φρανσέ: Δεν τον γνώριζα βέβαια, ήταν παιδί.
Τούλα Φρανσέ: Και μαζί με τον ξαδερφό μου, τον Ζάκη.
Τούλα Φρανσέ: Και λέει τη μαμά μου, θεία.
Τούλα Φρανσέ: Ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος.
Τούλα Φρανσέ: Μπορούμε να μείνουμε εδώ.
Τούλα Φρανσέ: Έχω και τον ξάδερφο της γυναίκας μου.
Τούλα Φρανσέ: Ήταν ξάδερφος.
Τούλα Φρανσέ: Και λέει, μαμά μου ευχαρίστως.
Τούλα Φρανσέ: Κοιμηθήκαμε, σηκωθήκαμε το πρωί.
Τούλα Φρανσέ: Θεία θα πάρω και την Τούλα στη Λάρισα.
Τούλα Φρανσέ: Εμένα.
Τούλα Φρανσέ: Γιατί με είχε συνηθίσει και το κοριτσάκι η Ρίτα.
Τούλα Φρανσέ: Τότε που ήταν μικρή.
Συνεντευκτής: Θεία, ήθελα να σε ρωτήσω.
Συνεντευκτής: Όταν ήσουν κοπελίτσα, κοριτσάκι ακόμα, πήγαινες στο σχολείο;
Συνεντευκτής: Πήγαινες δημόσιο σχολείο ή εβραϊκό;
Τούλα Φρανσέ: Όχι, δεν υπήρχε τότε.
Συνεντευκτής: Αλλά πήγαινες στο δημόσιο.
Τούλα Φρανσέ: Ναι.
Συνεντευκτής: Σου φερόντουσαν καλά οι συμμαθητές, οι συμμαθητριές σου.
Τούλα Φρανσέ: Πολύ καλά.
Συνεντευκτής: Ήσασταν ευχαριστημένη. Δεν υπήρχε δηλαδή τότε στον Βόλο κάτι που να είναι εναντίων των Εβραίων.
Συνεντευκτής: Και σε εσένα ειδικά.
Τούλα Φρανσέ: Πάρα πολύ ωραία.
Συνεντευκτής: Συναγωγή, κάθε πότε πήγαινατε στο σπίτι ο μπαμπάς και η μαμά, εσύ.
Τούλα Φρανσέ: Πηγαίναμε κάθε Σάββατο.
Τούλα Φρανσέ: Και Παρασκευή βράδυ.
Συνεντευκτής: Δεν είχε εβραϊκό σχολείο. Τότε δεν υπήρχαν εβραϊκά σχολεία όπως έχουν τώρα.
Συνεντευκτής: Είχε μόνο γεσιβά για αυτούς που βγαίνανε Ραβίνοι.
Συνεντευκτής: Όμως στο Βόλο δεν είχε τίποτα.
Τούλα Φρανσέ: Βέβαια, είχε.
Συνεντευκτής: Βέβαια, γεσιβά.
Τούλα Φρανσέ: Από τον Ραμπάη Πέσαχ ήταν ο Ραβίνος και Ρος γεσιβά.
Τούλα Φρανσέ: Είχε μαθητές αρκετούς.
Συνεντευκτής: Βέβαια, είχε.
Συνεντευκτής: Από πού.
Τούλα Φρανσέ: Από εδώ, από το Βόλο.
Συνεντευκτής: Το Βόλο. Ναι.
Συνεντευκτής: Ξέρεις και πόσους περίπου.
Τούλα Φρανσέ: Σύμφωνα με τη φωτογραφία που είδα, πρέπει να ήτανε 25.
Συνεντευκτής: Ήτανε αρκετοί.
Τούλα Φρανσέ: Ναι, βέβαια.
Συνεντευκτής: Μήπως ξέρεις και πώς χρηματοδοτούταν αυτό;
Τούλα Φρανσέ: Α, δεν ξέρω.
Τούλα Φρανσέ: Ξέρω ότι ήτανε δύσκολες εποχές τότε.
Τούλα Φρανσέ: Και ο κόσμος κοιτούσε να κάνει ένα επάγγελμα και να βγάλει το ψωμί του.
Τούλα Φρανσέ: Και...
Τούλα Φρανσέ: Δεν είχανε αυτή την πολυτέλεια για πολλά.
Τούλα Φρανσέ: Και αυτοί που πήγανε, πήγανε, τελειώσανε, αλλά μετά ήρθε, βέβαια, το Ολοκαύτωμα και διαλύθηκε η γεσιβά.
Τούλα Φρανσέ: Αλλά δεν είχανε τα εβραϊκά σχολεία που έχουνε σήμερα.
Τούλα Φρανσέ: Είχανε μόνο γεσιβά και μπετ μιντράς.
Τούλα Φρανσέ: Ο πατέρας μου σπούδασε στο μπετ μιντράς στη Λάρισα.
Τούλα Φρανσέ: Γι' αυτό και ήξερε...
Συνεντευκτής: Φώναξε, Ζακ.
Συνεντευκτής: Κράτησε μετά το καλ.
Ζακ Φρανσές: Ο θείος μου, ο Μορίς ο Φρανσές και ο μπαμπάς του, Ζακ και η σύζυγος, έκανε το θρησκευτικό λειτουργό στο Βόλο επί πάρα πολλά χρόνια.
Συνεντευκτής: 65 χρόνια.
Συνεντευκτής: Για πες μας τώρα και εσύ, Ζακ, μια που είσαι εδώ και έζησες τα παιδικά σου χρόνια στο Βόλο, πώς θυμάσαι τους γονείς σου, κάθε πότε...
Ζακ Φρανσές: Δεν μιλούσαν Λατινό μεταξύ τους, αλλά ο μπαμπάς ήξερε.
Συνεντευκτής: Ο μπαμπάς ήξερε.
Ζακ Φρανσές: Ήξερε να διαβάσε εβραϊκά.
Συνεντευκτής: Ήξερε να διαβάσει εβραϊκά.
Ζακ Φρανσές: Βέβαια.
Συνεντευκτής: Αλλά Λατινό όχι όμως.
Ζακ Φρανσές: Όχι.
Συνεντευκτής: Όχι. Στο Βόλο έτσι ήτανε τα πράγματα. Ο μπαμπά σου μιλούσε λοιπόν σαν Λατινό. Για πες πώς το έκανε.
Ζακ Φρανσές: Προσπαθούσε να με μάθει Λατινό, εγώ κοιτούσα πώς να πάω να παίξω.
Συνεντευκτής: Όπως όλοι μας.
Ζακ Φρανσές: Ναι. Και μείναμε χωρίς.
Συνεντευκτής: Σε μερικές λέξεις καταλαβαίνουμε όλοι. Τις κλασικές που τις ξέρουμε οι περισσότεροι.
Συνεντευκτής: Μικρό παιδί πώς βίωσες τον ευρέαισμό στο Βόλο. Για πες θυμάσαι κάτι ιδιαίτερο από τα τραπέζια των γιορτών.
Συνεντευκτής: Το πουρίμ θεία εσείς όταν είχαμε πουρίμ μοιράζατε πλατύκος.
Τούλα Φρανσέ: Ναι βέβαια.
Συνεντευκτής: Και τι παίρνατε λεφτά;
Τούλα Φρανσέ: Και σουσάμι και μπουρέκια με αμύγδαλο και καλτσουνάκια με αμύγδαλο.
Συνεντευκτής: Τι δεν τρώγατε στο σπίτι από φαγητά;
Συνεντευκτής: Τι δεν τρώγαμε. Τι δεν τρώγαμε. Χοιρινό τρώγατε.
Τούλα Φρανσέ: Ό,τι δεν ήτανε Κοσέρ δεν το τρώγαμε.
Συνεντευκτής: Έτσι.
Συνεντευκτής: Απλώς.
Συνεντευκτής: Σε όλα τα σπίτια. Και σήμερα ακόμη τα παίρνεις.
Τούλα Φρανσέ: Η μάνα μου ήταν και πολύ θρήσκα η μάνα μου.
Τούλα Φρανσέ: Οπότε τα τηρούσαμε το παραπάνω όλα.
Συνεντευκτής: Πώς το έπληνε το κρέας με χοντρό αλάτι.
Συνεντευκτής: Δηλαδή έκανε μόνη της κόσερ το κρέας.
Συνεντευκτής: Γιατί τότε τα δεν σας σφάζανε κάποιος
Τούλα Φρανσέ: Ναι βέβαια έσφαζε ο Χαχάμ.
Συνεντευκτής: Έσφαζε.
Τούλα Φρανσέ: Πάντοτε είχε Κοσέρ εδώ πέρα.
Συνεντευκτής: Ποιος Χαχάμ έσφαζε.
Τούλα Φρανσέ: Μέχρι ο Βιτάλ.
Συνεντευκτής: Έσφαζε αυτός.
Τούλα Φρανσέ: Βέβαια έσφαζε και έκανε και περιτομή.
Συνεντευκτής: Και τα δύο.
Συνεντευκτής: Μπράβο.
Τούλα Φρανσέ: Μετά ο καθένας.
Συνεντευκτής: Εντάξει μετά άλλαξαν.
Συνεντευκτής: Όποιος ήθελε να κρατήσει κρατούσε. Όποιος δεν ήθελε δεν κρατούσε.
Συνεντευκτής: Αυτό ήταν.
Συνεντευκτής: Και πηγαίνασαν να δούμε αν κρατάνε δεν κρατάνε.
Συνεντευκτής: Εντάξει όχι όχι περισσότερο.
Τούλα Φρανσέ: Η μάνα μου ήταν τόσο θρήσκια και ο πατέρας μου και τα έκαναν όλα.
Τούλα Φρανσέ: Τι διάβασμα έπρεπε να κάνει το βράδυ.
Τούλα Φρανσέ: Τι ήταν μια γιορτούλα με αυτά όλα τα έκαναν.
Συνεντευκτής: Από την κοινότητα σαν τι θυμάσαι εσύ όταν ήσουν μικρό παιδί.
Συνεντευκτής: Κάνατε γιορτές.
Ζακ Φρανσές: Ναι βέβαια.
Συνεντευκτής: Ναι βέβαια.
Συνεντευκτής: Για πες λίγο να ακούσουμε τι ακριβώς γινόταν.
Ζακ Φρανσές: Τότε ήταν μεγάλη κοινότητα όταν ήμουν εγώ μικρός.
Ζακ Φρανσές: Θυμάμαι μου δώσανε μια μπάλα στο Πουρίμ.
Ζακ Φρανσές: Έχω φωτογραφία.
Ζακ Φρανσές: Και με ενδιέφερε τόσο πολύ να ξέρω πόσοι είναι Εβραίοι τότε.
Ζακ Φρανσές: Γύρω στα 700 άτομα είχε μετά το Ολοκαύτωμα.
Ζακ Φρανσές: Και καλά βέβαια πολλοί φύγανε.
Ζακ Φρανσές: Μετά αρχίσαν τα πανεπιστήμια.
Ζακ Φρανσές: Τα παιδιά πηγαίνανε στο πανεπιστήμιο.
Ζακ Φρανσές: Δεν ήθελαν να ακολουθήσουν σαν και εμένα το εμπόριο.
Ζακ Φρανσές: Εκείνα τα χρόνια θυμάμαι η Ερμού είχε περισσότερο εβραϊκά μαγαζιά από ό,τι είχε μη εβραϊκά.
Ζακ Φρανσές: Και μετά η επόμενη γενιά εξαφανιστήκανε.
Ζακ Φρανσές: Σήμερα υπάρχουν δύο μαγαζιά νομίζω έχουν μείνει.
Συνεντευκτής: Ποια.
Ζακ Φρανσές: Του Σαμπεθάη.
Ζακ Φρανσές: Και του Αβδελά και του Μάηση.
Συνεντευκτής: Και του Μάηση σωστά.
Ζακ Φρανσές: Τότε όμως ήταν όλοι το 80% της ερμού ήταν εβραϊκά μαγαζιά.
Συνεντευκτής: Θυμάστε ο παππού σας τι μαγαζί είχε στο Βόλο.
Ζακ Φρανσές: Ναι βέβαια.
Ζακ Φρανσές: Είχε πολλά τα είδη και χοντρική και λιανική.
Συνεντευκτής: Όταν γύρισε από τον πόλεμο το βρήκε το μαγαζί και το συνέχισε ή το ξανά έκανε από την αρχή.
Ζακ Φρανσές: Το συνέχισε και το άρχισε.
Ζακ Φρανσές: Τα πράγματα τα πήγε στο Κουτσίνα όταν φύγανε.
Ζακ Φρανσές: Γιατί ήταν πολύ καλός φίλος του.
Ζακ Φρανσές: Οίκος Κουτσίνα.
Ζακ Φρανσές: Ήταν το μεγαλύτερο μαγαζί στο Βόλο.
Ζακ Φρανσές: Και τα βάλανε όλα πήγανε μόνοι τους.
Ζακ Φρανσές: Τα βάλεψαν όλα τα εμπορεύματα επάνω.
Ζακ Φρανσές: Γιατί ήταν τριώροφο.
Ζακ Φρανσές: Και έτσι σώθηκε το εμπόρευμα.
Ζακ Φρανσές: Όταν γυρίσανε ξανά άνοιξε το μαγαζί και μετά το συνεχίσανε οι θεοί μου, τα παιδιά.
Συνεντευκτής: Ο παππούς στον πόλεμο πού έφυγε, πού πήγε και κρύφτηκε.
Ζακ Φρανσές: Πήγανε όλοι στο Σκλήθρο.
Τούλα Φρανσέ: Πήγαμε στο Σκλήθρο. Πολύ καλός κόσμος.
Ζακ Φρανσές: Είχαν και αυτοκίνητο τότε.
Ζακ Φρανσές: Αλλά δεν οδηγούσε ο παππούς μου.
Ζακ Φρανσές: Είχε οδηγό.
Ζακ Φρανσές: Ο οποίος τους πήγε όσο μπορούσε να τους πάει και μετά πήρε το αμάξι και...
Συνεντευκτής: Το αμάξι σε ποιον ανήκει.
Ζακ Φρανσές: Στον παππού μου.
Συνεντευκτής: Ααα, οπότε το πήρε ο άλλος και έφυγε μετά.
Ζακ Φρανσές: Ναι. Και δεν το ξαναδαν.
Συνεντευκτής: Ο παππάς και η μαμά, θεία, από πού είχαν καταγωγή;
Τούλα Φρανσέ: Από το Βόλο.
Τούλα Φρανσέ: Όχι. Η νώνα, ναι, από εδώ, από το Βόλο.
Τούλα Φρανσέ: Από την Πρέβεζα ήταν.
Τούλα Φρανσέ: Ο παππούς.
Συνεντευκτής: Ο παπάς σου ήταν από την Πρέβεζα. Πού έχει γεννηθεί;
Τούλα Φρανσέ: Όχι ο παπάς μου.
Συνεντευκτής: Ο παππούς σου.
Τούλα Φρανσέ: Ο παππούς μου.
Τούλα Φρανσέ: Και ήρθαν στο Βόλο να μείνουνε.
Τούλα Φρανσέ: Μετά παντρεύτηκε η μαμά μου.
Τούλα Φρανσέ: Η οποία ήταν βολιώτισσα.
Τούλα Φρανσέ: Ναι.
Συνεντευκτής: Άρα ο παππούς του Ζακ ήταν από εδώ. Γεννήθηκε εδώ.
Τούλα Φρανσέ: Οι άλλοι, ο παππούς μου και η γιαγιά μου ήταν από τη Λάρισα.
Τούλα Φρανσέ: Του ανδρος μου.
Τούλα Φρανσέ: Οι γονείς ήταν από τη Λάρισα.
Τούλα Φρανσέ: Αυτοί ήτανε, μιλούσανε Λαδίνο.
Τούλα Φρανσέ: Και η γιαγιά μου δεν μιλούσε πολύ καλά ελληνικά.

