Απομαγνητοφώνηση
Μιχάλης: Κυρία Λίνα, πότε γεννηθήκατε;
Λίνα: 11/09/1950.
Μιχάλης: Και πού γεννηθήκατε;
Λίνα: Θεσσαλονίκη.
Μιχάλης: Πώς ονομάζονταν οι γονείς σας;
Λίνα: Ιακώβ Τζάκο, Ματίλδη Ματίκα Σουστιέλε, η μητέρα μου Ματίκα Ματίλδη Μεΐρ Σουστιέλε.
Μιχάλης: Είχατε αδέρφια; Έχετε αδέρφια;
Λίνα: Ναι, έναν αδελφό, τον Ραφαήλ Σουστιέλε.
Μιχάλης: Πού μένατε στη Θεσσαλονίκη;
Λίνα: Στη Θεσσαλονίκη μέναμε, όταν εγώ γεννήθηκα, στο σπίτι του παππού μου, το οποίο βρισκόταν στην οδό Ναυαρίνου και Μεθώνης, στη πλατεία τώρα που λέγεται Ναυαρίνου, μία μονοκατοικία με δύο ορόφους. Με δύο ορόφους, έβλεπε προς την παλιά, πρίγκιπος Νικολάου, ή την οδό Πολωνίας, που λέγανε. Ήταν ένα πολύ ωραίο σπίτι. Κάτω υπήρχαν τρεις μεμονωμένες κατοικίες, τις οποίες ενοικιάζανε, ενοίκιαζε ο πατέρας μου.
Αλλά το βασικό που θέλω να πω, να ξεκινήσουμε λίγο πιο παλιά, ότι αυτό το σπίτι προϋπήρχε. Μαζί με την οικογένεια του θείου μου, Σαμ Σουστιέλ. Άρα σαν οικόπεδο, ανήκε στην οικογένεια Σουστιέλ. Τον Σουστιέλ.
Ο παππούς μου, από ό,τι μου είπανε, ήταν παπουτσής μπαλωματής. Και είχε δικό του μαγαζί στην Άθωνος. Τώρα που είναι η αγορά, που είναι τα γουζερί, σε κάποιο γωνιακό, αυτό ήταν το μαγαζί του παππού. Το οποίο το γνωρίσαμε και υπάρχει ακόμη μέχρι τώρα.
Μιχάλης: Πώς τον λένε, έλεγαν;
Λίνα: Ροφέλ Ιακώβ Σουστιέλ.
Μιχάλης: Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπήρχε κάποια άνεση οικονομική.
Λίνα: Τώρα, να πούμε λίγο και την αρχή, ότι πρέπει εμείς οι Σουστιέλ, πρέπει να έχουμε, είμαστε από την Απουλία. Έχουμε έρθει από την Απουλία. Το όνομα Σουστιέλ σαν ρίζα, θα πρέπει να ρωτήσετε τον εξάδελφό μας, τον Σαμ Σουστιέλ, Μάκη Σουστιέλ, στη Θεσσαλονίκη, που έχει κάνει και το γενεολογικό μας δέντρο.
Σε αυτό το σπίτι επάνω, έμενε ο Ροφέλ Σουστιέλ, με την σιδερένια σκάλα, έτσι, που έγινε πάρα πολύ όμορφο. Είχε μια μεγάλη σάλα, είχε δωμάτια. Ζούσε ο ίδιος με την οικογένειά του, τον μπαμπά μου, τον Ζάκο Σουστιέλ, τον Χαΐμ και τον Αλμπέρτο Σουστιέλ, τα αδέλφια, και Ύδρα εστίρ Σουστιέλ, τις αδελφές.
Η γιαγιά μου είχε το όνομα Λούνα, από που έχω πάρει και εγώ το δικό της όνομα. Εμένα, με λένε ουσιαστικά, το Λίνα Σουστιέλ, δεν είναι το ακριβές μου όνομα, γιατί ο μπαμπάς μου μετά το ολοκαύτωμα, θέλησε να τιμήσει αυτούς που χάθηκαν, από την οικογένεια. Οπότε το όνομά μου είναι Λούνα Εστίρ Ίντα. Είναι η γιαγιά μου και οι δύο αδελφές του. Ο δέ αδελφός μου, Ραφαήλ Χαΐμ Αλμπέρτος.
Για τον αδελφό μου έγινε μια εξαίρεση λόγω στρατιωτικού, ώστε, παραλήφθηκαν αυτά τα δύο ονόματα, αλλά στον Πυρίθ ονομάστηκε Ραφαήλ Χαΐμ Αλμπέρτος. Για να τιμήσει τα αδέλφια του.
Λοιπόν, αυτό το σπίτι είχε τρεις κατοικίες κάτω, οι δωμάτια πιθανόν, στο οποίο στο ένα έμεινε η μαμά μου. Με την οικογένειά της. Η Ματήλ Δε Σουστιέλ Μαΐρ, κόρη Βίδα και Ισαάκ Μαΐρ, και με αδέλφια των Σολωμών, τον Ιουδά, τον Πέμπο, τον Καμπριέλ, και αδελφές, τη Χάνα και τη Ζάνα.
Ήταν η τύχη να γνωριστούν οι Σουστιέλ με τους Μαΐρ, αυτό δεν το ξέρω. Εκείνο που ξέρω σίγουρα είναι που έλεγε η μαμά μου, όταν κατέβαινε ο Αλμπέρτος, επειδή η μαμά μου ήταν η πιο μικρή και είχε μεγάλη διαφορά από τα υπόλοιπα αδέλφια της, της άφηνε το κολατσιό του, επειδή η μαμά μου ήταν πολύ φτωχική οικογένεια, εργαζότανε, ήταν ορφανή ο μεγάλος ο αδελφός και τα άλλα αδέλφια δουλεύανε, και της άφηνε το κολατσιό του στο παράθυρο για να πάει να το βρει. Αν αυτό λέγεται φλερτ του, μπορεί να ήταν ένα φλερτ.
Αν ξεκινήσουμε με τα πολεμικά χρόνια, θα δούμε ότι στα χρόνια της κατοχής, ο πατέρας μου, αν και πολύ δύσκολα, εγκατέλειψε την οικογένεια και ανέβηκε στο βουνό και ήταν πολύ δύσκολα τότε, γιατί πραγματικά, οι δεμένες οικογένειες ήταν το μοζότρος, ότι είμαστε εν τζούντος, πρέπει να είμαστε όλοι μαζί, όπου πάμε η τύχη μας μαζί.
Ο πατέρας μου έκανε την υπέρβαση, γιατί, όπως και ο θείος μου, ο Δέρης Σουστιέλ, και εκείνος από την οικογένειά του, του Σαμ Σουστιέλ την οικογένεια, και ο Δέρης και εκείνη, κρύφτηκαν και τα δύο τα ξαδέρφια. Και με άλλα ονόματα, βρίσκουμε τον πατέρα μου στον Όλυμπο, καταρχήν δεν μας έχει μιλήσει.
Αυτό ήταν το μεγάλο κακό με τον πατέρα μου, ότι ξέραμε στο βουνό. Αλλά δεν μας είπε λεπτομέρειες. Ποτέ. Και αυτό ήταν πολύ κακό για μας σήμερα.
Ξαφνικά βρίσκουμε στο νήμα της Hyslop, της συγγραφέως, το όνομα Τζάκος Σουστιέλ, ότι κρύφτηκε στα μοναστήρια του Ολύμπου, και ότι σκοτώθηκε. Κάτι που δεν είναι αληθινό.
Με φίλους Θεσσαλονικιούς, μη Εβραίους, γιατί είχαμε πάρα πολλούς μη Εβραίους φίλους, ειδικά με τον έναν ο οποίος λέγεται Τηλέμαχος Καλβονίκης, επίτιμος καθηγητής Πολυτεχνείου, που κάνει όλο το κουρίκουλουμ της οικογένειάς του και της οικογένειάς μας, γιατί ο θείος του με τον πατέρα μου βρεθήκανε στον Όλυμπο, ναι ήταν Όλυμπο, και γεννήκαν και αδελφοποιτοί. Άρα ο μάχος εγώ, οι δύο οικογένειες, ήμασταν μία.
Και ο μάχος αυτή τη στιγμή κάνει, προσπαθεί να βρει τα ίχνη της πορείας του Τζάκου, του θείου του, του Κώστα, επάνω στον Όλυμπο.
Εκεί αρχίσουν, αυτά μου τα λέει ο μάχος μέσα στην πορεία μου, έχουμε φωτογραφίες από τον πατέρα μου στην Αθήνα, γιατί σπούδασε και στο Πανεπιστήμιο Ανωτάτη Εμπορική, αλλά τελείωσε και τη σχολή Κωνσταντινίδη, την εμπορική σχολή στη Θεσσαλονίκη.
Βρίσκομαι όμως φωτογραφίες στα χρόνια του πολέμου, τον πατέρα μου στο Κάιρο. Και αρχίζει και λέει, ο μάχος τώρα στην αναζήτησή του, γιατί κάνει επιστημονική έρευνα. Δεν είναι απλώς τι θυμάται. Μήπως ο πατέρας σου ήταν σύνδεσμος, επειδή μιλούσε γαλλικά, αγγλικά, ήξερε τις γλώσσες, μήπως ήταν σύνδεσμος.
Δεν το ξέρουμε. Πάντως έχουμε φωτογραφίες από τον πατέρα μου στα χρόνια του πολέμου στο Κάιρο. Ένα κενό, μία παρένθεση.
Η φίλη μου επίσης, η Διάννα Τόντα Μπούσιου, στη Θεσσαλονίκη, που μεγαλώσαμε μαζί, μου αναφέρει επίσης ότι ο μπαμπάς της, ο Κώστας, ο Κωνσταντίνος Τόντας, γνώρισε, δίνω τον φωνάζα, γνώρισε τον μπαμπά μου στον Όλυμπο και είναι αυτός που τον οδήγησε στο μοναστήρι.
Δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Ξέρουμε ότι άλλαξε το όνομα.
Μιχάλης: Ξέρετε το όνομα πώς είναι;
Λίνα: Νομίζω ότι ήταν Λευτέρης.
Εκείνο όμως που θυμάμαι, ότι όταν πλέον εγώ γεννήθηκα, και αυτό είναι το αστείο με μένα, πώς μπορώ να θυμάμαι αυτές τα ονάδα τα οποία τα καταγράφω τώρα, όπως σας είπα, ότι θυμάμαι πράγματα που έγιναν μπροστα στα... και ακούσματα.
Δηλαδή ότι στο σπίτι του παππού μου, επάνω, υπήρχε ένα τέτοιο τραπέζι μεγάλο, υπήρχε ένα δωμάτιο που έβλεπε προς την πρίγκιπος Νικολάου, εμάς έβλεπε προς την πλατεία Ναυαρίνου, το άλλο το δωμάτιο το οποίο όλοι παίζαμε και ήταν το κατηφορικό μας δωμάτιο, είχε πάθει, φαίνεται, μία καθίζηση και είχε μία ντουλάπα παλιά, η μαμά είχε βάλει ένα τραπέζι, εκεί τρώγαμε, εκεί σιδέρωνα, εκεί έκανα εγώ τα μαθήματα, τα πρώτα μου μαθήματα.
Ερχόταν ο Πόλο Λεβί, η Διάννα, η Τόντα, ο Μάγκος, ο Καλβουρίδης και παίζαμε σε αυτό το κατηφορικό δωμάτιο ή κάναμε σαν έλκηθρο σκί ή βάζαμε τις καρέκλες για αυτοκίνητο και ο πιο μεγάλος ο Μάγκος έκανε τον οδηγό και εμείς παίζαμε σε αυτό το δωμάτιο, ζούσαμε σε αυτό το δωμάτιο.
Υπήρχε η κουζίνα, υπήρχε και αυτό που λέγαμε καμπινέ ή αποχωρητήριο μέσα στο σπίτι. Τα είχε όλα.
Εκείνο που όμως μαύρισε τα πρώτα χρόνια της ζωής των γονιών μου σε αυτό το σπίτι ήταν η συγκατοίκηση γιατί υπήρχε ο νόμος του ερυχιοστασίου νομίζω, ότι όσο η οικογένεια σου στήλεχε φύγει είχαν εγκατασταθεί άλλοι άνθρωποι μέσα.
Από τους τελευταίους ήτανε η Νερανζο και ο Γιωβάν.
Μιχάλης: Αυτή η θέμα σε εγκρούχη;
Λίνα: Δεν έχω ιδέα. Εκείνη ήτανε μια αδύνατη, μελαχρινή, πρέπει να ήτανε τουρκόφωνη, η Γιωβάν. Και θυμάμαι τους καυγάδες με τον μπαμπά μου να έρχεται από τη δουλειά και να μαλώνουνε.
Τώρα το καταλαβαίνω γιατί στο παράθυρό του είχε βάλει, ήτανε χασικλής, είχε βάλει στο παράθυρό του φυτά. Και βέβαια ήθελε ο πατέρας μου με δόντια και με τέτοια να τον βγάλει γιατί το σπίτι ήταν δικό μας.
Τέλος πάντων κατορθώθηκε αυτό, δεν το θυμάμαι, αλλά στα αυτιά μου έχω τους καυγάδες με τον μπαμπά μου για να φύγουνε από το σπίτι. Τι θες να σου δώσω για να φύγεις από το σπίτι.
Μιχάλης: Αυτοί οι άνθρωποι ήτανε ζευγάροι;
Λίνα: Ζούσανε μαζί.
Μιχάλης: Ήτανε μόνο δύο ξένοι δηλαδή
Λίνα: Ναι, δύο ξένοι επάνω.
Μιχάλης: Ο πατέρας σας ποιο έτος γεννήθηκε;
Λίνα: 1911.
Μιχάλης: Και η μαμά;
Λίνα: 1924.
Μιχάλης: Επομένως, και ποια χρόνια παντρεύτηκαν;
Λίνα: Παντρεύτηκαν 1946, 22 Δεκεμβρίου.
Μιχάλης: Ωραία. Από αυτή την οικογένεια όλοι που μένατε στο σπίτι στην Αμπαρίνου, μας έχετε αναφέρει ήδη ότι πολλοί δολοφονήθηκαν.
Λίνα: Στα στρατόπεδα.
Μιχάλης: Από όλη αυτή την οικογένεια, ποιοι ήταν αυτοί που επέζησαν εκτός του πατέρα και της μάσας που μέναν σε εκείνο το σπίτι;
Λίνα: Από τα μητέρα μου κανένας. Από τη μητέρα μου σώθηκε λόγω σιωνιστικής ιδεολογίας και τότε που ερχότανε να πάρουμε νέους Θεσσαλονικιούς που ήταν γεροί και μπορούσαν να δουλεύουν στο λιμάνι της Χάιφας. Αυτός δούλευε στη Γιάφω. Ο Θείος Σολωμών. Μαίρ.
Και σώθηκε ο αδελφός του, ο αδελφός της μητέρας μου επίσης, Γκαμπριέλ, ο οποίος πήρε μέρος στο Ελληναταλικό πόλεμο και σαν εχμάλωτος πέρασε την κατοχή, ας το πούμε, της Ελλάδας σε έγκλειστο, σε στρατόπεδα στην Ιταλία
Και η Θεία Ζάνα η οποία το 1939 κάπου εκεί, γιατί τώρα ψάχνουμε αυτή την ιστορία ενώ βαντρεύτηκε εδώ με τον Βαρούχ Μάνο Έλληνα Εβραίο κι αυτόν, σε Φαραδίτη για καλύτερη ζωή μετά την οικονομική αναστάτωση των χρόνων εκείνων αποδεδειγμένη στη Θεσσαλονίκη.
Πάρα πολλοί Θεσσαλονικείς έχουν μεταναστρέψει στην Ιταλία, άλλοι στο Παρίσι, οι πιο πλούσιοι και άλλοι πάρα πολλοί στην Μασσαλία. Οπότε η Μασσαλία είναι ένα κέντρο σεφαραδιτώνΕβραίων Ελλήνων και εκεί στείλουν τη ζωή τους και γεννούν ένα παιδί τον εξάδελφό μας τον Μωρίς Μανό.
Ο Βαρούχ Μανώ δεν ξέφυγε το θάνατο γιατί πέθανε στο Σόμπιμπορ όταν η Γάλλοι, φτάσαν στην Μασσαλία με τη μεγάλη La Grande Gafle και έτσι ορφανεύει ο Μωρίς και η θεία μου η Ζάνα αναγκάζεται για λόγους να μπορέσει να επιζήσει και να αρχίσει να δουλεύει, να σιδερώνει, να γίνει ασπρορουχού. Αυτό.
Άρα από την οικογένεια της μαμάς σώθηκαν Σολομών, Γκαμπριέλ και Ζάνα και η ίδια.
Μιχάλης: Από τα στρατόπεδα όμως οι υπόλοιποι δεν επέστρεψε κανένας.
Λίνα: Μόνο η μητέρα.
Μιχάλης: Και όταν αρχίσανε να γυρνάνε λοιπόν στην Θεσσαλονίκη είχαν αποφασίσει να παντρευτούν νωρίτερα;
Λίνα: Όχι, όχι, όχι. Καμία σχέση. Όταν είπα το φλερντ ήταν ο Αλμπέρτος. Αλλά και ο μπαμπάς μου φαίνεται κάτι είχε.
Πρέπει να συναντήθηκαν στο Ματανώτα Λαβιονίμ γιατί εκεί πέρα μαζευόταν ήταν το κέντρο που πήγαιναν όλοι οι Εβραίοι μετά που γυρνούσαν για την καταγραφή τους στα στρατόπεδα.
Μιχάλης: Θέλω να μου πείτε με δυο λόγια τι είναι το Ματανώτα Λαβιονίμ πριν τον πόλεμο;
Λίνα: Ήταν ένα κέντρο, δεν θα το έλεγα το τροχοκομείο, αλλά φροντίζανε για την τροφή και την ανθρώπων πρόνοια. Φτωχών Θεσσαλονίκων.
Η μητέρα μου γύρισε από το στρατόπεδο μέσω Τσεχροσλοβακίας. Γιατί από το Auswitz-Birkenau, καταρχήν ξέρετε πολύ καλά ότι τους Θεσσαλονίκους τους πήραν το 1943. Άρα ήταν μέχρι το 1945 σε στρατόπεδο, μαζί με άλλες πολλές Θεσσαλονικές και Θεσσαλονικιούς.
Μιχάλης: Ήταν στο Auswitz-Birkenau, αλλά έφυγε από το Auswitz-Birkenau;
Λίνα: Την πήραμε από το Auswitz-Birkenau, για καλή της τύχη. Η μητέρα μου, σε μια ελευθερία που γίνεται, δύο φορές σώζεται από το θάνατο γιατί είχε ψώσει, Οπότε... Την μία φορά κατατύχη
Τη δεύτερη φορά είναι γιατί κάνανε αλλαγή με την προστινή της. Ήτανε τόσο τυχαίο και όχι, την πρώτη φορά ήτανε ότι η πισινήτης της είπε «Ματίκα, μπες εδώ πέρα μέσα σε ένα υπόγειο με έναν σπασμένο τζάμι» και λέει «Πώς είχα το θάρρος εγώ, η φοβητσιάρα» γιατί πραγματικά ήταν πολύ φοβητσιάρα, «Να έχω το θάρρος μπροστά σε αυτή τη σειρά, που υπήρχαν όλοι, τους φρουρούσαν, να πηδήσω εγώ σε αυτό το σπασμένο τζάμι και να σωθώ».
Αυτό θυμόταν, αυτό είπε. Δεν ξέρω ακριβώς πώς έγινε. Τη δεύτερη φορά ήταν για μια αλλαγή θέσης. Μπρος-πίσω. Γιατί πηγαίνανε, τα χέρια τους πηγαίνανε έτσι. Τακ, τακ, τακ, τακ. Δηλαδή, εσύ ζεις, εσύ πεθαίνεις, εσύ ζεις, εσύ πεθαίνεις.
Και επειδή το είχε κάτω από το στήθος την ψώρα, ήταν πολύ εμφανής. Σώθηκε μόνο από αυτό. Ότι δεν είδανε, δεν την είδανε, γιατί είχαν διαλέξει ήδη την προηγούμενη για θάνατο. Κατά τύχη.
Μιχάλης: Πώς έφτασε η Σεχοσλοβακία .
Λίνα: Είναι ότι ψάχνανε για κοπέλες μικρές, με πολύ ωραία, λεπτά δάχτυλα. Και τις μεταφέρανε στην Σεχοσλοβακία στο στρατόπεδο Σβάι Βάσεν, το οποίο το βρήκα στο Google, γράφεται με W. Και εκεί πέρα φτιάχνανε καλώδια για ραδιόφωνα, για τηλεγράφους, για οτιδήποτε. Και γι' αυτό χρειαζόταν λεπτεπίλεπτα δάχτυλα.
Από εκεί ελευθερώθηκε με άλλες Θεσσαλονικές, οι οποίες ήταν πλέον αδελφές, γιατί κάνανε όλο το ταξί της επιστροφής μαζί. Και γυρίσαν στην Θεσσαλονίκη μέσω Τσεχοσλοβακίας, μέσω Ερυθρού Σταυρού. Φτάσανε στην Γιουγκοσλαβία και από εκεί πήγανε Καστοριά, όπου φιλοξενηθήκαν από κάποιες οικογένειες που τους ανοίξαν τα σπίτια.
Μιχάλης: Χριστιανικές;
Λίνα: Χριστιανικές μάλλον. Ναι. Και θυμάμαι τους έδωσαν βελέντζες, τους έδωσαν ρούχα, τους έδωσαν εσώρουχα που δεν είχαν. Τους περιποιήθηκαν και ύστερα γυρίσανε στην Ελλάδα με φορτηγό πάλι και για να φτάσουνε χωρίς τίποτα σε αυτό το κέντρο. Εκεί έφτασε και ο μπαμπάς μου. Και την αναγνώρισε.
Μιχάλης: Θυμάστε πια τι μήνας ήτανε;
Λίνα: Βέβαια το 1955 τώρα έτσι;
Μιχάλης: Το 1946.
Λίνα: Σαρανταπέντε πρέπει να γύρισαν αλλά δεν θυμάμαι ποιον μήνα γιατί για να παντρευτούνε το 1946 θα σου πω ακριβώς για ποιο λόγο πρέπει να είναι 45 γιατί η μαμά μου πέρασε ένα χρόνο σε σανατόριο με την έννοια όχι με... ο μπαμπάς μου επειδή ακριβώς έδειξε το μεγάλο του έρωτα ότι προϋπήρχε αλλά φαίνεται έκανε πίσω λόγω Αλμπέρτου
και λόγω των γνωριμιών από το βουνό που όλοι ήταν επιστήμονες, αξιόλογοι άνθρωποι είχε ένα πολύ μεγάλο δίχτυο γιατρών. Οι οποίοι την αναλάβανε, ακτινολόγοι συνέχεια, παθολόγοι, όλοι και το καλύτερο για αυτήν ήτανε να νοικιάσει ο μπαμπάς μου ένα δωμάτιο σε ένα σπίτι στο Ασβεστοχώρι, σε μια οικογένεια και να τρώει, της έγραφε γράμματα τα οποία ειλικρινά είναι υπέροχα γράμματα επάνω σε τσιγαρόχαρτα, έτσι σε πώς λέει το κινέζικο χαρτί τα οποία τα ανοίξαμε με τον αδελφό μου.
Είναι πολύ ωραία γράμματα αγάπης και είπαμε με τον αδελφό μου ότι δεν έχουμε δικαίωμα να τα διαβάσουμε.
Μιχάλης: Δεν τα διαβάσατε;
Λίνα: Διαβάσαμε μία-δύο σελίδες, είναι πολύ ιδιωτικά εκφράζουν πάρα πολύ μεγάλη αγάπη και τα έχουμε βάλει σε θηρίδα.
Ο μπαμπάς δεν την έβλεπε γιατί έπρεπε να δουλέψει είχε αρχίσει να δουλεύει για να βγάζει τα έξοδά της να πληρώνει γιατρούς, ενίκιο και όλα αυτά και της έλεγε να τρως μια οκά γάλα την ημέρα, βούτυρο. Δηλαδή ό,τι υπήρχε εκλεκτό πλήρωνε ο μπαμπάς για να σώσει τη μαμά. Και με αυτό το δίχτυο των γιατρών που τους γνώρισε για καλή τύχη πάνω στο βουνό η μαμά σώθηκε οπότε 22 Δεκεμβρίου του 1946 παντρεύτηκα και είχαν σπίτι πλέον να μείνουν γιατί υπήρχε το σπίτι του μπαμπά.
Μιχάλης: Η μαμά σας είχε ανάγκη όλη αυτή τη θεραπεία για κάποιο του συγκεκριμένου προβλήματος ή της γενικής ταλαιπώρειας που είπες.
Λίνα: Φυματίωση.
Μιχάλης: Και ήθελα να σας πω όταν πατρεύτηκαν γυρίσανε σε αυτό το σπίτι;
Λίνα: Και ήτανε ήδη ο Ιωάννης και η Εράντζο εκεί;
Και κάτω ο μπαμπάς ύστερα ενίκιασε τα σπίτια σε δύο οικογένειες. Η μία ήτανε ορφανή η Ρούλα νομίζω που ο πατέρας της, πώς τους λέγανε τους αντάρτες διαφορετικά στη Θεσσαλονίκη τέλος πάντων, που τους σκοτώσαν οι αντάρτες. Ας το πούμε έτσι μέχρι που να μου έρθει η λέξη.
Μιχάλης: Ήτανε Ανταρτοπληκτοι;
Λίνα: Ανταρτοπληκτοι, ήταν Ανταρτοπληκτοι, ναι. Το πατέρα τον ήθελαν να σκοτώσει οι αντάρτες.
Μιχάλης: Στον τώρα μιλάμε είχε αρχίσει εμφύλιος χρονικά.
Λίνα: Ναι. Σε μια άλλη οικογένεια Άντζελ, που η Αννούλα αυτή τη στιγμή ζει στη Θεσσαλονίκη. Άννα Άντζελ και Ίνο Άντζελ τα αδέλφια της οικογένειας. Η μητέρα Λέλλα και ο πατέρας Αλμπέρτος Άντζελ. Και το άλλο σπίτι που έμενε παλιά η μαμά μου πάλι σε μια χριστιανική οικογένεια πάλι με τέτοιο παρελθόν το οποίο δεν τους θυμάμαι καθόλου.
Μιχάλης: Άρα οι μαμάς σας μετακόμισε...
Λίνα: Ακόμη για πρώτη φορά στο πάνω όροφο ως παντρεμένοι.
Μιχάλης: Ωραία. Και ήθελα να σας ρωτήσω τώρα. 1924 που σημαίνει 1944 και οι δύο βέβαια είχαν ολοκληρώσει τις σχολικές τους ποδές πριν.
Λίνα: Η μαμά μου τελείωσε καταρχήν το Ταλμούρθορα.
Μιχάλης: Αλήθεια.
Λίνα: Ναι. Και ύστερα δεν μου είπε ακριβώς. Δεν το τελείωσε όλο. Είχε το γυμνάσιο γιατί δεν πρόλαβε. Νομίζω ότι πήγε πρώτη ή δευτέρα γυμνασίου και αυτό ήταν κι αν ήταν. Δεν πρόλαβε. Ήταν πάρα πολύ μικρή.
Και το είχε αυτό πολύ μεγάλο μεράκι που εγώ θα μπορούσα να γίνω, θα μπορούσα να σπουδάσω. Το ότι δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Αυτό ήταν ένα μειονέκτημα. Μειονέκτημα το οποίο δημιούργησε η ίδια στον εαυτό της. Ένα αίσθημα κατωτερότητος. Στο ότι δεν μιλούσε πολύ καλά τα γαλλικά όπως μιλούσαν οι άλλοι. Η μαμάκά μας. Αυτό.
Και ο μπαμπάς της έλεγε. Έχεις εμένα. Έχεις εμένα. Νότισε κλαίς του. Και αυτό ακεί παρατή. Μέχρι τελευταία στιγμή αυτό ήταν το μεράκι της. Ότι και καθόταν ύστερα εκείνο που είναι εντυπωσιακό ότι όταν εγώ πήγαινα σχολείο ξανά άρχισα το σχολείο μαζί μου. Να θυμηθεί ξανά όλα τις γνώσεις της.
Ε... Ήταν... Μια υπέροχη γυναίκα. Δυνατή, δυναμική. Θα μπορούσε... Πάντα έλεγε ότι εγώ αν είχα τη δυνατότητα θα μπορούσα να διευθύνω ένα ολόκληρο μαγαζί. Γιατί είναι πολύ καλή στα μαθηματικά, στο μυαλό της. Αυτό που λέμε στα ισπανικά. Ταινία τζίροντε με όγιο. Εύστροφη. Και αυτό μας δίδαξε. Να είστε εύστροφοι. Δεν σας βγαίνει εδώ. Θα σας βγει κάπου αλλού δηλαδή. Αν δεν ήταν στο ολοκαύτωμα. Αν δεν είχαμε αυτό το τζίροντε δεν θα μπορούσαμε να επιζήσουμε. Αν ήμασταν. Αφού το θέλησε η μοίρα. Αυτό θα κάνουμε άρα έτσι.
Ναι μεν αλλά και ο μπαμπάς μου. Το μότο του μπαμπά μου αντίστοιχα στα ελληνικά. Συν Αθηνά και χειρακίνη. Δηλαδή ήταν δύο άνθρωποι. Με διαφορετικές. Αντιλήψεις. Δεν ξέρω ζωής. Όμως φτάσαμε στο ίδιο συμπέρασμα. Ότι. Κούνα και εσύ το χέρι σου. Μην τα περιμένεις όλα έτοιμα. Ήταν πολύ σημαντικό για μας.
Μιχάλης: Επομένως η μαμά σας πέρασε τα πρώτα σχολικά χρόνια στο Ταλμούδωρα;
Λίνα: Που ήταν το παραδοσιακό σχολείο. Τελείωσε το δημοτικό. Και εκεί κάπου στην πρώτη γυμνασίου. Έπρεπε. Το σταμάτησε. Μάλλον. Δεν ξέρω παραπάνω. Γιατί αν το βάλουμε ηλικιακά. 1924. Πόσο χρονώνεται η μαμά μου το 1924. Ήταν 19 χρονών. Ήταν 19 χρονών. Άρα έπρεπε να έχει κάνει τις πρώτες τάξεις. Και ύστερα να έχει σταματήσει. Για κάποιους λόγους. Αν είναι βιοποριστικούς. Τώρα μου έρχεται. Γιατί έμαθε ραπτική Αυτό.
Μιχάλης: Ενώ ο μπαμπάς σας είχε τελειώσει.
Λίνα: Πρώτο είχε τελειώσει. Αυτή την ανωτάτη εμπορική σχολή. Κωνσταντινίδη. Που ήταν από τις πιο φημισμένες. Στη Θεσσαλονίκη. Αλλά συνέχισε στην ανωτάτη. Ήρθε και στην ανωτάτη εμπορική. Αθηνών. Γιατί έχουμε και φωτογραφίες από την Αθήνα. Και γι' αυτό. Ξεχώριζε. Από το συνομήλικούς του. Ή από ότι. Καταρχήν είχε έφεση. Ήταν πολύ μορφωμένος. Διάβασε πάρα πολύ μόνος του.
Είχε σοσιαλιστικές ιδέες. Είναι αυτός που μας. Καταρχήν. Μας έγινε ένας ιστρούκτορας. Αλλά θετικός. Στην ρωσική λογοτεχνία. Και στους. Στους Ρώσους. Συγγραφείς. Ρόζα Λούξεμπουργκ. Όλα αυτά περάσαν από το σπίτι μας. Τα οποία κρυφτήκανε. Στιχούν.
Ο πατέρας μου έκανε πάρα πολύ καλούς φίλους. Στο βουνό. Αν σώθηκε. Με την έννοια της φυλάκισης. Είναι ότι. Θυμάμαι. Ότι είχαν δώσει οι σωστιέρ Τα πράγματά τους. Σε ένα γείτονα. Κοντά μας. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Αλλά η κόρη του. Λεγόταν Αφροδίτη. Αφρούλα. Και είναι ακόμη ενεργό μέλος. Στο ΚΚΕ. Στη Θεσσαλονίκη. Άλλες φορές μου έρχεται το επίθετο. Και άλλες φορές το ξεχνάω. Και αυτή την έχω κάπου γραμμένο το επίθετο τους. Γιατί την έχω ακούσει στην τηλεόραση. Που μιλούσε για την. Χούντα.
Αυτός μας πήρε τα πράγματα. Και δεν τα έδωσε. Και κατέδωσε. Τον μπαμπά μου στην αστυνομία. Σαν κομμουνιστή.
Μιχάλης: Ο πατέρας της Αφρούλας;
Λίνα: Ναι.. Και... Θυμάμαι...
Μιχάλης: Αυτό έχει γίνει πριν την κατοχή;
Λίνα: Η κατάδοση. Όχι μετά. Μετά το πόλεμο. Μετά το πόλεμο. Μετά που επιστρέψανε. Και... Εκεί τα ονόματα που ερχόταν και πήγαιναν στο σπίτι μας ήτανε αρχηγός της αστυνομίας Βαρδουλάκης που τον έσωσε. Μάλλον ο πατέρας μου πρέπει να υπέγραψε. Μάλλον ο πατέρας μου πρέπει να υπέγραψε. Μάλλον ο πατέρας μου πρέπει να υπέγραψε. Αχα... Σκριβανακης. Συνομική είναι όριστη. Ο Βαρδουλάκης ήταν αρχηγός αστυνομίας. Τα ψάξα και εγώ και τα βρήκα. Σκριβανακης.
Και ακόμη ένας... Πάντως αυτά τα επίθετα ήτανε συνέχεια στο φρασιολόγιο όχι το καθημερινό, τον πρώτο χρόνο, ναι το θυμάμαι.
Μιχάλης: Άρα μιλάμε για μετά τον εμφύλιο πόλεμο.
Λίνα: Ναι, πρέπει.
Μιχάλης: Δεκαετία του 60 για να τα θυμάστε.
Λίνα: Για να τα θυμάμαι, μπορεί ναι και το 55, δεν το ξέρεις. Ναι, σωστά. Όχι, τα θυμάμαι, πολύ καλά θυμάμαι.
Μιχάλης: Ο μπαμπάς σας είχε πάει σε σχολείο της Αλιάνης πιο πριν.
Λίνα: Μάλλον θα πήγε, γιατί ξέρει πολύ καλά γαλλικά.
Μιχάλης: Και εδώ ήθελα να σας ρωτήσω κάτι που πάντα το ρωτάω. Στο σπίτι, οι γονείς, τι γλώσσα μιλούσαν μεταξύ τους;
Λίνα: Λαντίνο.
Μιχάλης: Και αυτό το κρατήσανε για πάντα;
Λίνα: Για πάντα. Και η γιαγιά μου η Βίδα, από ό,τι μου είπε η μαμά μου, ήξερε και τουρκικά.
Η κυρία Λίνα αφηγείται τα παιδικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του '50, περιγράφοντας την εργατική ζωή του πατέρα της ως λογιστή, τις καθημερινές θρησκευτικές πρακτικές της οικογένειας και την κοινωνική ζωή με φίλους Εβραίους επιζήσαντες των στρατοπέδων. Μιλά για το εβραϊκό έθιμο «μερκάρ», τις μετακομίσεις της οικογένειας στη Θεσσαλονίκη, την εκπαιδευτική της πορεία από χριστιανικά σχολεία έως τα Μακεδονικά Εκπαιδευτήρια και το γαλλικό σχολείο Καλαμαρί, καθώς και τις συμφωνίες της κοινότητας με διάφορα σχολεία για την εκπαίδευση των εβραιόπουλων. Κλείνει με την περιγραφή του μπερίθ (περιτομής) του αδελφού της και την εξήγηση της θρησκευτικής σημασίας αυτής της τελετής.
Η Λίνα Σουστιέλ Ερρέρα, γεννημένη το 1950 στη Θεσσαλονίκη, αφηγείται την οικογενειακή της ιστορία, που σημαδεύτηκε από το Ολοκαύτωμα. Ο πατέρας της συμμετείχε στην Αντίσταση στον Όλυμπο, ενώ η μητέρα της επέζησε από το Άουσβιτς και εργατικά στρατόπεδα στην Τσεχοσλοβακία. Η συνέντευξη αποκαλύπτει τη δραματική επανένωση των γονιών της μετά τον πόλεμο και την προσπάθεια ανοικοδόμησης της ζωής τους, στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη, φωτίζοντας την ιστορία της σεφαραδίτικης κοινότητας της πόλης.
Λίνα Ερρέρα
Απομαγνητοφώνηση
Μιχάλης: Κυρία Λίνα, πότε γεννηθήκατε;
Λίνα: 11/09/1950.
Μιχάλης: Και πού γεννηθήκατε;
Λίνα: Θεσσαλονίκη.
Μιχάλης: Πώς ονομάζονταν οι γονείς σας;
Λίνα: Ιακώβ Τζάκο, Ματίλδη Ματίκα Σουστιέλε, η μητέρα μου Ματίκα Ματίλδη Μεΐρ Σουστιέλε.
Μιχάλης: Είχατε αδέρφια; Έχετε αδέρφια;
Λίνα: Ναι, έναν αδελφό, τον Ραφαήλ Σουστιέλε.
Μιχάλης: Πού μένατε στη Θεσσαλονίκη;
Λίνα: Στη Θεσσαλονίκη μέναμε, όταν εγώ γεννήθηκα, στο σπίτι του παππού μου, το οποίο βρισκόταν στην οδό Ναυαρίνου και Μεθώνης, στη πλατεία τώρα που λέγεται Ναυαρίνου, μία μονοκατοικία με δύο ορόφους. Με δύο ορόφους, έβλεπε προς την παλιά, πρίγκιπος Νικολάου, ή την οδό Πολωνίας, που λέγανε. Ήταν ένα πολύ ωραίο σπίτι. Κάτω υπήρχαν τρεις μεμονωμένες κατοικίες, τις οποίες ενοικιάζανε, ενοίκιαζε ο πατέρας μου.
Αλλά το βασικό που θέλω να πω, να ξεκινήσουμε λίγο πιο παλιά, ότι αυτό το σπίτι προϋπήρχε. Μαζί με την οικογένεια του θείου μου, Σαμ Σουστιέλ. Άρα σαν οικόπεδο, ανήκε στην οικογένεια Σουστιέλ. Τον Σουστιέλ.
Ο παππούς μου, από ό,τι μου είπανε, ήταν παπουτσής μπαλωματής. Και είχε δικό του μαγαζί στην Άθωνος. Τώρα που είναι η αγορά, που είναι τα γουζερί, σε κάποιο γωνιακό, αυτό ήταν το μαγαζί του παππού. Το οποίο το γνωρίσαμε και υπάρχει ακόμη μέχρι τώρα.
Μιχάλης: Πώς τον λένε, έλεγαν;
Λίνα: Ροφέλ Ιακώβ Σουστιέλ.
Μιχάλης: Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπήρχε κάποια άνεση οικονομική.
Λίνα: Τώρα, να πούμε λίγο και την αρχή, ότι πρέπει εμείς οι Σουστιέλ, πρέπει να έχουμε, είμαστε από την Απουλία. Έχουμε έρθει από την Απουλία. Το όνομα Σουστιέλ σαν ρίζα, θα πρέπει να ρωτήσετε τον εξάδελφό μας, τον Σαμ Σουστιέλ, Μάκη Σουστιέλ, στη Θεσσαλονίκη, που έχει κάνει και το γενεολογικό μας δέντρο.
Σε αυτό το σπίτι επάνω, έμενε ο Ροφέλ Σουστιέλ, με την σιδερένια σκάλα, έτσι, που έγινε πάρα πολύ όμορφο. Είχε μια μεγάλη σάλα, είχε δωμάτια. Ζούσε ο ίδιος με την οικογένειά του, τον μπαμπά μου, τον Ζάκο Σουστιέλ, τον Χαΐμ και τον Αλμπέρτο Σουστιέλ, τα αδέλφια, και Ύδρα εστίρ Σουστιέλ, τις αδελφές.
Η γιαγιά μου είχε το όνομα Λούνα, από που έχω πάρει και εγώ το δικό της όνομα. Εμένα, με λένε ουσιαστικά, το Λίνα Σουστιέλ, δεν είναι το ακριβές μου όνομα, γιατί ο μπαμπάς μου μετά το ολοκαύτωμα, θέλησε να τιμήσει αυτούς που χάθηκαν, από την οικογένεια. Οπότε το όνομά μου είναι Λούνα Εστίρ Ίντα. Είναι η γιαγιά μου και οι δύο αδελφές του. Ο δέ αδελφός μου, Ραφαήλ Χαΐμ Αλμπέρτος.
Για τον αδελφό μου έγινε μια εξαίρεση λόγω στρατιωτικού, ώστε, παραλήφθηκαν αυτά τα δύο ονόματα, αλλά στον Πυρίθ ονομάστηκε Ραφαήλ Χαΐμ Αλμπέρτος. Για να τιμήσει τα αδέλφια του.
Λοιπόν, αυτό το σπίτι είχε τρεις κατοικίες κάτω, οι δωμάτια πιθανόν, στο οποίο στο ένα έμεινε η μαμά μου. Με την οικογένειά της. Η Ματήλ Δε Σουστιέλ Μαΐρ, κόρη Βίδα και Ισαάκ Μαΐρ, και με αδέλφια των Σολωμών, τον Ιουδά, τον Πέμπο, τον Καμπριέλ, και αδελφές, τη Χάνα και τη Ζάνα.
Ήταν η τύχη να γνωριστούν οι Σουστιέλ με τους Μαΐρ, αυτό δεν το ξέρω. Εκείνο που ξέρω σίγουρα είναι που έλεγε η μαμά μου, όταν κατέβαινε ο Αλμπέρτος, επειδή η μαμά μου ήταν η πιο μικρή και είχε μεγάλη διαφορά από τα υπόλοιπα αδέλφια της, της άφηνε το κολατσιό του, επειδή η μαμά μου ήταν πολύ φτωχική οικογένεια, εργαζότανε, ήταν ορφανή ο μεγάλος ο αδελφός και τα άλλα αδέλφια δουλεύανε, και της άφηνε το κολατσιό του στο παράθυρο για να πάει να το βρει. Αν αυτό λέγεται φλερτ του, μπορεί να ήταν ένα φλερτ.
Αν ξεκινήσουμε με τα πολεμικά χρόνια, θα δούμε ότι στα χρόνια της κατοχής, ο πατέρας μου, αν και πολύ δύσκολα, εγκατέλειψε την οικογένεια και ανέβηκε στο βουνό και ήταν πολύ δύσκολα τότε, γιατί πραγματικά, οι δεμένες οικογένειες ήταν το μοζότρος, ότι είμαστε εν τζούντος, πρέπει να είμαστε όλοι μαζί, όπου πάμε η τύχη μας μαζί.
Ο πατέρας μου έκανε την υπέρβαση, γιατί, όπως και ο θείος μου, ο Δέρης Σουστιέλ, και εκείνος από την οικογένειά του, του Σαμ Σουστιέλ την οικογένεια, και ο Δέρης και εκείνη, κρύφτηκαν και τα δύο τα ξαδέρφια. Και με άλλα ονόματα, βρίσκουμε τον πατέρα μου στον Όλυμπο, καταρχήν δεν μας έχει μιλήσει.
Αυτό ήταν το μεγάλο κακό με τον πατέρα μου, ότι ξέραμε στο βουνό. Αλλά δεν μας είπε λεπτομέρειες. Ποτέ. Και αυτό ήταν πολύ κακό για μας σήμερα.
Ξαφνικά βρίσκουμε στο νήμα της Hyslop, της συγγραφέως, το όνομα Τζάκος Σουστιέλ, ότι κρύφτηκε στα μοναστήρια του Ολύμπου, και ότι σκοτώθηκε. Κάτι που δεν είναι αληθινό.
Με φίλους Θεσσαλονικιούς, μη Εβραίους, γιατί είχαμε πάρα πολλούς μη Εβραίους φίλους, ειδικά με τον έναν ο οποίος λέγεται Τηλέμαχος Καλβονίκης, επίτιμος καθηγητής Πολυτεχνείου, που κάνει όλο το κουρίκουλουμ της οικογένειάς του και της οικογένειάς μας, γιατί ο θείος του με τον πατέρα μου βρεθήκανε στον Όλυμπο, ναι ήταν Όλυμπο, και γεννήκαν και αδελφοποιτοί. Άρα ο μάχος εγώ, οι δύο οικογένειες, ήμασταν μία.
Και ο μάχος αυτή τη στιγμή κάνει, προσπαθεί να βρει τα ίχνη της πορείας του Τζάκου, του θείου του, του Κώστα, επάνω στον Όλυμπο.
Εκεί αρχίσουν, αυτά μου τα λέει ο μάχος μέσα στην πορεία μου, έχουμε φωτογραφίες από τον πατέρα μου στην Αθήνα, γιατί σπούδασε και στο Πανεπιστήμιο Ανωτάτη Εμπορική, αλλά τελείωσε και τη σχολή Κωνσταντινίδη, την εμπορική σχολή στη Θεσσαλονίκη.
Βρίσκομαι όμως φωτογραφίες στα χρόνια του πολέμου, τον πατέρα μου στο Κάιρο. Και αρχίζει και λέει, ο μάχος τώρα στην αναζήτησή του, γιατί κάνει επιστημονική έρευνα. Δεν είναι απλώς τι θυμάται. Μήπως ο πατέρας σου ήταν σύνδεσμος, επειδή μιλούσε γαλλικά, αγγλικά, ήξερε τις γλώσσες, μήπως ήταν σύνδεσμος.
Δεν το ξέρουμε. Πάντως έχουμε φωτογραφίες από τον πατέρα μου στα χρόνια του πολέμου στο Κάιρο. Ένα κενό, μία παρένθεση.
Η φίλη μου επίσης, η Διάννα Τόντα Μπούσιου, στη Θεσσαλονίκη, που μεγαλώσαμε μαζί, μου αναφέρει επίσης ότι ο μπαμπάς της, ο Κώστας, ο Κωνσταντίνος Τόντας, γνώρισε, δίνω τον φωνάζα, γνώρισε τον μπαμπά μου στον Όλυμπο και είναι αυτός που τον οδήγησε στο μοναστήρι.
Δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Ξέρουμε ότι άλλαξε το όνομα.
Μιχάλης: Ξέρετε το όνομα πώς είναι;
Λίνα: Νομίζω ότι ήταν Λευτέρης.
Εκείνο όμως που θυμάμαι, ότι όταν πλέον εγώ γεννήθηκα, και αυτό είναι το αστείο με μένα, πώς μπορώ να θυμάμαι αυτές τα ονάδα τα οποία τα καταγράφω τώρα, όπως σας είπα, ότι θυμάμαι πράγματα που έγιναν μπροστα στα... και ακούσματα.
Δηλαδή ότι στο σπίτι του παππού μου, επάνω, υπήρχε ένα τέτοιο τραπέζι μεγάλο, υπήρχε ένα δωμάτιο που έβλεπε προς την πρίγκιπος Νικολάου, εμάς έβλεπε προς την πλατεία Ναυαρίνου, το άλλο το δωμάτιο το οποίο όλοι παίζαμε και ήταν το κατηφορικό μας δωμάτιο, είχε πάθει, φαίνεται, μία καθίζηση και είχε μία ντουλάπα παλιά, η μαμά είχε βάλει ένα τραπέζι, εκεί τρώγαμε, εκεί σιδέρωνα, εκεί έκανα εγώ τα μαθήματα, τα πρώτα μου μαθήματα.
Ερχόταν ο Πόλο Λεβί, η Διάννα, η Τόντα, ο Μάγκος, ο Καλβουρίδης και παίζαμε σε αυτό το κατηφορικό δωμάτιο ή κάναμε σαν έλκηθρο σκί ή βάζαμε τις καρέκλες για αυτοκίνητο και ο πιο μεγάλος ο Μάγκος έκανε τον οδηγό και εμείς παίζαμε σε αυτό το δωμάτιο, ζούσαμε σε αυτό το δωμάτιο.
Υπήρχε η κουζίνα, υπήρχε και αυτό που λέγαμε καμπινέ ή αποχωρητήριο μέσα στο σπίτι. Τα είχε όλα.
Εκείνο που όμως μαύρισε τα πρώτα χρόνια της ζωής των γονιών μου σε αυτό το σπίτι ήταν η συγκατοίκηση γιατί υπήρχε ο νόμος του ερυχιοστασίου νομίζω, ότι όσο η οικογένεια σου στήλεχε φύγει είχαν εγκατασταθεί άλλοι άνθρωποι μέσα.
Από τους τελευταίους ήτανε η Νερανζο και ο Γιωβάν.
Μιχάλης: Αυτή η θέμα σε εγκρούχη;
Λίνα: Δεν έχω ιδέα. Εκείνη ήτανε μια αδύνατη, μελαχρινή, πρέπει να ήτανε τουρκόφωνη, η Γιωβάν. Και θυμάμαι τους καυγάδες με τον μπαμπά μου να έρχεται από τη δουλειά και να μαλώνουνε.
Τώρα το καταλαβαίνω γιατί στο παράθυρό του είχε βάλει, ήτανε χασικλής, είχε βάλει στο παράθυρό του φυτά. Και βέβαια ήθελε ο πατέρας μου με δόντια και με τέτοια να τον βγάλει γιατί το σπίτι ήταν δικό μας.
Τέλος πάντων κατορθώθηκε αυτό, δεν το θυμάμαι, αλλά στα αυτιά μου έχω τους καυγάδες με τον μπαμπά μου για να φύγουνε από το σπίτι. Τι θες να σου δώσω για να φύγεις από το σπίτι.
Μιχάλης: Αυτοί οι άνθρωποι ήτανε ζευγάροι;
Λίνα: Ζούσανε μαζί.
Μιχάλης: Ήτανε μόνο δύο ξένοι δηλαδή
Λίνα: Ναι, δύο ξένοι επάνω.
Μιχάλης: Ο πατέρας σας ποιο έτος γεννήθηκε;
Λίνα: 1911.
Μιχάλης: Και η μαμά;
Λίνα: 1924.
Μιχάλης: Επομένως, και ποια χρόνια παντρεύτηκαν;
Λίνα: Παντρεύτηκαν 1946, 22 Δεκεμβρίου.
Μιχάλης: Ωραία. Από αυτή την οικογένεια όλοι που μένατε στο σπίτι στην Αμπαρίνου, μας έχετε αναφέρει ήδη ότι πολλοί δολοφονήθηκαν.
Λίνα: Στα στρατόπεδα.
Μιχάλης: Από όλη αυτή την οικογένεια, ποιοι ήταν αυτοί που επέζησαν εκτός του πατέρα και της μάσας που μέναν σε εκείνο το σπίτι;
Λίνα: Από τα μητέρα μου κανένας. Από τη μητέρα μου σώθηκε λόγω σιωνιστικής ιδεολογίας και τότε που ερχότανε να πάρουμε νέους Θεσσαλονικιούς που ήταν γεροί και μπορούσαν να δουλεύουν στο λιμάνι της Χάιφας. Αυτός δούλευε στη Γιάφω. Ο Θείος Σολωμών. Μαίρ.
Και σώθηκε ο αδελφός του, ο αδελφός της μητέρας μου επίσης, Γκαμπριέλ, ο οποίος πήρε μέρος στο Ελληναταλικό πόλεμο και σαν εχμάλωτος πέρασε την κατοχή, ας το πούμε, της Ελλάδας σε έγκλειστο, σε στρατόπεδα στην Ιταλία
Και η Θεία Ζάνα η οποία το 1939 κάπου εκεί, γιατί τώρα ψάχνουμε αυτή την ιστορία ενώ βαντρεύτηκε εδώ με τον Βαρούχ Μάνο Έλληνα Εβραίο κι αυτόν, σε Φαραδίτη για καλύτερη ζωή μετά την οικονομική αναστάτωση των χρόνων εκείνων αποδεδειγμένη στη Θεσσαλονίκη.
Πάρα πολλοί Θεσσαλονικείς έχουν μεταναστρέψει στην Ιταλία, άλλοι στο Παρίσι, οι πιο πλούσιοι και άλλοι πάρα πολλοί στην Μασσαλία. Οπότε η Μασσαλία είναι ένα κέντρο σεφαραδιτώνΕβραίων Ελλήνων και εκεί στείλουν τη ζωή τους και γεννούν ένα παιδί τον εξάδελφό μας τον Μωρίς Μανό.
Ο Βαρούχ Μανώ δεν ξέφυγε το θάνατο γιατί πέθανε στο Σόμπιμπορ όταν η Γάλλοι, φτάσαν στην Μασσαλία με τη μεγάλη La Grande Gafle και έτσι ορφανεύει ο Μωρίς και η θεία μου η Ζάνα αναγκάζεται για λόγους να μπορέσει να επιζήσει και να αρχίσει να δουλεύει, να σιδερώνει, να γίνει ασπρορουχού. Αυτό.
Άρα από την οικογένεια της μαμάς σώθηκαν Σολομών, Γκαμπριέλ και Ζάνα και η ίδια.
Μιχάλης: Από τα στρατόπεδα όμως οι υπόλοιποι δεν επέστρεψε κανένας.
Λίνα: Μόνο η μητέρα.
Μιχάλης: Και όταν αρχίσανε να γυρνάνε λοιπόν στην Θεσσαλονίκη είχαν αποφασίσει να παντρευτούν νωρίτερα;
Λίνα: Όχι, όχι, όχι. Καμία σχέση. Όταν είπα το φλερντ ήταν ο Αλμπέρτος. Αλλά και ο μπαμπάς μου φαίνεται κάτι είχε.
Πρέπει να συναντήθηκαν στο Ματανώτα Λαβιονίμ γιατί εκεί πέρα μαζευόταν ήταν το κέντρο που πήγαιναν όλοι οι Εβραίοι μετά που γυρνούσαν για την καταγραφή τους στα στρατόπεδα.
Μιχάλης: Θέλω να μου πείτε με δυο λόγια τι είναι το Ματανώτα Λαβιονίμ πριν τον πόλεμο;
Λίνα: Ήταν ένα κέντρο, δεν θα το έλεγα το τροχοκομείο, αλλά φροντίζανε για την τροφή και την ανθρώπων πρόνοια. Φτωχών Θεσσαλονίκων.
Η μητέρα μου γύρισε από το στρατόπεδο μέσω Τσεχροσλοβακίας. Γιατί από το Auswitz-Birkenau, καταρχήν ξέρετε πολύ καλά ότι τους Θεσσαλονίκους τους πήραν το 1943. Άρα ήταν μέχρι το 1945 σε στρατόπεδο, μαζί με άλλες πολλές Θεσσαλονικές και Θεσσαλονικιούς.
Μιχάλης: Ήταν στο Auswitz-Birkenau, αλλά έφυγε από το Auswitz-Birkenau;
Λίνα: Την πήραμε από το Auswitz-Birkenau, για καλή της τύχη. Η μητέρα μου, σε μια ελευθερία που γίνεται, δύο φορές σώζεται από το θάνατο γιατί είχε ψώσει, Οπότε... Την μία φορά κατατύχη
Τη δεύτερη φορά είναι γιατί κάνανε αλλαγή με την προστινή της. Ήτανε τόσο τυχαίο και όχι, την πρώτη φορά ήτανε ότι η πισινήτης της είπε «Ματίκα, μπες εδώ πέρα μέσα σε ένα υπόγειο με έναν σπασμένο τζάμι» και λέει «Πώς είχα το θάρρος εγώ, η φοβητσιάρα» γιατί πραγματικά ήταν πολύ φοβητσιάρα, «Να έχω το θάρρος μπροστά σε αυτή τη σειρά, που υπήρχαν όλοι, τους φρουρούσαν, να πηδήσω εγώ σε αυτό το σπασμένο τζάμι και να σωθώ».
Αυτό θυμόταν, αυτό είπε. Δεν ξέρω ακριβώς πώς έγινε. Τη δεύτερη φορά ήταν για μια αλλαγή θέσης. Μπρος-πίσω. Γιατί πηγαίνανε, τα χέρια τους πηγαίνανε έτσι. Τακ, τακ, τακ, τακ. Δηλαδή, εσύ ζεις, εσύ πεθαίνεις, εσύ ζεις, εσύ πεθαίνεις.
Και επειδή το είχε κάτω από το στήθος την ψώρα, ήταν πολύ εμφανής. Σώθηκε μόνο από αυτό. Ότι δεν είδανε, δεν την είδανε, γιατί είχαν διαλέξει ήδη την προηγούμενη για θάνατο. Κατά τύχη.
Μιχάλης: Πώς έφτασε η Σεχοσλοβακία .
Λίνα: Είναι ότι ψάχνανε για κοπέλες μικρές, με πολύ ωραία, λεπτά δάχτυλα. Και τις μεταφέρανε στην Σεχοσλοβακία στο στρατόπεδο Σβάι Βάσεν, το οποίο το βρήκα στο Google, γράφεται με W. Και εκεί πέρα φτιάχνανε καλώδια για ραδιόφωνα, για τηλεγράφους, για οτιδήποτε. Και γι' αυτό χρειαζόταν λεπτεπίλεπτα δάχτυλα.
Από εκεί ελευθερώθηκε με άλλες Θεσσαλονικές, οι οποίες ήταν πλέον αδελφές, γιατί κάνανε όλο το ταξί της επιστροφής μαζί. Και γυρίσαν στην Θεσσαλονίκη μέσω Τσεχοσλοβακίας, μέσω Ερυθρού Σταυρού. Φτάσανε στην Γιουγκοσλαβία και από εκεί πήγανε Καστοριά, όπου φιλοξενηθήκαν από κάποιες οικογένειες που τους ανοίξαν τα σπίτια.
Μιχάλης: Χριστιανικές;
Λίνα: Χριστιανικές μάλλον. Ναι. Και θυμάμαι τους έδωσαν βελέντζες, τους έδωσαν ρούχα, τους έδωσαν εσώρουχα που δεν είχαν. Τους περιποιήθηκαν και ύστερα γυρίσανε στην Ελλάδα με φορτηγό πάλι και για να φτάσουνε χωρίς τίποτα σε αυτό το κέντρο. Εκεί έφτασε και ο μπαμπάς μου. Και την αναγνώρισε.
Μιχάλης: Θυμάστε πια τι μήνας ήτανε;
Λίνα: Βέβαια το 1955 τώρα έτσι;
Μιχάλης: Το 1946.
Λίνα: Σαρανταπέντε πρέπει να γύρισαν αλλά δεν θυμάμαι ποιον μήνα γιατί για να παντρευτούνε το 1946 θα σου πω ακριβώς για ποιο λόγο πρέπει να είναι 45 γιατί η μαμά μου πέρασε ένα χρόνο σε σανατόριο με την έννοια όχι με... ο μπαμπάς μου επειδή ακριβώς έδειξε το μεγάλο του έρωτα ότι προϋπήρχε αλλά φαίνεται έκανε πίσω λόγω Αλμπέρτου
και λόγω των γνωριμιών από το βουνό που όλοι ήταν επιστήμονες, αξιόλογοι άνθρωποι είχε ένα πολύ μεγάλο δίχτυο γιατρών. Οι οποίοι την αναλάβανε, ακτινολόγοι συνέχεια, παθολόγοι, όλοι και το καλύτερο για αυτήν ήτανε να νοικιάσει ο μπαμπάς μου ένα δωμάτιο σε ένα σπίτι στο Ασβεστοχώρι, σε μια οικογένεια και να τρώει, της έγραφε γράμματα τα οποία ειλικρινά είναι υπέροχα γράμματα επάνω σε τσιγαρόχαρτα, έτσι σε πώς λέει το κινέζικο χαρτί τα οποία τα ανοίξαμε με τον αδελφό μου.
Είναι πολύ ωραία γράμματα αγάπης και είπαμε με τον αδελφό μου ότι δεν έχουμε δικαίωμα να τα διαβάσουμε.
Μιχάλης: Δεν τα διαβάσατε;
Λίνα: Διαβάσαμε μία-δύο σελίδες, είναι πολύ ιδιωτικά εκφράζουν πάρα πολύ μεγάλη αγάπη και τα έχουμε βάλει σε θηρίδα.
Ο μπαμπάς δεν την έβλεπε γιατί έπρεπε να δουλέψει είχε αρχίσει να δουλεύει για να βγάζει τα έξοδά της να πληρώνει γιατρούς, ενίκιο και όλα αυτά και της έλεγε να τρως μια οκά γάλα την ημέρα, βούτυρο. Δηλαδή ό,τι υπήρχε εκλεκτό πλήρωνε ο μπαμπάς για να σώσει τη μαμά. Και με αυτό το δίχτυο των γιατρών που τους γνώρισε για καλή τύχη πάνω στο βουνό η μαμά σώθηκε οπότε 22 Δεκεμβρίου του 1946 παντρεύτηκα και είχαν σπίτι πλέον να μείνουν γιατί υπήρχε το σπίτι του μπαμπά.
Μιχάλης: Η μαμά σας είχε ανάγκη όλη αυτή τη θεραπεία για κάποιο του συγκεκριμένου προβλήματος ή της γενικής ταλαιπώρειας που είπες.
Λίνα: Φυματίωση.
Μιχάλης: Και ήθελα να σας πω όταν πατρεύτηκαν γυρίσανε σε αυτό το σπίτι;
Λίνα: Και ήτανε ήδη ο Ιωάννης και η Εράντζο εκεί;
Και κάτω ο μπαμπάς ύστερα ενίκιασε τα σπίτια σε δύο οικογένειες. Η μία ήτανε ορφανή η Ρούλα νομίζω που ο πατέρας της, πώς τους λέγανε τους αντάρτες διαφορετικά στη Θεσσαλονίκη τέλος πάντων, που τους σκοτώσαν οι αντάρτες. Ας το πούμε έτσι μέχρι που να μου έρθει η λέξη.
Μιχάλης: Ήτανε Ανταρτοπληκτοι;
Λίνα: Ανταρτοπληκτοι, ήταν Ανταρτοπληκτοι, ναι. Το πατέρα τον ήθελαν να σκοτώσει οι αντάρτες.
Μιχάλης: Στον τώρα μιλάμε είχε αρχίσει εμφύλιος χρονικά.
Λίνα: Ναι. Σε μια άλλη οικογένεια Άντζελ, που η Αννούλα αυτή τη στιγμή ζει στη Θεσσαλονίκη. Άννα Άντζελ και Ίνο Άντζελ τα αδέλφια της οικογένειας. Η μητέρα Λέλλα και ο πατέρας Αλμπέρτος Άντζελ. Και το άλλο σπίτι που έμενε παλιά η μαμά μου πάλι σε μια χριστιανική οικογένεια πάλι με τέτοιο παρελθόν το οποίο δεν τους θυμάμαι καθόλου.
Μιχάλης: Άρα οι μαμάς σας μετακόμισε...
Λίνα: Ακόμη για πρώτη φορά στο πάνω όροφο ως παντρεμένοι.
Μιχάλης: Ωραία. Και ήθελα να σας ρωτήσω τώρα. 1924 που σημαίνει 1944 και οι δύο βέβαια είχαν ολοκληρώσει τις σχολικές τους ποδές πριν.
Λίνα: Η μαμά μου τελείωσε καταρχήν το Ταλμούρθορα.
Μιχάλης: Αλήθεια.
Λίνα: Ναι. Και ύστερα δεν μου είπε ακριβώς. Δεν το τελείωσε όλο. Είχε το γυμνάσιο γιατί δεν πρόλαβε. Νομίζω ότι πήγε πρώτη ή δευτέρα γυμνασίου και αυτό ήταν κι αν ήταν. Δεν πρόλαβε. Ήταν πάρα πολύ μικρή.
Και το είχε αυτό πολύ μεγάλο μεράκι που εγώ θα μπορούσα να γίνω, θα μπορούσα να σπουδάσω. Το ότι δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Αυτό ήταν ένα μειονέκτημα. Μειονέκτημα το οποίο δημιούργησε η ίδια στον εαυτό της. Ένα αίσθημα κατωτερότητος. Στο ότι δεν μιλούσε πολύ καλά τα γαλλικά όπως μιλούσαν οι άλλοι. Η μαμάκά μας. Αυτό.
Και ο μπαμπάς της έλεγε. Έχεις εμένα. Έχεις εμένα. Νότισε κλαίς του. Και αυτό ακεί παρατή. Μέχρι τελευταία στιγμή αυτό ήταν το μεράκι της. Ότι και καθόταν ύστερα εκείνο που είναι εντυπωσιακό ότι όταν εγώ πήγαινα σχολείο ξανά άρχισα το σχολείο μαζί μου. Να θυμηθεί ξανά όλα τις γνώσεις της.
Ε... Ήταν... Μια υπέροχη γυναίκα. Δυνατή, δυναμική. Θα μπορούσε... Πάντα έλεγε ότι εγώ αν είχα τη δυνατότητα θα μπορούσα να διευθύνω ένα ολόκληρο μαγαζί. Γιατί είναι πολύ καλή στα μαθηματικά, στο μυαλό της. Αυτό που λέμε στα ισπανικά. Ταινία τζίροντε με όγιο. Εύστροφη. Και αυτό μας δίδαξε. Να είστε εύστροφοι. Δεν σας βγαίνει εδώ. Θα σας βγει κάπου αλλού δηλαδή. Αν δεν ήταν στο ολοκαύτωμα. Αν δεν είχαμε αυτό το τζίροντε δεν θα μπορούσαμε να επιζήσουμε. Αν ήμασταν. Αφού το θέλησε η μοίρα. Αυτό θα κάνουμε άρα έτσι.
Ναι μεν αλλά και ο μπαμπάς μου. Το μότο του μπαμπά μου αντίστοιχα στα ελληνικά. Συν Αθηνά και χειρακίνη. Δηλαδή ήταν δύο άνθρωποι. Με διαφορετικές. Αντιλήψεις. Δεν ξέρω ζωής. Όμως φτάσαμε στο ίδιο συμπέρασμα. Ότι. Κούνα και εσύ το χέρι σου. Μην τα περιμένεις όλα έτοιμα. Ήταν πολύ σημαντικό για μας.
Μιχάλης: Επομένως η μαμά σας πέρασε τα πρώτα σχολικά χρόνια στο Ταλμούδωρα;
Λίνα: Που ήταν το παραδοσιακό σχολείο. Τελείωσε το δημοτικό. Και εκεί κάπου στην πρώτη γυμνασίου. Έπρεπε. Το σταμάτησε. Μάλλον. Δεν ξέρω παραπάνω. Γιατί αν το βάλουμε ηλικιακά. 1924. Πόσο χρονώνεται η μαμά μου το 1924. Ήταν 19 χρονών. Ήταν 19 χρονών. Άρα έπρεπε να έχει κάνει τις πρώτες τάξεις. Και ύστερα να έχει σταματήσει. Για κάποιους λόγους. Αν είναι βιοποριστικούς. Τώρα μου έρχεται. Γιατί έμαθε ραπτική Αυτό.
Μιχάλης: Ενώ ο μπαμπάς σας είχε τελειώσει.
Λίνα: Πρώτο είχε τελειώσει. Αυτή την ανωτάτη εμπορική σχολή. Κωνσταντινίδη. Που ήταν από τις πιο φημισμένες. Στη Θεσσαλονίκη. Αλλά συνέχισε στην ανωτάτη. Ήρθε και στην ανωτάτη εμπορική. Αθηνών. Γιατί έχουμε και φωτογραφίες από την Αθήνα. Και γι' αυτό. Ξεχώριζε. Από το συνομήλικούς του. Ή από ότι. Καταρχήν είχε έφεση. Ήταν πολύ μορφωμένος. Διάβασε πάρα πολύ μόνος του.
Είχε σοσιαλιστικές ιδέες. Είναι αυτός που μας. Καταρχήν. Μας έγινε ένας ιστρούκτορας. Αλλά θετικός. Στην ρωσική λογοτεχνία. Και στους. Στους Ρώσους. Συγγραφείς. Ρόζα Λούξεμπουργκ. Όλα αυτά περάσαν από το σπίτι μας. Τα οποία κρυφτήκανε. Στιχούν.
Ο πατέρας μου έκανε πάρα πολύ καλούς φίλους. Στο βουνό. Αν σώθηκε. Με την έννοια της φυλάκισης. Είναι ότι. Θυμάμαι. Ότι είχαν δώσει οι σωστιέρ Τα πράγματά τους. Σε ένα γείτονα. Κοντά μας. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Αλλά η κόρη του. Λεγόταν Αφροδίτη. Αφρούλα. Και είναι ακόμη ενεργό μέλος. Στο ΚΚΕ. Στη Θεσσαλονίκη. Άλλες φορές μου έρχεται το επίθετο. Και άλλες φορές το ξεχνάω. Και αυτή την έχω κάπου γραμμένο το επίθετο τους. Γιατί την έχω ακούσει στην τηλεόραση. Που μιλούσε για την. Χούντα.
Αυτός μας πήρε τα πράγματα. Και δεν τα έδωσε. Και κατέδωσε. Τον μπαμπά μου στην αστυνομία. Σαν κομμουνιστή.
Μιχάλης: Ο πατέρας της Αφρούλας;
Λίνα: Ναι.. Και... Θυμάμαι...
Μιχάλης: Αυτό έχει γίνει πριν την κατοχή;
Λίνα: Η κατάδοση. Όχι μετά. Μετά το πόλεμο. Μετά το πόλεμο. Μετά που επιστρέψανε. Και... Εκεί τα ονόματα που ερχόταν και πήγαιναν στο σπίτι μας ήτανε αρχηγός της αστυνομίας Βαρδουλάκης που τον έσωσε. Μάλλον ο πατέρας μου πρέπει να υπέγραψε. Μάλλον ο πατέρας μου πρέπει να υπέγραψε. Μάλλον ο πατέρας μου πρέπει να υπέγραψε. Αχα... Σκριβανακης. Συνομική είναι όριστη. Ο Βαρδουλάκης ήταν αρχηγός αστυνομίας. Τα ψάξα και εγώ και τα βρήκα. Σκριβανακης.
Και ακόμη ένας... Πάντως αυτά τα επίθετα ήτανε συνέχεια στο φρασιολόγιο όχι το καθημερινό, τον πρώτο χρόνο, ναι το θυμάμαι.
Μιχάλης: Άρα μιλάμε για μετά τον εμφύλιο πόλεμο.
Λίνα: Ναι, πρέπει.
Μιχάλης: Δεκαετία του 60 για να τα θυμάστε.
Λίνα: Για να τα θυμάμαι, μπορεί ναι και το 55, δεν το ξέρεις. Ναι, σωστά. Όχι, τα θυμάμαι, πολύ καλά θυμάμαι.
Μιχάλης: Ο μπαμπάς σας είχε πάει σε σχολείο της Αλιάνης πιο πριν.
Λίνα: Μάλλον θα πήγε, γιατί ξέρει πολύ καλά γαλλικά.
Μιχάλης: Και εδώ ήθελα να σας ρωτήσω κάτι που πάντα το ρωτάω. Στο σπίτι, οι γονείς, τι γλώσσα μιλούσαν μεταξύ τους;
Λίνα: Λαντίνο.
Μιχάλης: Και αυτό το κρατήσανε για πάντα;
Λίνα: Για πάντα. Και η γιαγιά μου η Βίδα, από ό,τι μου είπε η μαμά μου, ήξερε και τουρκικά.

