Απομαγνητοφώνηση
Μιχάλης: Ο πατέρας σας στρατολογήθηκε στο στρατό το 1940;
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Τι θυμάστε από την αρχή του πολέμου;
Ραχήλ: Δεν θυμάμαι τίποτα το ιδιαίτερο τώρα.
Μιχάλης: Πότε ήταν η πρώτη φορά που αρχίσατε να παρατηρείτε κάτι διαφορετικό στην πόλη;
Ραχήλ: Ακούγαμε - ο πατέρας μου και η μητέρα μου, ή και οι δύο, δεν θυμάμαι - άκουγαν ειδήσεις από το εξωτερικό. Είχαν κάποιο ραδιόφωνο και ήξεραν ότι οι Εβραίοι διωκόταν, δηλαδή το ήξεραν αυτό πολύ πριν από το 1943. Οπότε είχαν προετοιμαστεί ήδη για την περίπτωση ότι θα έπρεπε να φύγουν κάποια στιγμή, ότι θα έφτανε και στην Ελλάδα και θα αναγκάζονταν να φύγουν.
Αυτό το θυμάμαι πολύ καλά γιατί είχαμε πάντα μια τσάντα, ας πούμε, με ό,τι απαραίτητα θα χρειαζόμασταν. Τι ήταν τα απαραίτητα, δεν μπορώ να θυμηθώ, αλλά θυμάμαι ότι είχαμε πάντα μια τσάντα και θυμάμαι ποια τσάντα ήταν με τα απαραίτητα.
Μιχάλης: Πώς ήταν αυτή η τσάντα;
Ραχήλ: Άνοιγε παράξενα, είχε μέταλλο και άνοιγε παράξενα. Δεν ξέρω αν υπάρχουν πια τέτοιες τσάντες, δεν νομίζω.
Μιχάλης: Θυμάστε τι πράγματα είχατε μέσα;
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Είχατε πολλά έπιπλα στο σπίτι;
Ραχήλ: Όχι, όχι τόσα πολλά.
Μιχάλης: Βιβλία;
Ραχήλ: Και βιβλία, ναι. Πολλά βιβλία.
Μιχάλης: Είχατε εβραϊκά βιβλία προσευχής;
Ραχήλ: Ναι, φυσικά, ναι, ναι.
Μιχάλης: Είχατε άλλα βιβλία;
Ραχήλ: Και άλλα βιβλία, ναι. Όχι τόσα όσα σήμερα, φυσικά, πολύ λιγότερα από αυτά που έχουμε σήμερα, αλλά τα είχαμε.
Μιχάλης: Ας περάσουμε λίγο τώρα στο '43 και στο σημείο που φύγατε από το σπίτι στην Πλατεία Αττικής.
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Μπορείτε να μας πείτε τι έγινε;
Ραχήλ: Ας δω, ίσως θα ήταν καλύτερα - έχω γράψει αυτά, ίσως να θυμηθώ καλύτερα αν τα διαβάσω.
Πρώτα από όλα, είχαμε - πρέπει να σας πω αυτό - η θεία μου είχε κάποιους πολύ καλούς φίλους που έμεναν πολύ κοντά στη θεία μου.
Μιχάλης: Στα Σεπόλια;
Ραχήλ: Στα Σεπόλια. Λέγονταν Πολυμέρης και Περσεφόνη. Μπορεί να έχω γράψει το επώνυμό τους πιο κάτω. Είχαν τρία παιδιά και βρήκαν σε μας το μέρος όπου θα κρυβόμασταν.
Φρόντισαν να μας στείλουν κάπου. Δεν ξέρω πώς φύγαμε - ένα φορτηγό, νομίζω κάποιο φορτηγό ήρθε και μας πήρε. Δεν ήταν φορτηγό, ήταν ένα μικρό όχημα που μας πήγε στον Διόνυσο. Εκεί πήγαμε, το πρώτο μας κρησφύγετο.
Μιχάλης: Αυτά που μου λέτε τώρα, τα μάθατε από τους γονείς σας;
Ραχήλ: Περισσότερο, γιατί οι γονείς μου και η αδελφή μου, που ήταν μεγαλύτερη - ήταν 13-14 χρονών και θυμόταν πολύ καλά.
Μιχάλης: Ποιος οργάνωσε αυτή την επιχείρηση;
Ραχήλ: Ναι, ο Πολυμέρης και η Περσεφόνη, αυτοί οι δύο το κανόνισαν. Είχαν κάποια αδελφή, θεία, στον Διόνυσο και κανόνισε να μας κρύψει.
Μιχάλης: Θυμάστε ή ξέρετε πότε φύγατε από το σπίτι στην Πλατεία Αττικής;
Ραχήλ: Ας δω... Ναι, τώρα βλέπω τη γειτόνισσα Βουράνια Κολιοπούλου που ανέφερα. Την έχω γραμμένη. Αχ, εδώ γράφω πολλά πράγματα.
Το βράδυ, λέει, αφού σκότωσε, οι γονείς μου με την αδελφή μου μετέφεραν ό,τι μπορούσαν στο σπίτι της για να τα σώσουν.
Μιχάλης: Στο σπίτι της κυρίας Κολιοπούλου.
Ραχήλ: Αχ, άρα η κυρία Κολιοπούλου συμμετείχε στην επιχείρηση.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι. Και μας επέστρεψε ό,τι πράγματα της δώσαμε, που δεν μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας - μας τα επέστρεψε όλα, ακόμα και μια καρφίτσα, ας πούμε, στο τέλος. Μας τα επέστρεψε όλα.
Μιχάλης: Οι γείτονές σας γενικά ήξεραν ότι ήσασταν Εβραίοι;
Ραχήλ: Πρέπει να ήξεραν, πρέπει να ήξεραν.
Μιχάλης: Θυμάστε αν ήταν νύχτα ή μέρα όταν ήρθε το αυτοκίνητο να σας πάρει;
Ραχήλ: Σίγουρα μέρα, δεν νομίζω ότι ήταν νύχτα.
Μιχάλης: Θυμάστε εκείνη τη μέρα;
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχετε μετά τη, ας πούμε, μετακίνηση από την Πλατεία Αττικής;
Ραχήλ: Θυμάμαι πολύ καλά ότι στην αρχή μείναμε στον Διόνυσο. Μαζί με, ή κοντά στην αδελφή, δεν ξέρω τι ήταν. Οι θείες έμεναν εκεί - οι θείες του Πολυμέρη έμεναν στον Διόνυσο.
Μια θεία ήταν παντρεμένη με έναν Σταμάτη που ήταν φρουρός στο στρατόπεδο της Εθνικής Τράπεζας στον Διόνυσο. Και η άλλη θεία ήταν παντρεμένη με τον Κώστα Ρούσσο, βοηθό του Σταμάτη στο στρατόπεδο. Και ήταν πρόθυμοι να φιλοξενήσουν τη θεία μου και τον θείο μου. Στην πραγματικότητα, ήταν περισσότερο φίλοι της.
Αχ, και ο Βαγγέλης Δημητρίου που δούλευε... Ναι, μας βοήθησε πολύ και αυτός.
Ο Βαγγέλης πήγαινε στον συνέταιρο του πατέρα μου, τον κύριο Μαυρογιώργη, και του έδινε χρήματα γιατί πώς ζούσαμε, πώς επιβιώσαμε αυτούς τους 13 μήνες. Του έδινε το μερίδιό του, δηλαδή ό,τι κέρδιζε από το γραφείο, ο συνέταιρός του το έδινε στον Βαγγέλη Δημητρίου που το έφερνε σε μας στον Διόνυσο.
Μιχάλης: Άρα το γραφείο του πατέρα σας συνέχιζε να λειτουργεί;
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι.
Μιχάλης: Θυμάστε το μέρος όπου...
Ραχήλ: Θυμάμαι τον Διόνυσο πολύ καλά.
Μιχάλης: Μπορείτε να μας το περιγράψετε;
Ραχήλ: Ναι, το σπίτι ήταν κοντά σε δέντρα, ας πούμε, και έβγαινα και έπαιζα με τα παιδιά γιατί υπήρχαν και άλλες οικογένειες εκεί. Και οι γονείς μου φοβόντουσαν φυσικά όταν έβγαινα και έπαιζα. Και μου το απαγόρευσαν κάποια στιγμή.
Θυμάμαι πολύ καλά ότι ήθελα τόσο πολύ να παίζω - το παιχνίδι είναι απαραίτητο για ένα παιδί - που τους είπα: προσέχετε καλά, μη μου απαγορεύετε να βγαίνω, γιατί θα πάω να πω ότι είστε Εβραίοι. Τόσο μακριά έφτασα.
Μιχάλης: Μπορείτε να περιγράψετε τον δρόμο στον Διόνυσο όπως ήταν;
Ραχήλ: Το σπίτι ήταν στο δάσος. Και βγαίναμε εκεί έξω. Είχε φυσικά ένα ξέφωτο όπου παίζαμε εμείς τα παιδιά. Αλλά εκεί παίζαμε με το χώμα.
Μιχάλης: Αυτά τα παιδιά έμεναν στο ίδιο σπίτι ή ήταν γείτονες;
Ραχήλ: Όχι. Ήταν από τη γειτονιά.
Μιχάλης: Πόσα σπίτια είχε αυτή η γειτονιά;
Ραχήλ: Λίγα. Πολύ λίγα. Ελάχιστα.
Μιχάλης: Τι ήταν γύρω από το δάσος;
Ραχήλ: Ήταν πολύ αραιοκατοικημένη. Πολύ από ό,τι θυμάμαι. Υπήρχε δάσος γύρω από τα σπίτια.
Ραχήλ: Δάσος, ναι. Δάσος.
Μιχάλης: Και πώς ήταν το σπίτι μέσα;
Ραχήλ: Το σπίτι μέσα ήταν πολύ μικρό από ό,τι θυμάμαι. Μέναμε όλοι σε ένα δωμάτιο. Και ένα μικρό δωμάτιο.
Μιχάλης: Πώς βιώσατε αυτή την αλλαγή;
Ραχήλ: Μείναμε πολύ λίγο εκεί. Γιατί, αν θυμάμαι καλά, ναι, κάποιος μας πρόδωσε.
Μιχάλης: Αχ, αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Ραχήλ: Είχαμε έναν γείτονα με τον οποίο είχαμε πολύ καλές σχέσεις. Και του είχαμε πει πού θα πάμε. Και είμαστε σίγουροι, ναι φυσικά, είμαστε σίγουροι ότι μας πρόδωσε, ότι κατήγγειλε πού βρισκόμασταν.
Και ήρθε ένα γερμανικό αυτοκίνητο, ή όχι, ήρθαν συνεργάτες, και έψαχναν παντού. Και δεν ξέρω πώς μαθεύτηκε αμέσως φυσικά. Και έπρεπε οπωσδήποτε να φύγουμε από εκεί.
Μιχάλης: Από τον Διόνυσο.
Ραχήλ: Από τον Διόνυσο. Νοικιάσαμε ένα σπίτι στη Ρέα, που είναι λίγα χιλιόμετρα από τον Διόνυσο.
Μιχάλης: Αυτός ο γείτονας έμενε στην ίδια γειτονιά στον Διόνυσο;
Ραχήλ: Ναι, στην Πλατεία Αττικής.
Μιχάλης: Αχ, έμενε στην Πλατεία Αττικής.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι, στην Πλατεία Αττικής.
Μιχάλης: Έμαθε ότι θα πάτε στον Διόνυσο.
Ραχήλ: Ναι, ναι.
Μιχάλης: Θυμάστε αυτό το αυτοκίνητο που ήρθε;
Ραχήλ: Το αυτοκίνητο... Όχι, δεν το είδα. Γιατί ήρθε και δεύτερη φορά. Τότε το είδα και το θυμάμαι.
Μιχάλης: Στη Ρέα.
Ραχήλ: Πόσο καιρό μείνατε στον Διόνυσο;
Ραχήλ: Πολύ λίγο. Πρέπει να ήταν μήνες, πολύ λιγότερο ίσως. Έναν, δύο μήνες.
Μιχάλης: Ο κύριος Μαυρογιάννης όλο αυτόν τον καιρό έστελνε χρήματα;
Ραχήλ: Μαυρογιώργης. Ναι, ναι. Πήγαινε ο Βαγγέλης Δημητρίου. Αυτός που μας βοήθησε πολύ.
Μιχάλης: Πώς μεταφερθήκατε από τον Διόνυσο στη Ρέα;
Ραχήλ: Πάλι με κάποιο γκαζογόνο λεγόταν τότε. Δεν λεγόταν φορτηγό. Ήταν γκαζογόνο.
Μιχάλης: Θυμάστε ποιος οδηγούσε αυτά τα αυτοκίνητα;
Ραχήλ: Κάτι μου λέει τώρα. Γιατί θυμάμαι ότι είχε έρθει κάποιος γνωστός που μας πήρε. Όλα αυτά τα ταξίδια γίνονταν από κάποιον πολύ οικείο. Ήταν κάποιος φίλος.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι. Και μάλιστα, τώρα δεν θυμάμαι σε ποια στιγμή, κάποιος μας είχε πάρει από πίσω. Νομίζω όταν φεύγαμε από τη Ρέα και από εκεί φύγαμε αργότερα.
Μιχάλης: Ναι.
Ραχήλ: Ήταν το ίδιο αυτοκίνητο.
Ραχήλ: Ναι, το ίδιο. Το ίδιο και ο ίδιος οδηγός.
Μιχάλης: Μπορείτε να μου περιγράψετε το αυτοκίνητο;
Ραχήλ: Μπροστά καθόταν ο οδηγός και ένας ακόμα. Και πίσω ήμασταν όλοι με τα πράγματα. Και ήταν κλειστό. Δεν είχε παράθυρα πίσω. Μόνο παράθυρα είχε στην πίσω πόρτα που άνοιγε.
Μιχάλης: Ήταν επιβατικό αυτοκίνητο ή κάποιου άλλου τύπου;
Ραχήλ: Όχι, όχι. Πιθανώς όχι επιβάτες. Δεν έπρεπε να είχε καθόλου. Ήταν μόνο για μεταφορά.
Μιχάλης: Θυμάστε τη μετακίνηση από τον Διόνυσο στη Ρέα;
Ραχήλ: Πολύ λίγο.
Μιχάλης: Τι θυμάστε;
Ραχήλ: Πολύ λίγο. Γιατί εκεί δεν είχαμε φόβο. Δεν είχαμε κανέναν να μας ακολουθεί. Μετά τη Ρέα όταν φύγαμε ήταν το πρόβλημα.
Μιχάλης: Στη Ρέα.
Ραχήλ: Νοικιάσαμε ένα σπίτι που μπορώ να το δω. Νοικιάσαμε ένα σπίτι που ήταν πολύ όμορφο. Είχε εξωτερική αυλή. Έτσι, κανονική. Και στη μέση ήταν το σπίτι. Μικρό φυσικά. Πολύ μικρό. Είχε κήπο. Και ο πατέρας μου εκεί φύτευε λαχανικά.
Μιχάλης: Ο πατέρας σας ήξερε να ασχολείται με κηπουρική;
Ραχήλ: Ναι, του άρεσε πολύ. Και μαγείρευε επίσης... Και το έκανε και στην Πλατεία Αττικής.
Ραχήλ: Μαγείρευε εκεί.
Ραχήλ: Όχι. Δεν είχαμε κήπο εκεί καθόλου.
Μιχάλης: Από τα τρία σπίτια - στην Αττική, τον Διόνυσο και τη Ρέα - ποιο ήταν το μεγαλύτερο;
Ραχήλ: Στη Ρέα.
Ραχήλ: Στη Ρέα. Όχι, το σπίτι μας ήταν το μεγαλύτερο. Στη Ρέα ήταν μικρό. Ήταν εξοχικό σπίτι κάποιου. Στη Ρέα.
Μιχάλης: Πώς ζούσατε μέσα στο σπίτι ως οικογένεια;
Ραχήλ: Νομίζω ότι κανονικά είχαμε τα κρεβάτια μας. Ένα διπλό, η μητέρα μου. Αυτό ήταν ένα σπίτι που ανήκε σε κάποια που ερχόταν μόνο το καλοκαίρι. Έμενε στην Αμερική. Και μας το νοίκιασε ακριβώς επειδή δεν θα το χρησιμοποιούσε για μια περίοδο.
Μιχάλης: Ήταν Ελληνίδα;
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Αυτή τη στιγμή, θυμάστε σε ποιο έτος βρισκόμαστε;
Ραχήλ: 1943, πότε άρχισε η δίωξη στην Αθήνα;
Ραχήλ: Ναι.
Ραχήλ: Σεπτέμβριος.
Ραχήλ: Σεπτέμβριος 1943. Επομένως... Τώρα για να δικαιολογηθούμε λέγαμε ότι ήμασταν πρόσφυγες από την Καβάλα. Για να δικαιολογηθούμε στη Ρέα όπου πήγαμε.
Μιχάλης: Αυτή τη στιγμή οι γονείς σας χρησιμοποιούσαν τα κανονικά τους ονόματα;
Ραχήλ: Όχι. Είχαν... Πρέπει να τα έχω. Είχαν ταυτότητες που ο πατέρας του Έβερτ που ήταν αστυνομικός διευθυντής τους είχε δώσει. Ψεύτικες και για τη μητέρα μου και για τον πατέρα μου.
Μιχάλης: Θυμάστε τα ονόματα αυτών των ταυτοτήτων;
Ραχήλ: Ναι, νομίζω Λιβαδιώτης ήταν το επώνυμο. Και τα μικρά ονόματα... Τάσος και Αναστάσιος, δηλαδή, και η μητέρα μου... Θα βρω τις ταυτότητες. Πρέπει να τις έχω.
Μιχάλης: Η μητέρα σας.
Ραχήλ: Κάπως δεν θυμάμαι πώς...
Ο Φάκας ήταν αυτός που πρότεινε στους γονείς μου να με αφήσουν εκεί επειδή ήμουν πολύ μικρή, και αυτός ήταν που μας πρόδωσε. Και οι γονείς μου έλεγαν πάντα ότι με κρατούσε για να εκβιάσει την κατάσταση γιατί δεν θα με άφηναν ποτέ. Γιατί όλοι έπαιρναν κάποια χρήματα.
Μιχάλης: Θυμάστε το μικρό όνομα του Φάκα;
Ραχήλ: Όχι. Δεν το έχω.
Μιχάλης: Ο Φάκας σας πρόδωσε όταν ήσασταν στη Ρέα;
Ραχήλ: Ναι. Άρχισε από τη Ρέα. Και τότε ήταν που ήρθαν τα αυτοκίνητα των συνεργατών.
Ραχήλ: Ναι. Δεν ήταν στον Διόνυσο. Ήταν στη Ρέα. Γιατί μείναμε πολύ λίγο στον Διόνυσο.
Μιχάλης: Πόσο καιρό μείνατε στη Ρέα;
Ραχήλ: Πολύ λίγο μείναμε και εκεί. Γιατί θυμάμαι ότι ο πατέρας μου είχε φυτέψει... Αυτό το θυμάμαι καλά. Είχε φυτέψει λάχανα, μαρούλια και τα λοιπά. Και δεν πρόλαβε να... Δεν πρόλαβε να... Ήμασταν έτοιμοι να τα μαζέψουμε και φύγαμε.
Μιχάλης: Μαγειρεύατε στον Διόνυσο και στη Ρέα;
Ραχήλ: Δεν θυμάμαι στον Διόνυσο. Στη Ρέα σίγουρα.
Μιχάλης: Και πώς είχατε πρόσβαση σε τρόφιμα;
Ραχήλ: Πού ψωνίζαμε. Δεν το θυμάμαι και αυτό πραγματικά.
Μιχάλης: Αυτή τη στιγμή σας είχαν δώσει οι γονείς σας κάποιες οδηγίες;
Ραχήλ: Όχι. Όχι. Τα αδέλφια μου ήταν πολύ φοβισμένα. Εγώ ήμουν λίγο, δεν ξέρω, δεν είχα καταλάβει. Δεν ξέρω. Ήμουν λίγο πιο αμέριμνη.
Μιχάλης: Οι γονείς σας σας φώναζαν Ραχήλ ή Λιλή;
Ραχήλ: Λιλή πάντα. Από μικρή. Δεν ξέρω, δεν με φώναζαν ποτέ Ραχήλ.
Μιχάλης: Και στον Διόνυσο και στη Ρέα;
Ραχήλ: Ναι, Λιλή, Λιλή πάντα.
Μιχάλης: Καταλαβαίνω ότι το σπίτι στη Ρέα ήταν λίγο πιο άνετο από τον Διόνυσο.
Ραχήλ: Ναι, ναι. Εκεί στον Διόνυσο ήταν ένα δωμάτιο. Και στη Ρέα είχαμε, μπορούσαμε να κινηθούμε.
Μιχάλης: Είχατε γείτονες εκεί;
Ραχήλ: Στη Ρέα δεν νομίζω. Δεν νομίζω ότι είχαμε καμία σχέση με κανέναν γείτονα. Γιατί δεν το γράφω εδώ επίσης.
Μιχάλης: Θυμάστε πώς περνούσατε τον καιρό σας;
Ραχήλ: Ναι, θα σας πω αργότερα. Αυτό το εξηγεί.
Όταν ήρθαν να μας ψάξουν στη Ρέα, πήγαν πρώτα στον Διόνυσο. Γιατί εκεί μας έψαχναν και η θεία του Πολυμέρη έστειλε το γιο της που ήταν παιδί. Τρέχοντας από τον Διόνυσο στη Ρέα. Ήρθε όχι από τον κεντρικό δρόμο. Ήρθε μέσα από τα μονοπάτια. Να μας προειδοποιήσει να φύγουμε.
Μιχάλης: Κυρία Πολυμέρη.
Ραχήλ: Η θεία του Πολυμέρη.
Ραχήλ: Ναι, Πίνα. Έτσι τη φώναζα. Έμενε στην ίδια γειτονιά στον Διόνυσο. Στην ίδια γειτονιά στον Διόνυσο. Όχι, στο σπίτι όπου μείναμε την πρώτη φορά. Μείναμε λίγο και με αυτήν. Και μετά νοικιάσαμε το σπίτι στη Ρέα. Αλλά το σπίτι της ήταν στον Διόνυσο.
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Άρα μένατε με την κυρία Πίνα Πολυμέρη.
Ραχήλ: Ναι, εκεί μείναμε την πρώτη φορά.
Μιχάλης: Γι' αυτό ήσασταν σε ένα δωμάτιο.
Ραχήλ: Και ποιος άλλος ήταν σε αυτό το σπίτι;
Ραχήλ: Νομίζω αυτή με τα παιδιά. Βλέπω ότι έχει και γιο. Δεν ξέρω αν έχει και άλλα.
Μιχάλης: Θυμάστε να μένετε με άλλη οικογένεια;
Ραχήλ: Ναι, φυσικά.
Μιχάλης: Ενώ στη Ρέα ήσασταν μόνοι.
Ραχήλ: Μόνοι. Μόνο εμείς. Αχ, και η θεία μου πάντα. Ήμασταν οι τέσσερις και η θεία μου με τον θείο μου. Ευτυχία και Ρίκος.
Ραχήλ: Ναι, ήμασταν μαζί μέχρι...
Μιχάλης: Και στον Διόνυσο;
Ραχήλ: Γιατί ήταν η γνωριμία της που πήγαμε στον Διόνυσο.
Μιχάλης: Μένατε με την οικογένεια της κυρίας Πίνας Πολυμέρη.
Ραχήλ: Ναι, ναι.
Μιχάλης: Και με τη θεία σας.
Ραχήλ: Έξι άτομα, ναι.
Μιχάλης: Και όταν πήγατε στη Ρέα.
Ραχήλ: Πήγατε μαζί με τον θείο και τη θεία σας.
Ραχήλ: Ναι, φυσικά. Έξι άτομα. Αργότερα χωριστήκαμε.
Μιχάλης: Θυμάστε τη μέρα που έφτασε το παιδί να σας πει ότι πρέπει να φύγετε;
Ραχήλ: Πολύ έντονα. Ήταν ένα μικρό παιδί, πρέπει να ήταν δέκα. Φορούσε κοντό παντελόνι. Και ήρθε και είπε, η μητέρα μου είπε: "Υπάρχει ένα αυτοκίνητο στον Διόνυσο. Ψάχνει για δύο εβραϊκές οικογένειες. Έχουν ήδη βρει τη μια. Και ψάχνουν τη δεύτερη," που φαντάζομαι ότι ήσασταν εσείς. "Πρέπει να σηκωθείτε και να φύγετε."
Εκείνη τη στιγμή είχαμε καθίσει στο τραπέζι να φάμε. Ήταν μεσημέρι φαντάζομαι. Ο πατέρας μου λέει φεύγουμε αμέσως. Σηκωθήκαμε, αφήσαμε τα πάντα εκεί όπως ήταν, το φαγητό. Και πήραμε τρία πράγματα. Δεν ξέρω αν πήραμε τίποτα. Σηκωθήκαμε και φύγαμε αμέσως. Η μητέρα μου ήταν με παντόφλες. Έφυγε με παντόφλες.
Συγγνώμη, δεν σας είπα σωστά. Ο Φάκας δεν ήταν στην Πλατεία Αττικής. Ο Φάκας ήταν γείτονας στη Ρέα.
Μιχάλης: Στη Ρέα.
Ραχήλ: Στη Ρέα, ούτε καν στον Διόνυσο.
Ραχήλ: Ναι, ναι, στη Ρέα. Και περάσαμε από εκεί. Από εκεί να του πούμε ότι φεύγαμε. Και εκείνος συνέχιζε να μας προδίδει.
Μιχάλης: Τον θυμάστε;
Ραχήλ: Ναι, τον θυμάμαι. Τον θυμάμαι. Γιατί τον είδαμε και αργότερα. Και μας έκανε εντύπωση, ας πούμε. Ήταν Έλληνας.
Στην πραγματικότητα είχαμε περάσει μια φορά μετά την απελευθέρωση. Έμενε στη Ρέα. Και είχαμε περάσει και τον είχαμε δει. Από μακριά.
Μιχάλης: Είπατε ότι είχαν βρει μια εβραϊκή οικογένεια στον Διόνυσο.
Ραχήλ: Αυτό γράφω εδώ.
Μιχάλης: Αλλά θυμάστε αν υπήρχε άλλη εβραϊκή οικογένεια;
Ραχήλ: Όχι. Όχι. Και πιθανώς πρέπει να ήταν η θεία μου. Δηλαδή, η θεία μου με τον θείο μου. Και μας είχαν ως δύο διαφορετικές οικογένειες. Μας έψαχναν. Δεν βρήκαν άλλη νομίζω.
Μιχάλης: Ήταν ο θείος και η θεία σας εκεί που είχαν συλλάβει μια εβραϊκή οικογένεια;
Ραχήλ: Και όμως πρέπει να υπήρχε άλλη. Όχι ο θείος και η θεία σας.
Ραχήλ: Όχι. Όχι. Μας είχαν ως μια οικογένεια.
Μιχάλης: Πώς φύγατε από τη Ρέα;
Ραχήλ: Από τη Ρέα. Λοιπόν. Φύγαμε, η μητέρα μου όπως ήμασταν. Ο πατέρας μου με πήρε. Με έβαλε στους ώμους του. Και τα αδέλφια μου. Και η θεία μου και ο θείος μου. Και φύγαμε όπως ήμασταν. Και κρυφτήκαμε - αυτό το θυμάμαι πολύ καλά.
Φύγαμε. Περάσαμε τον δρόμο. Τον ασφαλτωμένο δρόμο. Και υπήρχε ένα χαντάκι μετά. Και πήγαμε και κρυφτήκαμε στο χαντάκι. Και ακούσαμε. Μετά από λίγο γράφω εδώ. Ακούσαμε τα αυτοκίνητα των Γερμανών να περνούν.
Μιχάλης: Θυμάστε να ακούτε τα αυτοκίνητα;
Ραχήλ: Όχι. Αυτά είναι ίσως περισσότερο από την αδελφή μου.
Μιχάλης: Αυτή τη στιγμή είστε με την αδελφή σας, τους γονείς σας...
Ραχήλ: Έξι.
Ραχήλ: Τον θείο σας. Δεν είχαν παιδιά.
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Άρα είστε όλοι έξι στο χαντάκι.
Ραχήλ: Και πόσο καιρό μείνατε εκεί;
Ραχήλ: Ακούσαμε τα αυτοκίνητα των Γερμανών να περνούν και αρχίσαμε να περπατάμε μετά.
Μιχάλης: Θυμάστε αυτό;
Ραχήλ: Ότι ο πατέρας μου με είχε βάλει εκεί. Αυτό το θυμάμαι.
Μιχάλης: Και πού πήγατε;
Ραχήλ: Και θυμάμαι το χαντάκι λίγο.
Μιχάλης: Πού πήγατε;
Ραχήλ: Λοιπόν. Αχ, και ο πατέρας μου και ο θείος με κουβαλούσαν. Πήραμε ένα μονοπάτι προς το Πογιάτι. Τώρα λέγεται Άγιος Στέφανος.
Μιχάλης: Θυμάστε πώς ήταν ο καιρός εκείνη τη μέρα;
Ραχήλ: Ήταν νύχτα.
Ραχήλ: Νύχτα.
Ραχήλ: Νύχτα ναι. Περιμέναμε να σκοτώσει για να φύγουμε από το χαντάκι.
Μιχάλης: Άρα το μάθατε αυτό όταν τρώγατε μεσημεριανό.
Ραχήλ: Ναι, ναι. Και είχαμε καθίσει στο τραπέζι και αφήσαμε τα πάντα έτσι και φύγαμε.
Μιχάλης: Και περπατήσατε μέχρι το Πογιάτι.
Ραχήλ: Ναι. Όπου έμενε ένας συμπατριώτης της μητέρας μου και της θείας μου, που λεγόταν Καριώτης.
Μιχάλης: Όταν λέτε συμπατριώτης.
Ραχήλ: Από την Αλβανία, από τη Βόρεια Ήπειρο. Αυλώνα.
Ραχήλ: Ναι, ναι.
Μιχάλης: Συγγενείς;
Ραχήλ: Όχι. Συμπατριώτης. Του ζητήσαμε να περάσουμε τη νύχτα. Φοβήθηκε και δεν μας δέχτηκε όμως.
Και τότε ο πατέρας μου θυμήθηκε, λέει, έναν γνωστό του, έναν αρτοποιό που έμενε στην Κηφισιά. Πήραμε άλλο μονοπάτι και βρεθήκαμε μπροστά σε ένα μέρος όπου ήταν εγκαταστημένη μια γερμανική αντιαεροπορική κεραία.
Και κανονικά υπήρχαν νάρκες εκεί, λέει. Αλλά επειδή έπρεπε να περάσουμε, ο πατέρας μου είπε το Μακεντάβις, πώς να το πω. Μια προσευχή και λέει αν μας προστατέψει ο Θεός θα περάσουμε. Και περάσαμε.
Μιχάλης: Και είστε όλοι με τα πόδια;
Ραχήλ: Όλοι, ναι. Και εγώ ήμουν πάντα πολύ μικρή, δεν μπορούσα να αντέξω τέτοια πράγματα.
Μιχάλης: Και στην Κηφισιά πού πήγατε;
Ραχήλ: Πήγαμε σε αυτόν τον συμπατριώτη του πατέρα μου. Αχ, όχι, τον αρτοποιό. Αρτοποιό. Τώρα από πού ήταν.
Μιχάλης: Θυμάστε τον αρτοποιό;
Ραχήλ: Όχι, δεν θυμάμαι κανένα από αυτά τα πράγματα.
Μιχάλης: Θυμάστε πού μείνατε εκεί στην Κηφισιά;
Ραχήλ: Θυμάμαι ότι αυτός ο αρτοποιός, αυτό το θυμάμαι, ότι δεν είχε πού να μας βάλει. Να περάσουμε τη νύχτα τώρα ήταν το θέμα. Και κατέβασε τις πόρτες. Κατέβασε τις πόρτες για να μπορούμε να ξαπλώσουμε κάπου.
Μιχάλης: Αφαίρεσε τις πόρτες.
Ραχήλ: Αφαίρεσε τις πόρτες από το σπίτι του, καταπληκτικό.
Μιχάλης: Το σπίτι ή το κατάστημα;
Ραχήλ: Ήταν το σπίτι του.
Μιχάλης: Θυμάστε αν υπήρχε κανείς άλλος στο σπίτι;
Ραχήλ: Όχι, δεν θυμάμαι.
Μιχάλης: Πόσο καιρό μείνατε;
Ραχήλ: Μόνο εκείνη τη νύχτα.
Και μετά είχαν, ο πατέρας μου είχε, δεν ξέρω πώς, δεν θυμάμαι καλά τώρα, το έχω γραμμένο. Ότι είχε κάποια υποψία ότι πρέπει να φύγουμε από τη Ρέα κάποια στιγμή. Και είχε δώσει προκαταβολή για ένα σπίτι στο Πογιάτι. Και πήγαμε λέγοντας ότι τώρα θα μείνουμε, από τώρα θα μείνουμε.
Μιχάλης: Ο πατέρας σας είχε ήδη κάποιο σχέδιο να φύγει από τη Ρέα;
Ραχήλ: Ναι, να φύγει γιατί δεν αισθανόταν ασφαλής.
Μιχάλης: Και πότε πήγατε στο σπίτι στο Πογιάτι;
Ραχήλ: Την επόμενη μέρα πήγαμε εκεί και καλέσαμε, αν θυμάμαι καλά, καλέσαμε αυτόν τον Φάκα που δεν ξέραμε τότε ότι μας πρόδιδε κάθε φορά. Και πήγαν μαζί και πήραν τα πράγματά μας που είχαμε στη Ρέα για να μετακομίσουμε, ας πούμε.
Μιχάλης: Αυτό έγινε με αυτοκίνητο;
Ραχήλ: Ναι, πρέπει να ήταν με το δικό του, δεν ξέρω, μετακομίσαμε, ας πούμε.
Μιχάλης: Ξέρετε τι σχέση είχε ο Φάκας με τον πατέρα σας;
Ραχήλ: Όχι, απλώς ότι ήταν ο γείτονας στη Ρέα, από αυτά που γράφω εδώ επίσης. Νόμιζα ότι ήταν στην Πλατεία Αττικής αλλά ήταν ο γείτονας στη Ρέα.
Μιχάλης: Και μετά πήρατε τα πράγματά σας στο Πογιάτι;
Ραχήλ: Ναι, κάτω Κηφισιά, δεν ξέρω, κάτω Κηφισιά μπορεί να ήταν το σπίτι.
Μιχάλης: Θυμάστε πώς ήταν αυτό το σπίτι;
Ραχήλ: Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι είχε μια σκεπαστή βεράντα, σχετικά μικρή, ξέρω, αρκετή για τέσσερις καρέκλες ή ίσως πέντε. Μπαίνατε πρώτα σε αυτή τη βεράντα και μετά μπαίνατε μέσα στο σπίτι. Αυτή τη βεράντα τη θυμάμαι καλά.
Μιχάλης: Και πόσο καιρό μείνατε εκεί;
Ραχήλ: Μείναμε λίγο και κάποια στιγμή ήρθε... Βλέπουμε ένα αυτοκίνητο. Αυτό το θυμάμαι. Βλέπουμε ένα αυτοκίνητο να έρχεται. Που ήταν μαύρο. Μικρό μαύρο αυτοκίνητο. Με δύο άτομα μέσα. Έλληνες.
Και ποιος βγήκε ήρθε. Ήταν συνεργάτες. Δεν έδωσαν τα ονόματά τους. Δεν τους γνώρισα ποτέ. Και μας κάθισαν όλους κάτω. Σε αυτή τη βεράντα. Και αυτό το θυμάμαι. Το θυμάμαι πολύ σαν να ήταν σήμερα. Αυτή τη βεράντα. Και μας κάθισαν όλους κάτω.
Και μας είπαν ότι έχουμε εντολές. Να σας συλλάβουμε. Και ο πατέρας μου είπε: "Τι θέλετε από εμάς;" Λέει δώστε μας ό,τι έχετε. Κοσμήματα, χρήματα, λίρες. Ο πατέρας μου λέει: "Δεν έχω τίποτα. Από αυτά που μου ζητάτε."
Αφού αυτό το θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά. Η αδελφή μου φορούσε ένα μακεντάβιδ. Στο λαιμό της. "Το μόνο χρυσό που έχουμε," λέει, "είναι αυτή η αλυσίδα. Αν θέλετε να σας τη δώσουμε." "Όχι, όχι," λέει. "Όχι από το παιδί." "Όχι από το παιδί," είπαν.
"Αλλά σας δίνουμε," λέει, "δεν ξέρω πόσο χρόνο, προθεσμία, να σηκωθείτε και να φύγετε."
Μιχάλης: Ήταν αυτοί οι άνθρωποι οπλισμένοι;
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Και πότε φύγατε από αυτό το σπίτι;
Ραχήλ: Αμέσως. Πάλι το ίδιο. Δηλαδή, αυτό που κάναμε από τη Ρέα φύγαμε και από εκεί. Αμέσως.
Μιχάλης: Παρόλο που είχατε ήδη πληρώσει;
Ραχήλ: Ναι, ναι. Δεν υπολογίζαμε αυτά τα πράγματα.
Μιχάλης: Και πώς φύγατε από αυτό το σπίτι;
Ραχήλ: Πάλι ήρθε ο Βαγγέλης Δημητρίου. Ήρθε να μας πάρει με το αυτοκίνητο. Αλλά από εκεί πού πήγαμε όμως. Ήταν το ίδιο γκαζογόνο.
Αχ, είχε και ένα μικρό δαχτυλίδι που φορούσε. Εκτός από την αλυσίδα. Φορούσε και ένα μικρό δαχτυλίδι. Λέει όχι, όχι, όχι από το παιδί.
Μιχάλης: Όταν ήσασταν σε αυτή τη βεράντα, θυμάστε τι νιώσατε;
Ραχήλ: Φόβο. Φόβο. Είχα κι εγώ, παρόλο που ήμουν λίγο... Φοβόμουν. Όταν είδα όλους τους άλλους παγωμένους. Φοβήθηκα κι εγώ.
Μιχάλης: Ήταν όλοι παγωμένοι;
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι. Δηλαδή, ήμασταν σίγουροι ότι θα μας έλεγαν σηκωθείτε. Ελάτε να σας πάρουμε. Πώς μας λυπήθηκαν, δεν ξέρω. Μου φαίνεται πολύ παράξενο.
Μιχάλης: Ο Βαγγέλης Δημητρίου σας πήρε με το ίδιο αυτοκίνητο;
Ραχήλ: Ναι, ναι. Αυτός έκανε πάντα τις μεταφορές μας. Δούλευε σε ένα ξενοδοχείο. Αυτό το θυμάμαι. Στην αρχή της οδού Σταδίου που λεγόταν Σουδάν. Ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. Δηλαδή, χάρη σε αυτόν νομίζω επιβιώσαμε.
Και ήταν συγγενής του Πολυμέρη και της γυναίκας του. Όχι, ας σκεφτώ. Αχ, ένα λεπτό. Αριστείδης. Υπάρχει και ένας Αριστείδης εδώ. Αυτός έκανε τις μετακινήσεις μας. Ποιος ήταν όμως ο Αριστείδης δεν θυμάμαι.
Και πήγαμε, λέει, στον Πύργο της Βασίλισσας. Στους Αγίους Αναργύρους. Δεν το θυμάμαι καθόλου αυτό. Σε άλλο σπίτι.
Ραχήλ: Ναι. Ότι ο Αριστείδης είχε μάθει ότι νοικιαζόταν ένα σπίτι εκεί.
Μιχάλης: Θυμάστε πόσο καιρό μείνατε;
Ραχήλ: Όχι, δεν μείναμε. Γιατί βλέπω εδώ ότι παρόλο που λέγαμε ότι ήμασταν πρόσφυγες. Ο ιδιοκτήτης κατάλαβε ότι ήμασταν Εβραίοι και μας έδιωξε.
Ραχήλ: Και κοιμηθήκαμε στο ύπαιθρο κοντά σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό.
Μιχάλης: Θυμάστε αυτό;
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Ποια είναι η επόμενη ανάμνηση μετά το σπίτι στο Πογιάτι και τη βεράντα;
Ραχήλ: Πού πήγαμε μετά. Τι θυμάστε. Τι θυμάστε.
Ραχήλ: Πήγαμε. Τι θυμάστε αμέσως μετά. Δηλαδή, θυμάστε τη βεράντα. Τώρα τα θυμάμαι επειδή τα έγραψα όλα αυτά με την αδελφή μου. Αλλά τώρα μου διαφεύγουν. Δεν θυμάμαι γιατί δεν θυμάμαι τι έφαγα χθες.
Εκεί χωριστήκαμε. Η θεία μου και ο θείος μου έφυγαν και πήγαν αλλού γιατί γινόμασταν στόχοι όλοι μαζί.
Μιχάλης: Θυμάστε τη μέρα που χωριστήκατε;
Ραχήλ: Ναι, ναι. Θυμάμαι ότι κλαίγαμε όλοι. Πολλοί γιατί ήμασταν μια οικογένεια.
Μιχάλης: Αυτό έγινε στους Αγίους Αναργύρους;
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Ξέρετε πού πήγε ο θείος σας;
Ραχήλ: Στον Πειραιά. Αυτό το θυμάμαι. Αλλά δεν ξέρω πού πήγαν.
Και εμείς πήγαμε στα Καλύβια.
Ραχήλ: Ναι, εκεί ηρεμήσαμε. Ποιος μας βρήκε αυτό το σπίτι δεν ξέρω. Στα Καλύβια. Καλύβια Αττικής υπάρχει ακόμα. Θα ξέρατε. Πήγαμε στα Καλύβια.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι. Εκεί βρήκαμε ένα σπίτι και μείναμε μέχρι... Εκεί ηρεμήσαμε για τελευταία φορά. Δεν ξέρω πόσο καιρό μείναμε. Αλλά πραγματικά είχαμε ηρεμία εκεί. Δηλαδή, κανείς δεν μας ήξερε. Δεν είχαμε πει σε κανέναν. Είχαν καταλάβει για τον Φάκα ότι ήταν προδότης. Και δεν είχαμε πει σε κανέναν. Σε κανέναν. Και ηρεμήσαμε εκεί.
Μιχάλης: Νοικιάσατε σπίτι;
Ραχήλ: Πιθανώς. Μείναμε σε ένα σπίτι ούτως ή άλλως.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι.
Μιχάλης: Και θυμάστε το σπίτι στα Καλύβια;
Ραχήλ: Όχι. Καθόλου.
Μιχάλης: Θυμάστε τη μέρα που σταματήσατε να κρύβεστε;
Ραχήλ: Θυμάμαι ποιος ήταν που ήρθε. Και θυμάμαι όταν βομβάρδισαν τον σταθμό Λαρίσης. Θυμάμαι όταν βγήκαμε και παρακολουθούσαμε τις βόμβες να πέφτουν. Ήταν, οι Άγγλοι ήταν. Πιθανώς, οι Άγγλοι ήταν.
Μιχάλης: Ήσασταν στα Καλύβια.
Ραχήλ: Στα Καλύβια, ναι.
Μιχάλης: Τι θυμάστε από αυτόν τον βομβαρδισμό;
Ραχήλ: Θυμάμαι τα αεροπλάνα που είδαμε με τις βόμβες. Δηλαδή, ήταν σαν κεραυνούς. Και πώς να ξέραμε ότι μια από αυτές τις βόμβες θα έπεφτε και στο σπίτι μας. Γιατί ήμασταν πολύ κοντά στον σταθμό Λαρίσης.
Μιχάλης: Άρα το σπίτι σας καταστράφηκε;
Ραχήλ: Ναι, εντελώς.
Μιχάλης: Τι ώρα της ημέρας είδατε αυτές τις βόμβες;
Ραχήλ: Ήταν νύχτα.
Μιχάλης: Θυμάστε κάτι άλλο από όταν ήσασταν στα Καλύβια;
Ραχήλ: Όχι, ήμασταν πολύ χαρούμενοι εκεί. Αυτό το ξέρω, το θυμάμαι. Ήμασταν πολύ ήρεμοι και χαρούμενοι.
Μιχάλης: Είδατε αλλαγή στη συμπεριφορά των γονιών σας;
Ραχήλ: Φαντάζομαι ότι κι αυτοί... Δηλαδή, σύμφωνα με αυτό που καταλαβαίνω, ηρέμησαν, ηρεμήσαμε κι εμείς ως παιδιά.
Μιχάλης: Αλλά δεν θυμάστε αν είχατε γείτονες;
Ραχήλ: Καθόλου δεν θυμάμαι.
Η Ραχήλ Αλκαλάη μιλάει για τις αναμνήσεις της από τη διαμονή στα Καλύβια, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ραχήλ μιλά για τη ζωή της οικογένειάς της μεταπολεμικά, συμπεριλαμβανομένης της προσωρινής διαμονής τους σε συγγενείς, την επιστροφή στα κατεστραμμένα σπίτια τους, την εκπαίδευσή της σε διάφορα σχολεία, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου που πέρασε στην Αγγλία, με αναφορές και στους γάμους που οργανώνονταν εντός της εβραϊκής κοινότητας. Αναπολεί τις εβραϊκές παραδόσεις, τις οικογενειακές σχέσεις και τον τρόπο με τον οποίο οι συνέπειες του πολέμου επηρέασαν τις θρησκευτικές και πολιτιστικές πρακτικές της κοινότητάς τους.
Μια συγκινητική μαρτυρία! Αφήγηση της ιστορία μιας εβραϊκής οικογένειας, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της στην Πλατεία Αττικής, το 1943, για να ξεφύγει από τους ναζιστικούς διωγμούς. Η οικογένεια κρύβονταν σε διάφορες τοποθεσίες γύρω από την Αθήνα (Διόνυσο, Ρέα, Κηφισιά, Καλύβια), βοηθούμενη από τολμηρούς Έλληνες πολίτες, ενώ προδόθηκε επανειλημμένα. Παρά τους κινδύνους, τον φόβο και τις συνεχείς μετακινήσεις, η οικογένεια κατάφερε να επιβιώσει μέχρι την απελευθέρωση, ενώ το αρχικό τους σπίτι καταστράφηκε από βομβαρδισμό των συμμάχων.
Ραχήλ Αλκαλάη (Μποττόν)
Απομαγνητοφώνηση
Μιχάλης: Ο πατέρας σας στρατολογήθηκε στο στρατό το 1940;
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Τι θυμάστε από την αρχή του πολέμου;
Ραχήλ: Δεν θυμάμαι τίποτα το ιδιαίτερο τώρα.
Μιχάλης: Πότε ήταν η πρώτη φορά που αρχίσατε να παρατηρείτε κάτι διαφορετικό στην πόλη;
Ραχήλ: Ακούγαμε - ο πατέρας μου και η μητέρα μου, ή και οι δύο, δεν θυμάμαι - άκουγαν ειδήσεις από το εξωτερικό. Είχαν κάποιο ραδιόφωνο και ήξεραν ότι οι Εβραίοι διωκόταν, δηλαδή το ήξεραν αυτό πολύ πριν από το 1943. Οπότε είχαν προετοιμαστεί ήδη για την περίπτωση ότι θα έπρεπε να φύγουν κάποια στιγμή, ότι θα έφτανε και στην Ελλάδα και θα αναγκάζονταν να φύγουν.
Αυτό το θυμάμαι πολύ καλά γιατί είχαμε πάντα μια τσάντα, ας πούμε, με ό,τι απαραίτητα θα χρειαζόμασταν. Τι ήταν τα απαραίτητα, δεν μπορώ να θυμηθώ, αλλά θυμάμαι ότι είχαμε πάντα μια τσάντα και θυμάμαι ποια τσάντα ήταν με τα απαραίτητα.
Μιχάλης: Πώς ήταν αυτή η τσάντα;
Ραχήλ: Άνοιγε παράξενα, είχε μέταλλο και άνοιγε παράξενα. Δεν ξέρω αν υπάρχουν πια τέτοιες τσάντες, δεν νομίζω.
Μιχάλης: Θυμάστε τι πράγματα είχατε μέσα;
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Είχατε πολλά έπιπλα στο σπίτι;
Ραχήλ: Όχι, όχι τόσα πολλά.
Μιχάλης: Βιβλία;
Ραχήλ: Και βιβλία, ναι. Πολλά βιβλία.
Μιχάλης: Είχατε εβραϊκά βιβλία προσευχής;
Ραχήλ: Ναι, φυσικά, ναι, ναι.
Μιχάλης: Είχατε άλλα βιβλία;
Ραχήλ: Και άλλα βιβλία, ναι. Όχι τόσα όσα σήμερα, φυσικά, πολύ λιγότερα από αυτά που έχουμε σήμερα, αλλά τα είχαμε.
Μιχάλης: Ας περάσουμε λίγο τώρα στο '43 και στο σημείο που φύγατε από το σπίτι στην Πλατεία Αττικής.
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Μπορείτε να μας πείτε τι έγινε;
Ραχήλ: Ας δω, ίσως θα ήταν καλύτερα - έχω γράψει αυτά, ίσως να θυμηθώ καλύτερα αν τα διαβάσω.
Πρώτα από όλα, είχαμε - πρέπει να σας πω αυτό - η θεία μου είχε κάποιους πολύ καλούς φίλους που έμεναν πολύ κοντά στη θεία μου.
Μιχάλης: Στα Σεπόλια;
Ραχήλ: Στα Σεπόλια. Λέγονταν Πολυμέρης και Περσεφόνη. Μπορεί να έχω γράψει το επώνυμό τους πιο κάτω. Είχαν τρία παιδιά και βρήκαν σε μας το μέρος όπου θα κρυβόμασταν.
Φρόντισαν να μας στείλουν κάπου. Δεν ξέρω πώς φύγαμε - ένα φορτηγό, νομίζω κάποιο φορτηγό ήρθε και μας πήρε. Δεν ήταν φορτηγό, ήταν ένα μικρό όχημα που μας πήγε στον Διόνυσο. Εκεί πήγαμε, το πρώτο μας κρησφύγετο.
Μιχάλης: Αυτά που μου λέτε τώρα, τα μάθατε από τους γονείς σας;
Ραχήλ: Περισσότερο, γιατί οι γονείς μου και η αδελφή μου, που ήταν μεγαλύτερη - ήταν 13-14 χρονών και θυμόταν πολύ καλά.
Μιχάλης: Ποιος οργάνωσε αυτή την επιχείρηση;
Ραχήλ: Ναι, ο Πολυμέρης και η Περσεφόνη, αυτοί οι δύο το κανόνισαν. Είχαν κάποια αδελφή, θεία, στον Διόνυσο και κανόνισε να μας κρύψει.
Μιχάλης: Θυμάστε ή ξέρετε πότε φύγατε από το σπίτι στην Πλατεία Αττικής;
Ραχήλ: Ας δω... Ναι, τώρα βλέπω τη γειτόνισσα Βουράνια Κολιοπούλου που ανέφερα. Την έχω γραμμένη. Αχ, εδώ γράφω πολλά πράγματα.
Το βράδυ, λέει, αφού σκότωσε, οι γονείς μου με την αδελφή μου μετέφεραν ό,τι μπορούσαν στο σπίτι της για να τα σώσουν.
Μιχάλης: Στο σπίτι της κυρίας Κολιοπούλου.
Ραχήλ: Αχ, άρα η κυρία Κολιοπούλου συμμετείχε στην επιχείρηση.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι. Και μας επέστρεψε ό,τι πράγματα της δώσαμε, που δεν μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας - μας τα επέστρεψε όλα, ακόμα και μια καρφίτσα, ας πούμε, στο τέλος. Μας τα επέστρεψε όλα.
Μιχάλης: Οι γείτονές σας γενικά ήξεραν ότι ήσασταν Εβραίοι;
Ραχήλ: Πρέπει να ήξεραν, πρέπει να ήξεραν.
Μιχάλης: Θυμάστε αν ήταν νύχτα ή μέρα όταν ήρθε το αυτοκίνητο να σας πάρει;
Ραχήλ: Σίγουρα μέρα, δεν νομίζω ότι ήταν νύχτα.
Μιχάλης: Θυμάστε εκείνη τη μέρα;
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχετε μετά τη, ας πούμε, μετακίνηση από την Πλατεία Αττικής;
Ραχήλ: Θυμάμαι πολύ καλά ότι στην αρχή μείναμε στον Διόνυσο. Μαζί με, ή κοντά στην αδελφή, δεν ξέρω τι ήταν. Οι θείες έμεναν εκεί - οι θείες του Πολυμέρη έμεναν στον Διόνυσο.
Μια θεία ήταν παντρεμένη με έναν Σταμάτη που ήταν φρουρός στο στρατόπεδο της Εθνικής Τράπεζας στον Διόνυσο. Και η άλλη θεία ήταν παντρεμένη με τον Κώστα Ρούσσο, βοηθό του Σταμάτη στο στρατόπεδο. Και ήταν πρόθυμοι να φιλοξενήσουν τη θεία μου και τον θείο μου. Στην πραγματικότητα, ήταν περισσότερο φίλοι της.
Αχ, και ο Βαγγέλης Δημητρίου που δούλευε... Ναι, μας βοήθησε πολύ και αυτός.
Ο Βαγγέλης πήγαινε στον συνέταιρο του πατέρα μου, τον κύριο Μαυρογιώργη, και του έδινε χρήματα γιατί πώς ζούσαμε, πώς επιβιώσαμε αυτούς τους 13 μήνες. Του έδινε το μερίδιό του, δηλαδή ό,τι κέρδιζε από το γραφείο, ο συνέταιρός του το έδινε στον Βαγγέλη Δημητρίου που το έφερνε σε μας στον Διόνυσο.
Μιχάλης: Άρα το γραφείο του πατέρα σας συνέχιζε να λειτουργεί;
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι.
Μιχάλης: Θυμάστε το μέρος όπου...
Ραχήλ: Θυμάμαι τον Διόνυσο πολύ καλά.
Μιχάλης: Μπορείτε να μας το περιγράψετε;
Ραχήλ: Ναι, το σπίτι ήταν κοντά σε δέντρα, ας πούμε, και έβγαινα και έπαιζα με τα παιδιά γιατί υπήρχαν και άλλες οικογένειες εκεί. Και οι γονείς μου φοβόντουσαν φυσικά όταν έβγαινα και έπαιζα. Και μου το απαγόρευσαν κάποια στιγμή.
Θυμάμαι πολύ καλά ότι ήθελα τόσο πολύ να παίζω - το παιχνίδι είναι απαραίτητο για ένα παιδί - που τους είπα: προσέχετε καλά, μη μου απαγορεύετε να βγαίνω, γιατί θα πάω να πω ότι είστε Εβραίοι. Τόσο μακριά έφτασα.
Μιχάλης: Μπορείτε να περιγράψετε τον δρόμο στον Διόνυσο όπως ήταν;
Ραχήλ: Το σπίτι ήταν στο δάσος. Και βγαίναμε εκεί έξω. Είχε φυσικά ένα ξέφωτο όπου παίζαμε εμείς τα παιδιά. Αλλά εκεί παίζαμε με το χώμα.
Μιχάλης: Αυτά τα παιδιά έμεναν στο ίδιο σπίτι ή ήταν γείτονες;
Ραχήλ: Όχι. Ήταν από τη γειτονιά.
Μιχάλης: Πόσα σπίτια είχε αυτή η γειτονιά;
Ραχήλ: Λίγα. Πολύ λίγα. Ελάχιστα.
Μιχάλης: Τι ήταν γύρω από το δάσος;
Ραχήλ: Ήταν πολύ αραιοκατοικημένη. Πολύ από ό,τι θυμάμαι. Υπήρχε δάσος γύρω από τα σπίτια.
Ραχήλ: Δάσος, ναι. Δάσος.
Μιχάλης: Και πώς ήταν το σπίτι μέσα;
Ραχήλ: Το σπίτι μέσα ήταν πολύ μικρό από ό,τι θυμάμαι. Μέναμε όλοι σε ένα δωμάτιο. Και ένα μικρό δωμάτιο.
Μιχάλης: Πώς βιώσατε αυτή την αλλαγή;
Ραχήλ: Μείναμε πολύ λίγο εκεί. Γιατί, αν θυμάμαι καλά, ναι, κάποιος μας πρόδωσε.
Μιχάλης: Αχ, αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Ραχήλ: Είχαμε έναν γείτονα με τον οποίο είχαμε πολύ καλές σχέσεις. Και του είχαμε πει πού θα πάμε. Και είμαστε σίγουροι, ναι φυσικά, είμαστε σίγουροι ότι μας πρόδωσε, ότι κατήγγειλε πού βρισκόμασταν.
Και ήρθε ένα γερμανικό αυτοκίνητο, ή όχι, ήρθαν συνεργάτες, και έψαχναν παντού. Και δεν ξέρω πώς μαθεύτηκε αμέσως φυσικά. Και έπρεπε οπωσδήποτε να φύγουμε από εκεί.
Μιχάλης: Από τον Διόνυσο.
Ραχήλ: Από τον Διόνυσο. Νοικιάσαμε ένα σπίτι στη Ρέα, που είναι λίγα χιλιόμετρα από τον Διόνυσο.
Μιχάλης: Αυτός ο γείτονας έμενε στην ίδια γειτονιά στον Διόνυσο;
Ραχήλ: Ναι, στην Πλατεία Αττικής.
Μιχάλης: Αχ, έμενε στην Πλατεία Αττικής.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι, στην Πλατεία Αττικής.
Μιχάλης: Έμαθε ότι θα πάτε στον Διόνυσο.
Ραχήλ: Ναι, ναι.
Μιχάλης: Θυμάστε αυτό το αυτοκίνητο που ήρθε;
Ραχήλ: Το αυτοκίνητο... Όχι, δεν το είδα. Γιατί ήρθε και δεύτερη φορά. Τότε το είδα και το θυμάμαι.
Μιχάλης: Στη Ρέα.
Ραχήλ: Πόσο καιρό μείνατε στον Διόνυσο;
Ραχήλ: Πολύ λίγο. Πρέπει να ήταν μήνες, πολύ λιγότερο ίσως. Έναν, δύο μήνες.
Μιχάλης: Ο κύριος Μαυρογιάννης όλο αυτόν τον καιρό έστελνε χρήματα;
Ραχήλ: Μαυρογιώργης. Ναι, ναι. Πήγαινε ο Βαγγέλης Δημητρίου. Αυτός που μας βοήθησε πολύ.
Μιχάλης: Πώς μεταφερθήκατε από τον Διόνυσο στη Ρέα;
Ραχήλ: Πάλι με κάποιο γκαζογόνο λεγόταν τότε. Δεν λεγόταν φορτηγό. Ήταν γκαζογόνο.
Μιχάλης: Θυμάστε ποιος οδηγούσε αυτά τα αυτοκίνητα;
Ραχήλ: Κάτι μου λέει τώρα. Γιατί θυμάμαι ότι είχε έρθει κάποιος γνωστός που μας πήρε. Όλα αυτά τα ταξίδια γίνονταν από κάποιον πολύ οικείο. Ήταν κάποιος φίλος.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι. Και μάλιστα, τώρα δεν θυμάμαι σε ποια στιγμή, κάποιος μας είχε πάρει από πίσω. Νομίζω όταν φεύγαμε από τη Ρέα και από εκεί φύγαμε αργότερα.
Μιχάλης: Ναι.
Ραχήλ: Ήταν το ίδιο αυτοκίνητο.
Ραχήλ: Ναι, το ίδιο. Το ίδιο και ο ίδιος οδηγός.
Μιχάλης: Μπορείτε να μου περιγράψετε το αυτοκίνητο;
Ραχήλ: Μπροστά καθόταν ο οδηγός και ένας ακόμα. Και πίσω ήμασταν όλοι με τα πράγματα. Και ήταν κλειστό. Δεν είχε παράθυρα πίσω. Μόνο παράθυρα είχε στην πίσω πόρτα που άνοιγε.
Μιχάλης: Ήταν επιβατικό αυτοκίνητο ή κάποιου άλλου τύπου;
Ραχήλ: Όχι, όχι. Πιθανώς όχι επιβάτες. Δεν έπρεπε να είχε καθόλου. Ήταν μόνο για μεταφορά.
Μιχάλης: Θυμάστε τη μετακίνηση από τον Διόνυσο στη Ρέα;
Ραχήλ: Πολύ λίγο.
Μιχάλης: Τι θυμάστε;
Ραχήλ: Πολύ λίγο. Γιατί εκεί δεν είχαμε φόβο. Δεν είχαμε κανέναν να μας ακολουθεί. Μετά τη Ρέα όταν φύγαμε ήταν το πρόβλημα.
Μιχάλης: Στη Ρέα.
Ραχήλ: Νοικιάσαμε ένα σπίτι που μπορώ να το δω. Νοικιάσαμε ένα σπίτι που ήταν πολύ όμορφο. Είχε εξωτερική αυλή. Έτσι, κανονική. Και στη μέση ήταν το σπίτι. Μικρό φυσικά. Πολύ μικρό. Είχε κήπο. Και ο πατέρας μου εκεί φύτευε λαχανικά.
Μιχάλης: Ο πατέρας σας ήξερε να ασχολείται με κηπουρική;
Ραχήλ: Ναι, του άρεσε πολύ. Και μαγείρευε επίσης... Και το έκανε και στην Πλατεία Αττικής.
Ραχήλ: Μαγείρευε εκεί.
Ραχήλ: Όχι. Δεν είχαμε κήπο εκεί καθόλου.
Μιχάλης: Από τα τρία σπίτια - στην Αττική, τον Διόνυσο και τη Ρέα - ποιο ήταν το μεγαλύτερο;
Ραχήλ: Στη Ρέα.
Ραχήλ: Στη Ρέα. Όχι, το σπίτι μας ήταν το μεγαλύτερο. Στη Ρέα ήταν μικρό. Ήταν εξοχικό σπίτι κάποιου. Στη Ρέα.
Μιχάλης: Πώς ζούσατε μέσα στο σπίτι ως οικογένεια;
Ραχήλ: Νομίζω ότι κανονικά είχαμε τα κρεβάτια μας. Ένα διπλό, η μητέρα μου. Αυτό ήταν ένα σπίτι που ανήκε σε κάποια που ερχόταν μόνο το καλοκαίρι. Έμενε στην Αμερική. Και μας το νοίκιασε ακριβώς επειδή δεν θα το χρησιμοποιούσε για μια περίοδο.
Μιχάλης: Ήταν Ελληνίδα;
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Αυτή τη στιγμή, θυμάστε σε ποιο έτος βρισκόμαστε;
Ραχήλ: 1943, πότε άρχισε η δίωξη στην Αθήνα;
Ραχήλ: Ναι.
Ραχήλ: Σεπτέμβριος.
Ραχήλ: Σεπτέμβριος 1943. Επομένως... Τώρα για να δικαιολογηθούμε λέγαμε ότι ήμασταν πρόσφυγες από την Καβάλα. Για να δικαιολογηθούμε στη Ρέα όπου πήγαμε.
Μιχάλης: Αυτή τη στιγμή οι γονείς σας χρησιμοποιούσαν τα κανονικά τους ονόματα;
Ραχήλ: Όχι. Είχαν... Πρέπει να τα έχω. Είχαν ταυτότητες που ο πατέρας του Έβερτ που ήταν αστυνομικός διευθυντής τους είχε δώσει. Ψεύτικες και για τη μητέρα μου και για τον πατέρα μου.
Μιχάλης: Θυμάστε τα ονόματα αυτών των ταυτοτήτων;
Ραχήλ: Ναι, νομίζω Λιβαδιώτης ήταν το επώνυμο. Και τα μικρά ονόματα... Τάσος και Αναστάσιος, δηλαδή, και η μητέρα μου... Θα βρω τις ταυτότητες. Πρέπει να τις έχω.
Μιχάλης: Η μητέρα σας.
Ραχήλ: Κάπως δεν θυμάμαι πώς...
Ο Φάκας ήταν αυτός που πρότεινε στους γονείς μου να με αφήσουν εκεί επειδή ήμουν πολύ μικρή, και αυτός ήταν που μας πρόδωσε. Και οι γονείς μου έλεγαν πάντα ότι με κρατούσε για να εκβιάσει την κατάσταση γιατί δεν θα με άφηναν ποτέ. Γιατί όλοι έπαιρναν κάποια χρήματα.
Μιχάλης: Θυμάστε το μικρό όνομα του Φάκα;
Ραχήλ: Όχι. Δεν το έχω.
Μιχάλης: Ο Φάκας σας πρόδωσε όταν ήσασταν στη Ρέα;
Ραχήλ: Ναι. Άρχισε από τη Ρέα. Και τότε ήταν που ήρθαν τα αυτοκίνητα των συνεργατών.
Ραχήλ: Ναι. Δεν ήταν στον Διόνυσο. Ήταν στη Ρέα. Γιατί μείναμε πολύ λίγο στον Διόνυσο.
Μιχάλης: Πόσο καιρό μείνατε στη Ρέα;
Ραχήλ: Πολύ λίγο μείναμε και εκεί. Γιατί θυμάμαι ότι ο πατέρας μου είχε φυτέψει... Αυτό το θυμάμαι καλά. Είχε φυτέψει λάχανα, μαρούλια και τα λοιπά. Και δεν πρόλαβε να... Δεν πρόλαβε να... Ήμασταν έτοιμοι να τα μαζέψουμε και φύγαμε.
Μιχάλης: Μαγειρεύατε στον Διόνυσο και στη Ρέα;
Ραχήλ: Δεν θυμάμαι στον Διόνυσο. Στη Ρέα σίγουρα.
Μιχάλης: Και πώς είχατε πρόσβαση σε τρόφιμα;
Ραχήλ: Πού ψωνίζαμε. Δεν το θυμάμαι και αυτό πραγματικά.
Μιχάλης: Αυτή τη στιγμή σας είχαν δώσει οι γονείς σας κάποιες οδηγίες;
Ραχήλ: Όχι. Όχι. Τα αδέλφια μου ήταν πολύ φοβισμένα. Εγώ ήμουν λίγο, δεν ξέρω, δεν είχα καταλάβει. Δεν ξέρω. Ήμουν λίγο πιο αμέριμνη.
Μιχάλης: Οι γονείς σας σας φώναζαν Ραχήλ ή Λιλή;
Ραχήλ: Λιλή πάντα. Από μικρή. Δεν ξέρω, δεν με φώναζαν ποτέ Ραχήλ.
Μιχάλης: Και στον Διόνυσο και στη Ρέα;
Ραχήλ: Ναι, Λιλή, Λιλή πάντα.
Μιχάλης: Καταλαβαίνω ότι το σπίτι στη Ρέα ήταν λίγο πιο άνετο από τον Διόνυσο.
Ραχήλ: Ναι, ναι. Εκεί στον Διόνυσο ήταν ένα δωμάτιο. Και στη Ρέα είχαμε, μπορούσαμε να κινηθούμε.
Μιχάλης: Είχατε γείτονες εκεί;
Ραχήλ: Στη Ρέα δεν νομίζω. Δεν νομίζω ότι είχαμε καμία σχέση με κανέναν γείτονα. Γιατί δεν το γράφω εδώ επίσης.
Μιχάλης: Θυμάστε πώς περνούσατε τον καιρό σας;
Ραχήλ: Ναι, θα σας πω αργότερα. Αυτό το εξηγεί.
Όταν ήρθαν να μας ψάξουν στη Ρέα, πήγαν πρώτα στον Διόνυσο. Γιατί εκεί μας έψαχναν και η θεία του Πολυμέρη έστειλε το γιο της που ήταν παιδί. Τρέχοντας από τον Διόνυσο στη Ρέα. Ήρθε όχι από τον κεντρικό δρόμο. Ήρθε μέσα από τα μονοπάτια. Να μας προειδοποιήσει να φύγουμε.
Μιχάλης: Κυρία Πολυμέρη.
Ραχήλ: Η θεία του Πολυμέρη.
Ραχήλ: Ναι, Πίνα. Έτσι τη φώναζα. Έμενε στην ίδια γειτονιά στον Διόνυσο. Στην ίδια γειτονιά στον Διόνυσο. Όχι, στο σπίτι όπου μείναμε την πρώτη φορά. Μείναμε λίγο και με αυτήν. Και μετά νοικιάσαμε το σπίτι στη Ρέα. Αλλά το σπίτι της ήταν στον Διόνυσο.
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Άρα μένατε με την κυρία Πίνα Πολυμέρη.
Ραχήλ: Ναι, εκεί μείναμε την πρώτη φορά.
Μιχάλης: Γι' αυτό ήσασταν σε ένα δωμάτιο.
Ραχήλ: Και ποιος άλλος ήταν σε αυτό το σπίτι;
Ραχήλ: Νομίζω αυτή με τα παιδιά. Βλέπω ότι έχει και γιο. Δεν ξέρω αν έχει και άλλα.
Μιχάλης: Θυμάστε να μένετε με άλλη οικογένεια;
Ραχήλ: Ναι, φυσικά.
Μιχάλης: Ενώ στη Ρέα ήσασταν μόνοι.
Ραχήλ: Μόνοι. Μόνο εμείς. Αχ, και η θεία μου πάντα. Ήμασταν οι τέσσερις και η θεία μου με τον θείο μου. Ευτυχία και Ρίκος.
Ραχήλ: Ναι, ήμασταν μαζί μέχρι...
Μιχάλης: Και στον Διόνυσο;
Ραχήλ: Γιατί ήταν η γνωριμία της που πήγαμε στον Διόνυσο.
Μιχάλης: Μένατε με την οικογένεια της κυρίας Πίνας Πολυμέρη.
Ραχήλ: Ναι, ναι.
Μιχάλης: Και με τη θεία σας.
Ραχήλ: Έξι άτομα, ναι.
Μιχάλης: Και όταν πήγατε στη Ρέα.
Ραχήλ: Πήγατε μαζί με τον θείο και τη θεία σας.
Ραχήλ: Ναι, φυσικά. Έξι άτομα. Αργότερα χωριστήκαμε.
Μιχάλης: Θυμάστε τη μέρα που έφτασε το παιδί να σας πει ότι πρέπει να φύγετε;
Ραχήλ: Πολύ έντονα. Ήταν ένα μικρό παιδί, πρέπει να ήταν δέκα. Φορούσε κοντό παντελόνι. Και ήρθε και είπε, η μητέρα μου είπε: "Υπάρχει ένα αυτοκίνητο στον Διόνυσο. Ψάχνει για δύο εβραϊκές οικογένειες. Έχουν ήδη βρει τη μια. Και ψάχνουν τη δεύτερη," που φαντάζομαι ότι ήσασταν εσείς. "Πρέπει να σηκωθείτε και να φύγετε."
Εκείνη τη στιγμή είχαμε καθίσει στο τραπέζι να φάμε. Ήταν μεσημέρι φαντάζομαι. Ο πατέρας μου λέει φεύγουμε αμέσως. Σηκωθήκαμε, αφήσαμε τα πάντα εκεί όπως ήταν, το φαγητό. Και πήραμε τρία πράγματα. Δεν ξέρω αν πήραμε τίποτα. Σηκωθήκαμε και φύγαμε αμέσως. Η μητέρα μου ήταν με παντόφλες. Έφυγε με παντόφλες.
Συγγνώμη, δεν σας είπα σωστά. Ο Φάκας δεν ήταν στην Πλατεία Αττικής. Ο Φάκας ήταν γείτονας στη Ρέα.
Μιχάλης: Στη Ρέα.
Ραχήλ: Στη Ρέα, ούτε καν στον Διόνυσο.
Ραχήλ: Ναι, ναι, στη Ρέα. Και περάσαμε από εκεί. Από εκεί να του πούμε ότι φεύγαμε. Και εκείνος συνέχιζε να μας προδίδει.
Μιχάλης: Τον θυμάστε;
Ραχήλ: Ναι, τον θυμάμαι. Τον θυμάμαι. Γιατί τον είδαμε και αργότερα. Και μας έκανε εντύπωση, ας πούμε. Ήταν Έλληνας.
Στην πραγματικότητα είχαμε περάσει μια φορά μετά την απελευθέρωση. Έμενε στη Ρέα. Και είχαμε περάσει και τον είχαμε δει. Από μακριά.
Μιχάλης: Είπατε ότι είχαν βρει μια εβραϊκή οικογένεια στον Διόνυσο.
Ραχήλ: Αυτό γράφω εδώ.
Μιχάλης: Αλλά θυμάστε αν υπήρχε άλλη εβραϊκή οικογένεια;
Ραχήλ: Όχι. Όχι. Και πιθανώς πρέπει να ήταν η θεία μου. Δηλαδή, η θεία μου με τον θείο μου. Και μας είχαν ως δύο διαφορετικές οικογένειες. Μας έψαχναν. Δεν βρήκαν άλλη νομίζω.
Μιχάλης: Ήταν ο θείος και η θεία σας εκεί που είχαν συλλάβει μια εβραϊκή οικογένεια;
Ραχήλ: Και όμως πρέπει να υπήρχε άλλη. Όχι ο θείος και η θεία σας.
Ραχήλ: Όχι. Όχι. Μας είχαν ως μια οικογένεια.
Μιχάλης: Πώς φύγατε από τη Ρέα;
Ραχήλ: Από τη Ρέα. Λοιπόν. Φύγαμε, η μητέρα μου όπως ήμασταν. Ο πατέρας μου με πήρε. Με έβαλε στους ώμους του. Και τα αδέλφια μου. Και η θεία μου και ο θείος μου. Και φύγαμε όπως ήμασταν. Και κρυφτήκαμε - αυτό το θυμάμαι πολύ καλά.
Φύγαμε. Περάσαμε τον δρόμο. Τον ασφαλτωμένο δρόμο. Και υπήρχε ένα χαντάκι μετά. Και πήγαμε και κρυφτήκαμε στο χαντάκι. Και ακούσαμε. Μετά από λίγο γράφω εδώ. Ακούσαμε τα αυτοκίνητα των Γερμανών να περνούν.
Μιχάλης: Θυμάστε να ακούτε τα αυτοκίνητα;
Ραχήλ: Όχι. Αυτά είναι ίσως περισσότερο από την αδελφή μου.
Μιχάλης: Αυτή τη στιγμή είστε με την αδελφή σας, τους γονείς σας...
Ραχήλ: Έξι.
Ραχήλ: Τον θείο σας. Δεν είχαν παιδιά.
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Άρα είστε όλοι έξι στο χαντάκι.
Ραχήλ: Και πόσο καιρό μείνατε εκεί;
Ραχήλ: Ακούσαμε τα αυτοκίνητα των Γερμανών να περνούν και αρχίσαμε να περπατάμε μετά.
Μιχάλης: Θυμάστε αυτό;
Ραχήλ: Ότι ο πατέρας μου με είχε βάλει εκεί. Αυτό το θυμάμαι.
Μιχάλης: Και πού πήγατε;
Ραχήλ: Και θυμάμαι το χαντάκι λίγο.
Μιχάλης: Πού πήγατε;
Ραχήλ: Λοιπόν. Αχ, και ο πατέρας μου και ο θείος με κουβαλούσαν. Πήραμε ένα μονοπάτι προς το Πογιάτι. Τώρα λέγεται Άγιος Στέφανος.
Μιχάλης: Θυμάστε πώς ήταν ο καιρός εκείνη τη μέρα;
Ραχήλ: Ήταν νύχτα.
Ραχήλ: Νύχτα.
Ραχήλ: Νύχτα ναι. Περιμέναμε να σκοτώσει για να φύγουμε από το χαντάκι.
Μιχάλης: Άρα το μάθατε αυτό όταν τρώγατε μεσημεριανό.
Ραχήλ: Ναι, ναι. Και είχαμε καθίσει στο τραπέζι και αφήσαμε τα πάντα έτσι και φύγαμε.
Μιχάλης: Και περπατήσατε μέχρι το Πογιάτι.
Ραχήλ: Ναι. Όπου έμενε ένας συμπατριώτης της μητέρας μου και της θείας μου, που λεγόταν Καριώτης.
Μιχάλης: Όταν λέτε συμπατριώτης.
Ραχήλ: Από την Αλβανία, από τη Βόρεια Ήπειρο. Αυλώνα.
Ραχήλ: Ναι, ναι.
Μιχάλης: Συγγενείς;
Ραχήλ: Όχι. Συμπατριώτης. Του ζητήσαμε να περάσουμε τη νύχτα. Φοβήθηκε και δεν μας δέχτηκε όμως.
Και τότε ο πατέρας μου θυμήθηκε, λέει, έναν γνωστό του, έναν αρτοποιό που έμενε στην Κηφισιά. Πήραμε άλλο μονοπάτι και βρεθήκαμε μπροστά σε ένα μέρος όπου ήταν εγκαταστημένη μια γερμανική αντιαεροπορική κεραία.
Και κανονικά υπήρχαν νάρκες εκεί, λέει. Αλλά επειδή έπρεπε να περάσουμε, ο πατέρας μου είπε το Μακεντάβις, πώς να το πω. Μια προσευχή και λέει αν μας προστατέψει ο Θεός θα περάσουμε. Και περάσαμε.
Μιχάλης: Και είστε όλοι με τα πόδια;
Ραχήλ: Όλοι, ναι. Και εγώ ήμουν πάντα πολύ μικρή, δεν μπορούσα να αντέξω τέτοια πράγματα.
Μιχάλης: Και στην Κηφισιά πού πήγατε;
Ραχήλ: Πήγαμε σε αυτόν τον συμπατριώτη του πατέρα μου. Αχ, όχι, τον αρτοποιό. Αρτοποιό. Τώρα από πού ήταν.
Μιχάλης: Θυμάστε τον αρτοποιό;
Ραχήλ: Όχι, δεν θυμάμαι κανένα από αυτά τα πράγματα.
Μιχάλης: Θυμάστε πού μείνατε εκεί στην Κηφισιά;
Ραχήλ: Θυμάμαι ότι αυτός ο αρτοποιός, αυτό το θυμάμαι, ότι δεν είχε πού να μας βάλει. Να περάσουμε τη νύχτα τώρα ήταν το θέμα. Και κατέβασε τις πόρτες. Κατέβασε τις πόρτες για να μπορούμε να ξαπλώσουμε κάπου.
Μιχάλης: Αφαίρεσε τις πόρτες.
Ραχήλ: Αφαίρεσε τις πόρτες από το σπίτι του, καταπληκτικό.
Μιχάλης: Το σπίτι ή το κατάστημα;
Ραχήλ: Ήταν το σπίτι του.
Μιχάλης: Θυμάστε αν υπήρχε κανείς άλλος στο σπίτι;
Ραχήλ: Όχι, δεν θυμάμαι.
Μιχάλης: Πόσο καιρό μείνατε;
Ραχήλ: Μόνο εκείνη τη νύχτα.
Και μετά είχαν, ο πατέρας μου είχε, δεν ξέρω πώς, δεν θυμάμαι καλά τώρα, το έχω γραμμένο. Ότι είχε κάποια υποψία ότι πρέπει να φύγουμε από τη Ρέα κάποια στιγμή. Και είχε δώσει προκαταβολή για ένα σπίτι στο Πογιάτι. Και πήγαμε λέγοντας ότι τώρα θα μείνουμε, από τώρα θα μείνουμε.
Μιχάλης: Ο πατέρας σας είχε ήδη κάποιο σχέδιο να φύγει από τη Ρέα;
Ραχήλ: Ναι, να φύγει γιατί δεν αισθανόταν ασφαλής.
Μιχάλης: Και πότε πήγατε στο σπίτι στο Πογιάτι;
Ραχήλ: Την επόμενη μέρα πήγαμε εκεί και καλέσαμε, αν θυμάμαι καλά, καλέσαμε αυτόν τον Φάκα που δεν ξέραμε τότε ότι μας πρόδιδε κάθε φορά. Και πήγαν μαζί και πήραν τα πράγματά μας που είχαμε στη Ρέα για να μετακομίσουμε, ας πούμε.
Μιχάλης: Αυτό έγινε με αυτοκίνητο;
Ραχήλ: Ναι, πρέπει να ήταν με το δικό του, δεν ξέρω, μετακομίσαμε, ας πούμε.
Μιχάλης: Ξέρετε τι σχέση είχε ο Φάκας με τον πατέρα σας;
Ραχήλ: Όχι, απλώς ότι ήταν ο γείτονας στη Ρέα, από αυτά που γράφω εδώ επίσης. Νόμιζα ότι ήταν στην Πλατεία Αττικής αλλά ήταν ο γείτονας στη Ρέα.
Μιχάλης: Και μετά πήρατε τα πράγματά σας στο Πογιάτι;
Ραχήλ: Ναι, κάτω Κηφισιά, δεν ξέρω, κάτω Κηφισιά μπορεί να ήταν το σπίτι.
Μιχάλης: Θυμάστε πώς ήταν αυτό το σπίτι;
Ραχήλ: Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι είχε μια σκεπαστή βεράντα, σχετικά μικρή, ξέρω, αρκετή για τέσσερις καρέκλες ή ίσως πέντε. Μπαίνατε πρώτα σε αυτή τη βεράντα και μετά μπαίνατε μέσα στο σπίτι. Αυτή τη βεράντα τη θυμάμαι καλά.
Μιχάλης: Και πόσο καιρό μείνατε εκεί;
Ραχήλ: Μείναμε λίγο και κάποια στιγμή ήρθε... Βλέπουμε ένα αυτοκίνητο. Αυτό το θυμάμαι. Βλέπουμε ένα αυτοκίνητο να έρχεται. Που ήταν μαύρο. Μικρό μαύρο αυτοκίνητο. Με δύο άτομα μέσα. Έλληνες.
Και ποιος βγήκε ήρθε. Ήταν συνεργάτες. Δεν έδωσαν τα ονόματά τους. Δεν τους γνώρισα ποτέ. Και μας κάθισαν όλους κάτω. Σε αυτή τη βεράντα. Και αυτό το θυμάμαι. Το θυμάμαι πολύ σαν να ήταν σήμερα. Αυτή τη βεράντα. Και μας κάθισαν όλους κάτω.
Και μας είπαν ότι έχουμε εντολές. Να σας συλλάβουμε. Και ο πατέρας μου είπε: "Τι θέλετε από εμάς;" Λέει δώστε μας ό,τι έχετε. Κοσμήματα, χρήματα, λίρες. Ο πατέρας μου λέει: "Δεν έχω τίποτα. Από αυτά που μου ζητάτε."
Αφού αυτό το θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά. Η αδελφή μου φορούσε ένα μακεντάβιδ. Στο λαιμό της. "Το μόνο χρυσό που έχουμε," λέει, "είναι αυτή η αλυσίδα. Αν θέλετε να σας τη δώσουμε." "Όχι, όχι," λέει. "Όχι από το παιδί." "Όχι από το παιδί," είπαν.
"Αλλά σας δίνουμε," λέει, "δεν ξέρω πόσο χρόνο, προθεσμία, να σηκωθείτε και να φύγετε."
Μιχάλης: Ήταν αυτοί οι άνθρωποι οπλισμένοι;
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Και πότε φύγατε από αυτό το σπίτι;
Ραχήλ: Αμέσως. Πάλι το ίδιο. Δηλαδή, αυτό που κάναμε από τη Ρέα φύγαμε και από εκεί. Αμέσως.
Μιχάλης: Παρόλο που είχατε ήδη πληρώσει;
Ραχήλ: Ναι, ναι. Δεν υπολογίζαμε αυτά τα πράγματα.
Μιχάλης: Και πώς φύγατε από αυτό το σπίτι;
Ραχήλ: Πάλι ήρθε ο Βαγγέλης Δημητρίου. Ήρθε να μας πάρει με το αυτοκίνητο. Αλλά από εκεί πού πήγαμε όμως. Ήταν το ίδιο γκαζογόνο.
Αχ, είχε και ένα μικρό δαχτυλίδι που φορούσε. Εκτός από την αλυσίδα. Φορούσε και ένα μικρό δαχτυλίδι. Λέει όχι, όχι, όχι από το παιδί.
Μιχάλης: Όταν ήσασταν σε αυτή τη βεράντα, θυμάστε τι νιώσατε;
Ραχήλ: Φόβο. Φόβο. Είχα κι εγώ, παρόλο που ήμουν λίγο... Φοβόμουν. Όταν είδα όλους τους άλλους παγωμένους. Φοβήθηκα κι εγώ.
Μιχάλης: Ήταν όλοι παγωμένοι;
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι. Δηλαδή, ήμασταν σίγουροι ότι θα μας έλεγαν σηκωθείτε. Ελάτε να σας πάρουμε. Πώς μας λυπήθηκαν, δεν ξέρω. Μου φαίνεται πολύ παράξενο.
Μιχάλης: Ο Βαγγέλης Δημητρίου σας πήρε με το ίδιο αυτοκίνητο;
Ραχήλ: Ναι, ναι. Αυτός έκανε πάντα τις μεταφορές μας. Δούλευε σε ένα ξενοδοχείο. Αυτό το θυμάμαι. Στην αρχή της οδού Σταδίου που λεγόταν Σουδάν. Ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. Δηλαδή, χάρη σε αυτόν νομίζω επιβιώσαμε.
Και ήταν συγγενής του Πολυμέρη και της γυναίκας του. Όχι, ας σκεφτώ. Αχ, ένα λεπτό. Αριστείδης. Υπάρχει και ένας Αριστείδης εδώ. Αυτός έκανε τις μετακινήσεις μας. Ποιος ήταν όμως ο Αριστείδης δεν θυμάμαι.
Και πήγαμε, λέει, στον Πύργο της Βασίλισσας. Στους Αγίους Αναργύρους. Δεν το θυμάμαι καθόλου αυτό. Σε άλλο σπίτι.
Ραχήλ: Ναι. Ότι ο Αριστείδης είχε μάθει ότι νοικιαζόταν ένα σπίτι εκεί.
Μιχάλης: Θυμάστε πόσο καιρό μείνατε;
Ραχήλ: Όχι, δεν μείναμε. Γιατί βλέπω εδώ ότι παρόλο που λέγαμε ότι ήμασταν πρόσφυγες. Ο ιδιοκτήτης κατάλαβε ότι ήμασταν Εβραίοι και μας έδιωξε.
Ραχήλ: Και κοιμηθήκαμε στο ύπαιθρο κοντά σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό.
Μιχάλης: Θυμάστε αυτό;
Ραχήλ: Όχι.
Μιχάλης: Ποια είναι η επόμενη ανάμνηση μετά το σπίτι στο Πογιάτι και τη βεράντα;
Ραχήλ: Πού πήγαμε μετά. Τι θυμάστε. Τι θυμάστε.
Ραχήλ: Πήγαμε. Τι θυμάστε αμέσως μετά. Δηλαδή, θυμάστε τη βεράντα. Τώρα τα θυμάμαι επειδή τα έγραψα όλα αυτά με την αδελφή μου. Αλλά τώρα μου διαφεύγουν. Δεν θυμάμαι γιατί δεν θυμάμαι τι έφαγα χθες.
Εκεί χωριστήκαμε. Η θεία μου και ο θείος μου έφυγαν και πήγαν αλλού γιατί γινόμασταν στόχοι όλοι μαζί.
Μιχάλης: Θυμάστε τη μέρα που χωριστήκατε;
Ραχήλ: Ναι, ναι. Θυμάμαι ότι κλαίγαμε όλοι. Πολλοί γιατί ήμασταν μια οικογένεια.
Μιχάλης: Αυτό έγινε στους Αγίους Αναργύρους;
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Ξέρετε πού πήγε ο θείος σας;
Ραχήλ: Στον Πειραιά. Αυτό το θυμάμαι. Αλλά δεν ξέρω πού πήγαν.
Και εμείς πήγαμε στα Καλύβια.
Ραχήλ: Ναι, εκεί ηρεμήσαμε. Ποιος μας βρήκε αυτό το σπίτι δεν ξέρω. Στα Καλύβια. Καλύβια Αττικής υπάρχει ακόμα. Θα ξέρατε. Πήγαμε στα Καλύβια.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι. Εκεί βρήκαμε ένα σπίτι και μείναμε μέχρι... Εκεί ηρεμήσαμε για τελευταία φορά. Δεν ξέρω πόσο καιρό μείναμε. Αλλά πραγματικά είχαμε ηρεμία εκεί. Δηλαδή, κανείς δεν μας ήξερε. Δεν είχαμε πει σε κανέναν. Είχαν καταλάβει για τον Φάκα ότι ήταν προδότης. Και δεν είχαμε πει σε κανέναν. Σε κανέναν. Και ηρεμήσαμε εκεί.
Μιχάλης: Νοικιάσατε σπίτι;
Ραχήλ: Πιθανώς. Μείναμε σε ένα σπίτι ούτως ή άλλως.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι.
Μιχάλης: Και θυμάστε το σπίτι στα Καλύβια;
Ραχήλ: Όχι. Καθόλου.
Μιχάλης: Θυμάστε τη μέρα που σταματήσατε να κρύβεστε;
Ραχήλ: Θυμάμαι ποιος ήταν που ήρθε. Και θυμάμαι όταν βομβάρδισαν τον σταθμό Λαρίσης. Θυμάμαι όταν βγήκαμε και παρακολουθούσαμε τις βόμβες να πέφτουν. Ήταν, οι Άγγλοι ήταν. Πιθανώς, οι Άγγλοι ήταν.
Μιχάλης: Ήσασταν στα Καλύβια.
Ραχήλ: Στα Καλύβια, ναι.
Μιχάλης: Τι θυμάστε από αυτόν τον βομβαρδισμό;
Ραχήλ: Θυμάμαι τα αεροπλάνα που είδαμε με τις βόμβες. Δηλαδή, ήταν σαν κεραυνούς. Και πώς να ξέραμε ότι μια από αυτές τις βόμβες θα έπεφτε και στο σπίτι μας. Γιατί ήμασταν πολύ κοντά στον σταθμό Λαρίσης.
Μιχάλης: Άρα το σπίτι σας καταστράφηκε;
Ραχήλ: Ναι, εντελώς.
Μιχάλης: Τι ώρα της ημέρας είδατε αυτές τις βόμβες;
Ραχήλ: Ήταν νύχτα.
Μιχάλης: Θυμάστε κάτι άλλο από όταν ήσασταν στα Καλύβια;
Ραχήλ: Όχι, ήμασταν πολύ χαρούμενοι εκεί. Αυτό το ξέρω, το θυμάμαι. Ήμασταν πολύ ήρεμοι και χαρούμενοι.
Μιχάλης: Είδατε αλλαγή στη συμπεριφορά των γονιών σας;
Ραχήλ: Φαντάζομαι ότι κι αυτοί... Δηλαδή, σύμφωνα με αυτό που καταλαβαίνω, ηρέμησαν, ηρεμήσαμε κι εμείς ως παιδιά.
Μιχάλης: Αλλά δεν θυμάστε αν είχατε γείτονες;
Ραχήλ: Καθόλου δεν θυμάμαι.

