Απομαγνητοφώνηση
Μιχάλης Δασκαλάκης Γιώντης: Είναι 5η Δεκέμβρη 2024, η ώρα είναι 2:42 το μεσημέρι. Βρισκόμαστε στις πρώην εβραϊκές πολυκατοικίες της Λάρισας. Ονομάζομαι Μιχάλης Δασκαλάκης Γιώντης και είμαι εδώ με την κυρία Λούνα Αράρ και την κυρία Ανίτα Πίντο.
Πρώτα από όλα, πότε γεννηθήκατε;
Λούνα Αράρ: Εγώ γεννήθηκα το 1946 στην Καρδίτσα. Εκεί μεγάλωσα και τελείωσα το λύκειο - γυμνάσιο το λέγαμε τότε. Ολοκλήρωσα όλες τις τάξεις εκεί και παντρεύτηκα το 1966, οπότε ήρθα στη Λάρισα.
Μιχάλης: Πόσα αδέρφια είχατε;
Λούνα: Είμαστε τέσσερα αδέρφια - τρεις αδερφές και ένας αδερφός. Εγώ είμαι εδώ παντρεμένη στη Λάρισα, οι δύο αδερφές μου στην Αθήνα, και ο αδερφός μου έμεινε στην Καρδίτσα.
Μιχάλης: Πώς ονομάζονταν οι γονείς σας;
Λούνα: Οι γονείς μου λέγονταν Σουλτάνα και Λέων Καπέτας.
Μιχάλης: Και το πατρικό επίθετο της μητέρας σας;
Λούνα: Καπέτα. Συμπτωματικά το ίδιο επίθετο, ναι.
Μιχάλης: Όταν πηγαίνατε στο σχολείο, υπήρχαν και άλλα εβραιόπουλα;
Λούνα: Όχι, δεν υπήρχαν εβραϊκά σχολεία ούτε εβραϊκή εκπαίδευση στην Καρδίτσα. Φοιτούσα στο τρίτο δημοτικό σχολείο Καρδίτσας, που ήταν κοντά στο σπίτι μας. Παίζαμε με χριστιανά παιδιά και δεν είχαμε ποτέ κανένα πρόβλημα.
Μιχάλης: Τηρούσατε τότε τις γιορτές στο σπίτι;
Λούνα: Συμπτωματικά, η νονά μου η Λούνα ήταν Λαρισαία και ήταν ανηψιά και αδερφή του Αβραάμ Σασόν εδώ στη Λάρισα, που ήταν ραβίνος τότε. Είχαμε λίγη εβραϊκή εκπαίδευση. Εκτός από αυτό, είχα δύο θείους - έναν από την πλευρά του πατέρα μου και έναν από τη μητέρα μου - οι οποίοι ήταν πολύ θρήσκοι, ήξεραν να διαβάζουν και ήταν γνώστες της εβραϊκής θρησκείας.
Μιχάλης: Οι θείοι σας έμεναν στην Καρδίτσα ή στη Λάρισα;
Λούνα: Όχι, όλοι στην Καρδίτσα. Η Καρδίτσα τότε είχε πολλούς εβραίους. Μετά έφυγαν σιγά σιγά.
Μιχάλης: Πόσους εβραίους υπολογίζετε ότι είχε η Καρδίτσα;
Λούνα: Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά ήταν αρκετοί - πάνω από τριάντα οικογένειες. Κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον τρία με τέσσερα παιδιά. Μετά άρχισαν να παντρεύονται και να φεύγουν από την Καρδίτσα. Άλλοι πήγαν στην Αθήνα, άλλοι στο Ισραήλ, άλλοι στην Αμερική, αλλά κυρίως στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα.
Μιχάλης: Σε τι ηλικία ήρθατε στη Λάρισα;
Λούνα: Ήρθα στα 19. Μόλις τελείωσα το σχολείο, αμέσως παντρεύτηκα.
Μιχάλης: Και το όνομα του συζύγου σας;
Λούνα: Μάκης Αράρ - Χαΐμ το εβραϊκό του όνομα.
Μιχάλης: Πού μείνατε αρχικά ως νιόπαντροι;
Λούνα: Ήρθαμε εδώ στις εβραϊκές πολυκατοικίες. Τότε ήταν χαρά για όλους να μένουν εδώ. Η πεθερά μου ήρθε εδώ με τα δύο παιδιά της αρχικά, επειδή το σπίτι της ήταν σεισμόπληκτο. Όταν παντρευτήκαμε, μας είπαν να μείνουμε εδώ προσωρινά. Το "προσωρινά" έγιναν 58 χρόνια που είμαι παντρεμένη! Αργότερα επισκευάσαμε το πεθερικό σπίτι και εκείνοι πήγαν εκεί.
Μιχάλης: Πόσα παιδιά έχετε;
Λούνα: Έχω τρία αγόρια.
Μιχάλης: Τα παιδιά σας μεγάλωσαν στη Λάρισα;
Λούνα: Εδώ στη Λάρισα, σε αυτό το σπίτι και σε αυτή την αυλή έπαιξαν με πολλά άλλα παιδιά.
Μιχάλης: Είχαν εβραϊκή εκπαίδευση;
Λούνα: Ναι, η Λάρισα είχε ένα από τα καλύτερα εβραϊκά σχολεία - το 8ο Δημοτικό. Είχε πολλούς καλούς δασκάλους και τον "αμορέ" μας, όπως τον λέγαμε πάντα, τον Γιακό Φελούς. Αυτός ήταν ο καλύτερος που έδωσε εβραϊκή εκπαίδευση στα παιδιά μας.
Μιχάλης: Σαν παντρεμένη πλέον, τηρούσατε έθιμα στο σπίτι;
Λούνα: Ναι, εγώ ειδικά τα τηρούσα πολύ, γιατί και από την Καρδίτσα που ερχόμουν, αλλά και εδώ έτυχε να μπω σε πολύ εβραϊκή οικογένεια. Όπως σας είπα πριν, ο γιος της πεθεράς μου ήταν ο ραβίνος Αθηνών.
Μιχάλης: Ποιο ήταν το πλήρες όνομα του ραβίνου;
Λούνα: Γιακό Αράρ.
Μιχάλης: Βρήκατε διαφορές ανάμεσα στις παραδόσεις που ξέρατε από την Καρδίτσα και σε αυτές που βρήκατε στη Λάρισα;
Λούνα: Στην Καρδίτσα, παιδί μου, δεν ξέραμε πολλά και δεν μπορούσαμε να κάνουμε πολλά. Το μόνο που μπορούσαμε ήταν να διατηρούμε την Παρασκευή το βράδυ - το βράδυ που το λέγαμε Σαμπάτ. Η μητέρα μου έκανε με τη γιαγιά μου ένα καλύτερο φαγητό, δύο φαγητά. Έκανε πίτα, αυγό. Ξέραμε να λέμε την προσευχή του Σε'μα. Φιλούσαμε το χέρι του πατέρα, μας ευλογούσε - μέχρι εκεί.
Για όλες τις μεγάλες γιορτές μας - Ροσ Ασανά, Κιπούρ - πηγαίναμε στα Τρίκαλα. Η Καρδίτσα δεν είχε εβραϊκό σχολείο και νεκροταφείο, γι' αυτό οι Γερμανοί δεν πήραν πολλούς εβραίους από εκεί. Δεν πήραν σχεδόν κανέναν - μόνο έναν αδερφό της μητέρας μου που σκοτώθηκε στην Αθήνα, και έναν αδερφό του πατέρα μου που πήγε στο Άουσβιτς αλλά γύρισε.
Είχαν όμως ειδοποιηθεί, και ένα χωριό της Καρδίτσας που λέγεται Αμάραντο μάζεψε όλους τους εβραίους - γύρω στα 70 άτομα - και τους προστάτεψε παρά τη φτώχειά τους.
Μεταξύ όλων αυτών ήταν και ο πρώτος μου ξάδερφος, κάποιος Βίκτορ Βενουζίο. Ενώ ήταν πολύ φτωχό παιδί από φτωχή οικογένεια, κατόρθωσε να γίνει επιτυχημένος. Ποτέ όμως δεν ξέχασε από πού ξεκίνησε, ποιοι τον βοήθησαν. Έκανε ένα πολύ όμορφο μνημείο ευγνωμοσύνης για αυτό το χωριό. Πήγαμε και τραγούδησε η χορωδία της κοινότητας. Όλα τα έξοδα τα πλήρωσε ο Βίκτορας Βενεζίο.
Στον κορονοϊό, όσα άτομα ήταν στο χωριό, έστειλε μεγάλα κουτιά βοήθειας.
Πηγαίναμε στα Τρίκαλα, που υπήρχε και νεκροταφείο - εκεί είναι θαμμένοι και οι γονείς μου και οι παππούδες μου όλοι. Πηγαίναμε παραμονές Ροσ Ασανά, παραμονές Κιπούρ. Ξέραμε εκ των προτέρων σε ποιο σπίτι να πάμε στα Τρίκαλα - μας περίμεναν με κρεβάτια. Τότε δεν πήγαινε ο κόσμος στα ξενοδοχεία. Ήξεραν τα σπίτια που θα πηγαίναμε. Γι' αυτό ακόμα, με όλα τα παιδιά των Τρικάλων στην ηλικία μου - λίγο μεγαλύτερα, λίγο μικρότερα - είμαστε ακόμα πολύ συνδεδεμένοι και φίλοι.
Για το Πουρίμ στην Καρδίτσα, επειδή είχαμε πολύ καλές σχέσεις και ήμασταν όλοι φίλοι με χριστιανούς, πηγαίναμε στις γιορτές τους, στις ονομαστικές τους εορτές, σε όλα που γιόρταζαν. Έλεγαν: "Εσείς πότε γιορτάζετε;" Οπότε η μεγάλη μας γιορτή ήταν το Πουρίμ, που άνοιγαν όλοι οι εβραίοι τα σπίτια τους και έτρωγαν και έκαναν επισκέψεις οι χριστιανοί φίλοι.
Για το Πέσαχ μαζευόμασταν σε τρία σπίτια, ανάλογα με αυτούς που ήξεραν να διαβάζουν. Μαζευόμασταν όλοι μαζί και κάναμε το Πέσαχ.
Μιχάλης: Πόσα άτομα σε ένα δείπνο του Πέσαχ;
Λούνα: Α, και τριάντα άτομα μαζί.
Μιχάλης: Διάβαζαν όλοι την Αγκαδά ή μόνο...;
Λούνα: Όχι, τότε δεν υπήρχαν οι Αγκαδές που είναι και στα ελληνικά για να ξέρουμε. Διάβαζαν τρεις-τέσσερις από τους μεγάλους που ήξεραν να διαβάζουν τα εβραϊκά βιβλία.
Μιχάλης: Ισπανικά ακούγονταν στη βραδιά του Σέντερ;
Λούνα: Ναι, η θεία μου και ο παππούλης ήξεραν πολύ τα ισπανικά. Διάβαζαν και στα ισπανικά μερικά κομμάτια.
Μιχάλης: Τραγουδούσατε κάποια τραγούδια;
Λούνα: Ναι, τραγουδούσαμε. Δεν μπορώ να σας πω συγκεκριμένα, αλλά θυμάμαι που τραγουδούσαν όλοι πολύ καλά τότε.
Θέλω να πω ότι το 1967 παντρεύτηκα, ήρθα στη Λάρισα και μπήκα στην οικογένεια εδώ. Αμέσως έγινα ενεργό μέλος και στη WIZO και σε άλλες δραστηριότητες.
Μιχάλης: Μπορείτε να εξηγήσετε τι είναι η WIZO;
Λούνα: Η WIZO είναι οργάνωση εβραϊκή με γυναίκες εβραίες.
Μιχάλης: Με τι ασχολιόταν η WIZO στη Λάρισα;
Λούνα: Στη Λάρισα κάναμε συζητήσεις, αλλά οι πιο παλιές έφτιαχναν και διάφορα χειροτεχνήματα, διάφορα πράγματα και τα πουλούσαν. Γίνονταν μπαζάρια, κάτι τέτοια, κάτι ανάλογο όπως κάνουν τώρα οι φίλοι των ζώων και όλα αυτά.
Ήμουν πάντοτε ενεργό μέλος της κοινότητας. Στη συνέλευση ήμουν για χρόνια στο 25μελές μέχρι εκεί, και στη WIZO.
Εδώ στη Λάρισα το Πουρίμ μας ήταν μόνο τα γλυκά που έφτιαχνε η Ανίτα. Βάζαμε οπωσδήποτε τρία που έπρεπε να έχουν: την κομπέτα, μπακλαβά, κουραμπιέδες, ανάλογα με... Η κομπέτα ήταν το πρώτο και όσες δεν ξέραμε - γιατί ήμασταν μικρές τότε - φωνάζαμε μεγαλύτερες και μας τις έφτιαχναν.
Μιχάλης: Μπορείτε να πείτε το όνομά σας ξανά;
Ανίτα Πίντο: Ανίτα Πίντο. Στο πατρικό μου Φραντσές. Οι γονείς μου μεγάλωσαν εδώ στις εβραϊκές πολυκατοικίες, στην απέναντι πολυκατοικία, στο ισόγειο. Απέναντι μας είχαμε τη Λίτα, τη Μωυσή με τον Νταβίκο και τον Μίνο. Και την Αλίνα αργότερα.
Τελείωσα το εβραϊκό σχολείο της Λάρισας, το οποίο ήταν ένα εξαιρετικό εβραϊκό σχολείο. Τις περισσότερες τάξεις δεν τις κάναμε μόνοι - είχαμε συνδιδασκαλία. Δηλαδή πρώτη-δευτέρα μαζί, δευτέρα-τρίτη, τρίτη-τετάρτη. Γιατί το κράτος μας έδινε έναν ή δύο δασκάλους, τους υπόλοιπους τους πλήρωνε η κοινότητα και έπρεπε να γίνεται συνδιδασκαλία για να καλύπτονται και τα έξοδα. Ήταν μια χαρά πάντως, επειδή το έχω ζήσει. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα.
Κάναμε παρέλαση κάθε 25η Μαρτίου και κάθε 28η Οκτωβρίου. Παρελάβαμε τις στολές μας με την ελληνική σημαία. Περήφανοι που λαμβάναμε κι εμείς μέρος σε όλον αυτόν τον εορτασμό.
Μαθαίναμε εβραϊκά. Κάθε μέρα είχαμε εβραϊκά και την Παρασκευή Εβραϊκή Ιστορία. Όλα αυτά με τον αμορέ. Ο αμορέ ήταν ένα πολύτιμο άτομο για την κοινότητα. Έδωσε σε όλους εβραϊκή παιδεία - γενιές και γενιές, πολλά χρόνια.
Γι' αυτό και οι Λαρισαίοι, όπου παντρεύτηκαν - είτε στην Αθήνα, είτε στη Θεσσαλονίκη, είτε οπουδήποτε αλλού - ξέρουν να μιλάνε εβραϊκά, να διαβάζουν εβραϊκά, να τραγουδάνε εβραϊκά. Αυτό όσον αφορά την παιδεία.
Μιχάλης: Ιακώβ Φελούς ο αμορέ;
Ανίτα: Ναι.
Μιχάλης: Τι σημαίνει "αμορέ";
Ανίτα: Ο αμορέ είναι ο δάσκαλος. "Μορέ" είναι δάσκαλος, "αμορέ" ο δάσκαλος - στα εβραϊκά.
Μιχάλης: Το σχολείο πήγαινε μέχρι την τελευταία τάξη;
Ανίτα: Έξι τάξεις - δημοτικό σχολείο. Επιπλέον, όταν πηγαίναμε πρώτη και δευτέρα γυμνασίου, ο αμορέ ήθελε να μας παρατείνει την εβραϊκή μας παιδεία. Αυτό όμως πια δεν ήταν εύκολο, γιατί είχαμε και τις ξένες γλώσσες - γαλλικά, αγγλικά, σίγουρα δύο γλώσσες. Οπότε χρόνος δεν υπήρχε. Τα γυμνάσια λειτουργούσαν πρωί-απόγευμα τότε - μια εβδομάδα πρωινή, μια εβδομάδα απογευματινή.
Εντάξει, κάναμε εβραϊκά μέχρι την πρώτη γυμνασίου. Μετά όχι - ήταν στενό το πρόγραμμα. Αλλά η παιδεία αυτή ήταν αρκετή. Όλα τα παιδιά που τελείωσαν το εβραϊκό σχολείο - τα τρία παιδιά της Λούνας - ξέρουν να διαβάζουν τα εβραϊκά και ξέρουν πολύ καλά την Αγκαδά.
Να απαντήσω στο τραγούδι που ρωτήσατε πριν. Η απάντησή μου ήταν σε αυτό: ότι εμείς διαβάζουμε όλη την Αγκαδά στα εβραϊκά. Όλοι εμείς που τελειώσαμε το εβραϊκό σχολείο τραγουδάμε από έξω αρκετά - τρία κομμάτια της Αγκαδά.
Όταν μαζευόμασταν για να κάνουμε Πέσαχ, όπως είπε κι η Λούνα, μαζευόμασταν σε ένα-δύο σπίτια και τριάντα άτομα. Βέβαια ο καθένας με το φαγητό του - για να το διευκρινίσουμε αυτό, γιατί καμία νοικοκυρά δεν μπορούσε να κάνει τόσο μεγάλο φαγητό. Ήταν με τις οικογένειες - οι γονείς με τα παιδιά, τα αδέρφια, έτσι πηγαίναν. Και με φίλους.
Εμένα η μητέρα μου και ο πατέρας μου δεν είχαν εδώ συγγενείς, αλλά είχαν φίλους. Οπότε μαζευόμασταν, κάναμε την Αγκαδά. Η Αγκαδά κυρίως όμως ακουγόταν στα λαντίνα εκεί τουλάχιστον στο σπίτι που έκανα εγώ, και στα εβραϊκά τα παιδιά. Εμείς πήγαμε ή στη Ρασέλ ή στην Τούκα. Ο μπαμπάς μου τα ήξερε στα λαντίνα όλη την Αγκαδά να την πει. Η μαμά μου τίποτα - από τον Βόλο. Αλλά εντάξει, ήταν ωραίες οι γιορτές. Υπήρχε πολύ μεγάλη σύνδεση.
Εδώ - αυτές είναι οι εβραϊκές πολυκατοικίες. Είναι τέσσερις πολυκατοικίες, αν θυμάμαι καλά, επί έξι διαμερίσματα την κάθε οικοδομή. Υπήρχε μεγάλη σύνδεση, μεγάλη αγάπη. Ο κόσμος συνέτρεχε ο ένας στον άλλον. Δεν αισθανόταν κανείς μόνος. Είτε θα έπινες έναν καφέ με μια γειτόνισσα, είτε οτιδήποτε. Ο κόσμος ήταν παρών σε κάθε τι που σου συνέβαινε. Και αυτό ήταν το σημαντικό - οι συνδέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Που τώρα είναι λίγο πιο δύσκολο για πολλούς λόγους.
Λούνα: Να κάνω μια παρένθεση. Εγώ που ήρθα από την Καρδίτσα, ήμουν 19 χρονών. Η μητέρα μου αναγκαστικά δεν μπορούσε να έρθει πολύ, γιατί είχε άλλα 3 παιδιά από πίσω που ήταν στο δημοτικό - η αδερφή μου η μικρότερη.
Αν δεν είχα - το λέω και το ξαναλέω - όλα τα άτομα, αυτό που είπε η Ανίτα, που με βοηθούσαν... Δηλαδή ζητούσα να μου δώσουν κάτι, ζητούσα πώς να φτιάξω αυτό, μου κρατούσαν το μωρό. Δεν ήξερα τι μου γινόταν, γιατί από το σχολείο βρέθηκα εδώ - δεν είχα συμπληρώσει τα 20 και είχα παιδί και ήμουν παντρεμένη σε ένα άλλο μέρος. Τελείως άγνωστα.
Αλλά πολλά άτομα εδώ... Είχα εδώ 2 άτομα στην πολυκατοικία - τότε εγώ τις έλεγα "μεγάλες". Αλλά τώρα που κάνω πολλές φορές τους υπολογισμούς μου, 45άρες ήταν τότε και 50άρες. Αλλά εγώ που ήμουν 20, τις έβλεπα αλλιώς - γιατί βλέπουμε κάθε πράγμα ανάλογα με τη θέση που είμαστε.
Όλες με βοηθούσαν. Δεν ζήτησα από κάποια ένα πράγμα ή κάτι να μου δείξει και να πει όχι. Όλες.
Μιχάλης: Συνολικά πόσα άτομα;
Ανίτα: Κοιτάξτε, ήμασταν 24 οικογένειες. Από 4 άτομα η καθεμία, ήμασταν γύρω στα 100 άτομα πάνω-κάτω.
Με παιδιά παίζαμε κρυφτό, κυνηγητό, σκηνάκι, αμπάριζα. Ήταν αλλιώς. Και επειδή ήταν κλειστός ο χώρος, δεν υπήρχε φόβος ότι θα φύγουν τα παιδιά. Ερχόντουσαν και πολλοί φίλοι μας χριστιανοί. Δηλαδή ο Νταβίκο ο γιος είχε τον Κώστα τον Αγοραστό που είναι ο περιφερειάρχης που ήταν. Δηλαδή μεγάλωσαν εδώ. Είναι περίπου στην ηλικία των παιδιών μας όλοι αυτοί.
Μιχάλης: Πώς ονομάζονταν οι γονείς σας;
Ανίτα: Ο μπαμπάς μου Ιωσαφάτ Φραντσές και ήταν γέννημα-θρέμμα Λαρισαίος. Η μαμά μου Ευτυχία Κοέν και ήταν από τον Βόλο, όπως σας προείπα.
Και οι δύο στην κατοχή σώθηκαν - δεν πήγε κανείς στρατόπεδο. Ο μπαμπάς μου με την οικογένειά του κατέφυγε στην Αθήνα, στην Καισαριανή. Εργαζόταν είτε στον δρόμο πουλώντας τσιγάρα, είτε ως μαγκάς και κάτι. Του έπεσε τότε και μια πόρτα στο κεφάλι του που τον άφησε κουφό. Πήγαν πάνω στο Πήλιο. Μια οικογένεια τους βοήθησε πολύ - δεν θυμάμαι το όνομά τους. Οι οποίοι όμως μετά ανακηρύχθηκαν και Δίκαιοι των Εθνών, γιατί έσωσαν τη μεγάλη οικογένεια της γιαγιάς μου.
Η γιαγιά μου ήταν μόνη της, είχε 7 παιδιά. Τους βοήθησαν πολύ. Οπότε δικαίως πήραν και τον τίτλο του Δικαίου των Εθνών.
Είχαν ένα μαγαζί. Μετά τον πόλεμο, ξέρετε, όλα ήταν δύσκολα. Άνοιξαν ένα μαγαζί με νεοτερισμούς. Εργάζονταν και οι δύο. Εμείς βοηθούσαμε πολύ στο σπίτι και στην καθαριότητα και στο σχολείο. Καλά τα καταφέρναμε.
Μιχάλης: Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς σας;
Ανίτα: Προξενιό. Οι περισσότεροι ήταν από προξενιό τότε, και σε διαφορετικές πόλεις, και με μεγάλη διαφορά ηλικίας. Τους σύστησαν, τα βρήκαν, παντρεύτηκαν, έκαναν εμάς.
Η αδερφή μου τώρα ζει στον Βόλο, είναι παντρεμένη, έχει ένα παιδί. Εγώ έχω δύο.
Μιχάλης: Εσείς πού μένετε τώρα;
Ανίτα: Εγώ μένω στη Θεσσαλονίκη. Είμαι Γενική Γραμματέας της Κοινότητας Θεσσαλονίκης - η πρώτη γυναίκα που συμμετείχε σε Συμβούλιο. Οπότε αισθάνομαι και πολύ ωραία όταν το λέω - μια από τις πρωτιές.
Μιχάλης: Μέχρι ποια ηλικία μείνατε στη Λάρισα;
Ανίτα: Έμεινα μέχρι τα 18 μου. Μετά πήγα νύφη στη Θεσσαλονίκη. Παντρεύτηκα και εγώ γρήγορα. Τελείωσα μια σχολή στην Αθήνα - Διαφήμιση, Δημόσιες Σχέσεις και Μάρκετινγκ. Στη Θεσσαλονίκη γνώρισα τον άντρα μου, παντρευτήκαμε.
Έκανα τα παιδιά στο εβραϊκό σχολείο και τα δύο - δεν υπήρχε περίπτωση. Οι Θεσσαλονικείς δεν έστελναν όλοι τα παιδιά τους στο εβραϊκό σχολείο για διάφορους λόγους. Εγώ είπα ότι και στην Περαία να μένω, με τα πόδια θα τα πηγαίνω - ήθελα να έχουν τη δική μου την εμπειρία και τη δική μου παιδεία. Τόσο καλό ήταν το σχολείο της Λάρισας.
Και το σχολείο της Θεσσαλονίκης είναι επίσης πολύ καλό. Εδώ θέλω να πω πως η δομή της κοινότητας είναι προσανατολισμένη στο να δίνει παιδεία. Δίνει πολλά χρήματα η κοινότητα για την παιδεία των ανθρώπων. Τα υποστηρίζει από το δημοτικό, ως φοιτητές φροντίζει να πηγαίνουν σε καλά σχολεία, αργότερα ως φοιτητές... γενικά τους συνοδεύει μέχρι να ολοκληρωθούν οι σπουδές. Σε κάθε στάδιο είναι πλάι η κοινότητα έμπρακτα - και όχι μόνο ηθικά, και ηθικά και έμπρακτα.
Κοιτάει όταν είναι σε μια ηλικία για τα παιδιά να διοργανώνει σεμινάρια. Κάποτε ήταν και περισσότερες οι εκδρομές για να συνδέονται, να υπάρχει σύνδεση μεταξύ των πόλεων και μεταξύ των εβραϊκών πόλεων. Να συναντιόνται δηλαδή οι άνθρωποι για να μπορούν να κάνουν μαζί σχέδια.
Γενικά η κοινότητα είναι πολύ φροντιστική όσον αφορά το να έρχονται οι άνθρωποι σε επαφή μεταξύ τους, να ανοίγει το μυαλό τους και να δημιουργούν ωραία πράγματα - ωραίες οικογένειες, ωραίες δουλειές, να αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους.
Η κοινότητα είναι πολύ φροντιστική. Είναι ούτως ή άλλως και ένας από τους τρεις σκοπούς της κοινότητας - είναι ο φιλανθρωπικός, ο θρησκευτικός και ο εκπαιδευτικός. Στον εκπαιδευτικό πραγματικά τα δίνουμε όλα.
Μιχάλης: Να σας γυρίσω λίγο πίσω στη Λάρισα. Τι βαθμό τηρούσατε έθιμα στο δικό σας σπίτι ως παιδί;
Ανίτα: Ωραία. Κοιτάξτε, όπως σας προείπα, η μαμά μου ήταν Ρωμανιώτισσα. Ο μπαμπάς μου ήταν από οικογένειες Λάρισας. Τηρούσαμε τα έθιμα.
Τώρα όσο για τη Ρος Ασανά μας, ο μπαμπάς μου δεν ήθελε να ανοίξει το μαγαζί και πήγαινε πάντα στο καλ. Η μαμά μου όμως έλεγε: "Εντάξει, μπορούμε να ανοίξουμε το μαγαζί, το Κιπούρ θα το κλείσουμε."
Σηκωνόμασταν το πρωί, φιλούσαμε το χέρι του μπαμπά μας, πηγαίναμε το Κιπούρ στο καλ, καθόμασταν για λίγο, κάναμε νηστεία όσο μπορούσαμε. Μετά μας περίμενε το φαγητό - η μαμά τα είχε άψογα όλα αυτά. Δεν ήταν θρησκευόμενη, δεν ήταν θρήσκα, αλλά τα έθιμα τα τηρούσε. Και φρόντιζε να έχουμε εβραϊκή παιδεία - κυρίως αυτό φρόντιζαν οι γονείς μας. Δεν κοίταζαν τη θρησκευτικότητα, κοίταζαν την παιδεία.
Μιχάλης: Υπήρχαν φαγητά που δεν τρώγατε στο σπίτι;
Ανίτα: Βέβαια. Χοιρινό ποτέ. Όμως γαρίδες και τα υπόλοιπα, ναι, τα τρώγαμε και τα ευχαριστιόμασταν.
Μιχάλης: Κυρία Λούνα;
Λούνα: Ναι, και εγώ από την αρχή που παντρεύτηκα, όλες τις γιορτές μας και όλα τα Σαμπάτ τα τηρώ. Ως παιδεία, ήμασταν στην πεθερά μου. Ήταν νόμος αυτός - να είμαστε στην πεθερά μου. Μέχρις ότου μεγάλωσαν τα παιδιά μου, έκαναν οικογένειες.
Εγώ δεν έχω φύγει - ο άντρας μου δεν θέλει να φύγει από το σπίτι του στις γιορτές. Είμαστε πολύ θρησκευόμενοι και παραδοσιακή οικογένεια. Θα φτιάξω όλα, όλα, όλα στις γιορτές με αυτά που πρέπει. Μαζεύονται τα παιδιά μου.
Πριν που ήμουν λίγο πιο νέα - πριν από τον κορονοϊό μπορώ να πω - παρόλο που αυτό το σπιτάκι ήταν μικρό, εδώ ανοίγει αυτό το τραπέζι, έμπαινε κι άλλο και μέχρι είκοσι άτομα μάζευα. Κι εγώ δεν ήθελα να μου φέρουν, να φτιάχνουν τα δικά τους φαγητά. Ήθελα, έλεγα: "Τους κάνω τραπέζι, θα είναι με το δικό μου φαγητό."
Συνήθως μάζευα άτομα εκτός από την οικογένεια που ήταν μόνα τους, γιατί θυμάμαι που έλεγαν...
Ανίτα: Και εγώ το ίδιο.
Λούνα: Ναι, είναι μιτσβά αυτό. Θυμάμαι που λέγαν ότι δεν πρέπει να μένει στις γιορτές κανένας μόνος του. Και μάλιστα στο Πέσαχ, η πεθερά μου άφηνε μισάνοιχτη την πόρτα για να μπαίνει όποιος φτωχός θέλει.
Ανίτα: Ο "Ελιγιάου να βγει".
Λούνα: Ο "Ελιγιάου να βγει", έλεγαν τότε, για να μπαίνουν μέσα όλοι.
Ανίτα: Και καρέκλα.
Λούνα: Κανένας δεν πρέπει να μείνει μόνος και νηστικός, έλεγε, σε αυτές τις ημέρες.
Μιχάλης: Πώς ονομαζόταν η πεθερά σας;
Λούνα: Λιλή Ναχμούλ ήταν στο πατρικό της, Λιλή Αράρ όταν παντρεύτηκε τον πεθερό.
Μιχάλης: Και αν κατάλαβα καλά, κάθε Σαμπάτ πηγαίνατε στην πεθερά σας;
Λούνα: Ναι, στην πεθερά μου εδώ. Μαγείρευε και την Παρασκευή το βράδυ και η μεσάκι ήταν. Δεν ήξεραν τόσα πολλά φαγητά, αλλά ήταν πολύ νόστιμα. Ήταν δηλαδή καθορισμένα, δεν ξέραν κάτι άλλο. Αλλά έπρεπε να φάμε όλοι μαζί.
Η πεθερά μου είχε ένα μεγάλο παλιό σπίτι που τώρα έχει γίνει πολυκατοικία φυσικά. Είχε ένα τεράστιο - όσο είναι αυτό το σπίτι με όλο εδώ - ήταν το χολ μόνο. Και είχε δύο υπνοδωμάτια από τη μια πλευρά, δύο υπνοδωμάτια από την άλλη.
Ζούσε μαζί με τον... Δηλαδή ήταν δύο αδέρφια η πεθερά μου - αδερφός και αδερφή η πεθερά μου και ο αδερφός της. Παντρεύτηκαν, είχαν δύο δωμάτια η μάνα, δύο δωμάτια ο άλλος και ένα κοινό τραπέζι. Όλοι μαζί έτρωγαν, όλοι μαζί καθόντουσαν και στις γιορτές και κάθε μέρα του Πέσαχ.
Μέχρι που μεγάλωσαν, πέθαναν δηλαδή. Αλλά ποτέ τους - γιατί ήμασταν πολλά άτομα - ποτέ τους δεν έφυγαν από το σπίτι. Δηλαδή ερχόντουσαν άτομα στο σπίτι και αυτό μας μετέδωσαν.
Μιχάλης: Εσείς τι μαγειρεύατε συνήθως για το Σαμπάτ;
Λούνα: Για το Σαμπάτ κάνω πάντοτε εγώ στο σπίτι μου κρέας. Κρέας με διάφορα φαγητά κρέας και οπωσδήποτε παστιτσάκια με κιμά ή πίτα. Ανοίγω πολύ ωραία φύλλα και κάνω ωραία πίτα.
Ανίτα: Δηλαδή εγώ θα το λέω και στο βίντεο και σε όλους, ότι όταν εγώ γέννησα και ήρθε η Λούνα να δει το μωρό, αντί να μας φέρει γλυκά, μας έφερε πίτα. Και λέγαμε όλοι: "Δόξα τω Θεώ, τόσο ωραία πίτα και τόσο ωραία σκέψη" - αντί για γλυκά να σου φέρει κάποιος πίτα. Δηλαδή γιατί χρησιμοποιείς και για φαγητό την πίτα κανονικά, αν θες με ένα γιαουρτάκι και με ένα αυγό.
Λούνα: Εκείνα τα χρόνια, και η πεθερά μου και η μαμά μου... Εμείς σήμερα την πίτα την κάνουμε έτσι για να έχουμε μια πιτούλα να φάμε πριν ή μετά. Ό,τι λέγαμε "πίτα", "έχουμε πίτα σήμερα", ήταν φαγητό η πίτα.
Παίρναμε αυτά τα γυάλινα που ήταν στα γυάλινα τα γιαούρτια και ένα αυγουλάκι και ουζάκι την Παρασκευή το βράδυ. Δεν υπάρχει περίπτωση - και ακόμα σήμερα που είμαι εγώ με τον άντρα μου, μεγάλοι άνθρωποι είμαστε - θα φτιάξουμε ή σπιτσούλα ή ένα μπουρεκάκι και ένα αυγουλάκι. Φαγητό δεν τρώμε τώρα, μεγαλώσαμε. Αλλά αυτά θα τα φτιάξουμε - δεν υπάρχει περίπτωση Παρασκευής βράδυ να μην έχουμε το αυγό με την πίτα.
Ανίτα: Και στην κοινότητα Θεσσαλονίκης επίσης το ίδιο γίνεται - είναι το παραδοσιακό φαγητό. Το μπουρεκάκι ή η πίτα και το αυγό.
Λούνα: Και στη Λάρισα πριν από τον κορονοϊό, στη λέσχη μας - και πριν να χαλάσει η συναγωγή μας, τώρα τη φτιάχνουμε μέχρι το Πάσχα θα είναι έτοιμη - μαζευόμασταν όλοι εκεί, παίρναμε πίτες, αυγά και μαζευόμαστε. Μαζευόμασταν όλοι όσοι μετά από το καλ εκεί, μετά τη συναγωγή.
Τώρα έχουν αλλάξει πολλά, ας πούμε, μετά τον κορονοϊό και που χάλασε η συναγωγή μας. Ο κορονοϊός μας άλλαξε πολλά πράγματα, ναι.
Μιχάλης: Εσείς πόσο συχνά πηγαίνατε στο καλ;
Λούνα: Κάθε εβδομάδα εγώ πηγαίνω.
Μιχάλης: Ακόμα;
Λούνα: Ναι. Τώρα το χειμώνα δεν πηγαίνω Παρασκευή βράδυ, γιατί εμείς εδώ δεν είμαστε 6-6:30 η ώρα που λέει το Σαμπάτι όπως κάνουν στην Αθήνα. Εμείς 9 η ώρα κλείνουν τα μαγαζιά για να πάει. Οπότε για μένα τώρα αυτόν τον καιρό είναι πολύ δύσκολο. Αλλά το πρωί πηγαίνω το Σαμπάτι.
Μιχάλης: Αυτό ήταν πάντα στη Λάρισα, να ξεκινάει στο τέλος της αγοράς;
Λούνα: Ναι, ναι, ναι. 9 η ώρα έγινε όταν πάντοτε. Έπρεπε να κλείσουν τα μαγαζιά. Πώς θα επιβίωνε, αν δεν ήταν στο μαγαζί του; Δεν μπορούσε άλλος να αφήσει το μαγαζί για να πάει. Οπότε κάναμε δικό μας νόμο στη Λάρισα.
Μαρτυρίες της Λούνας Αράρ (γεν. 1946, Καρδίτσα) και της Ανίτας Πίντο από τις εβραϊκές πολυκατοικίες Λάρισας. Η Λούνα περιγράφει την εβραϊκή ζωή στην προπολεμική Καρδίτσα με τις τριάντα οικογένειες που για τις μεγάλες γιορτές μετέβαιναν στα Τρίκαλα, καθώς και τη μετεγκατάστασή της στη Λάρισα το 1966. Η Ανίτα, που μεγάλωσε στις εβραϊκές πολυκατοικίες, αναφέρεται στο εξαιρετικό εβραϊκό σχολείο της Λάρισας, με τον αγαπητό δάσκαλο Ιακώβ Φελούς. Κεντρικό σημείο αποτελούν οι εβραϊκές πολυκατοικίες όπου 24 οικογένειες (περίπου 100 άτομα) δημιούργησαν στενή κοινότητα αλληλοβοήθειας. Οι γυναίκες περιγράφουν τη διατήρηση των παραδόσεων - από το εβδομαδιαίο Σαμπάτ με την παραδοσιακή πίτα και αυγό, μέχρι τις γιορτές του Πέσαχ- όπου 30 άτομα μαζεύονταν διαβάζοντας την Αγκαδά στα εβραϊκά και λαντίνο. Η συνέντευξη αναδεικνύει τον ρόλο της εκπαίδευσης, στη διαμόρφωση της εβραϊκής ταυτότητας και τη συνέχιση της παράδοσης από τις νεότερες γενιές.
Λούνα Αράρ & Αννίτα Πίντο
Απομαγνητοφώνηση
Μιχάλης Δασκαλάκης Γιώντης: Είναι 5η Δεκέμβρη 2024, η ώρα είναι 2:42 το μεσημέρι. Βρισκόμαστε στις πρώην εβραϊκές πολυκατοικίες της Λάρισας. Ονομάζομαι Μιχάλης Δασκαλάκης Γιώντης και είμαι εδώ με την κυρία Λούνα Αράρ και την κυρία Ανίτα Πίντο.
Πρώτα από όλα, πότε γεννηθήκατε;
Λούνα Αράρ: Εγώ γεννήθηκα το 1946 στην Καρδίτσα. Εκεί μεγάλωσα και τελείωσα το λύκειο - γυμνάσιο το λέγαμε τότε. Ολοκλήρωσα όλες τις τάξεις εκεί και παντρεύτηκα το 1966, οπότε ήρθα στη Λάρισα.
Μιχάλης: Πόσα αδέρφια είχατε;
Λούνα: Είμαστε τέσσερα αδέρφια - τρεις αδερφές και ένας αδερφός. Εγώ είμαι εδώ παντρεμένη στη Λάρισα, οι δύο αδερφές μου στην Αθήνα, και ο αδερφός μου έμεινε στην Καρδίτσα.
Μιχάλης: Πώς ονομάζονταν οι γονείς σας;
Λούνα: Οι γονείς μου λέγονταν Σουλτάνα και Λέων Καπέτας.
Μιχάλης: Και το πατρικό επίθετο της μητέρας σας;
Λούνα: Καπέτα. Συμπτωματικά το ίδιο επίθετο, ναι.
Μιχάλης: Όταν πηγαίνατε στο σχολείο, υπήρχαν και άλλα εβραιόπουλα;
Λούνα: Όχι, δεν υπήρχαν εβραϊκά σχολεία ούτε εβραϊκή εκπαίδευση στην Καρδίτσα. Φοιτούσα στο τρίτο δημοτικό σχολείο Καρδίτσας, που ήταν κοντά στο σπίτι μας. Παίζαμε με χριστιανά παιδιά και δεν είχαμε ποτέ κανένα πρόβλημα.
Μιχάλης: Τηρούσατε τότε τις γιορτές στο σπίτι;
Λούνα: Συμπτωματικά, η νονά μου η Λούνα ήταν Λαρισαία και ήταν ανηψιά και αδερφή του Αβραάμ Σασόν εδώ στη Λάρισα, που ήταν ραβίνος τότε. Είχαμε λίγη εβραϊκή εκπαίδευση. Εκτός από αυτό, είχα δύο θείους - έναν από την πλευρά του πατέρα μου και έναν από τη μητέρα μου - οι οποίοι ήταν πολύ θρήσκοι, ήξεραν να διαβάζουν και ήταν γνώστες της εβραϊκής θρησκείας.
Μιχάλης: Οι θείοι σας έμεναν στην Καρδίτσα ή στη Λάρισα;
Λούνα: Όχι, όλοι στην Καρδίτσα. Η Καρδίτσα τότε είχε πολλούς εβραίους. Μετά έφυγαν σιγά σιγά.
Μιχάλης: Πόσους εβραίους υπολογίζετε ότι είχε η Καρδίτσα;
Λούνα: Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά ήταν αρκετοί - πάνω από τριάντα οικογένειες. Κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον τρία με τέσσερα παιδιά. Μετά άρχισαν να παντρεύονται και να φεύγουν από την Καρδίτσα. Άλλοι πήγαν στην Αθήνα, άλλοι στο Ισραήλ, άλλοι στην Αμερική, αλλά κυρίως στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα.
Μιχάλης: Σε τι ηλικία ήρθατε στη Λάρισα;
Λούνα: Ήρθα στα 19. Μόλις τελείωσα το σχολείο, αμέσως παντρεύτηκα.
Μιχάλης: Και το όνομα του συζύγου σας;
Λούνα: Μάκης Αράρ - Χαΐμ το εβραϊκό του όνομα.
Μιχάλης: Πού μείνατε αρχικά ως νιόπαντροι;
Λούνα: Ήρθαμε εδώ στις εβραϊκές πολυκατοικίες. Τότε ήταν χαρά για όλους να μένουν εδώ. Η πεθερά μου ήρθε εδώ με τα δύο παιδιά της αρχικά, επειδή το σπίτι της ήταν σεισμόπληκτο. Όταν παντρευτήκαμε, μας είπαν να μείνουμε εδώ προσωρινά. Το "προσωρινά" έγιναν 58 χρόνια που είμαι παντρεμένη! Αργότερα επισκευάσαμε το πεθερικό σπίτι και εκείνοι πήγαν εκεί.
Μιχάλης: Πόσα παιδιά έχετε;
Λούνα: Έχω τρία αγόρια.
Μιχάλης: Τα παιδιά σας μεγάλωσαν στη Λάρισα;
Λούνα: Εδώ στη Λάρισα, σε αυτό το σπίτι και σε αυτή την αυλή έπαιξαν με πολλά άλλα παιδιά.
Μιχάλης: Είχαν εβραϊκή εκπαίδευση;
Λούνα: Ναι, η Λάρισα είχε ένα από τα καλύτερα εβραϊκά σχολεία - το 8ο Δημοτικό. Είχε πολλούς καλούς δασκάλους και τον "αμορέ" μας, όπως τον λέγαμε πάντα, τον Γιακό Φελούς. Αυτός ήταν ο καλύτερος που έδωσε εβραϊκή εκπαίδευση στα παιδιά μας.
Μιχάλης: Σαν παντρεμένη πλέον, τηρούσατε έθιμα στο σπίτι;
Λούνα: Ναι, εγώ ειδικά τα τηρούσα πολύ, γιατί και από την Καρδίτσα που ερχόμουν, αλλά και εδώ έτυχε να μπω σε πολύ εβραϊκή οικογένεια. Όπως σας είπα πριν, ο γιος της πεθεράς μου ήταν ο ραβίνος Αθηνών.
Μιχάλης: Ποιο ήταν το πλήρες όνομα του ραβίνου;
Λούνα: Γιακό Αράρ.
Μιχάλης: Βρήκατε διαφορές ανάμεσα στις παραδόσεις που ξέρατε από την Καρδίτσα και σε αυτές που βρήκατε στη Λάρισα;
Λούνα: Στην Καρδίτσα, παιδί μου, δεν ξέραμε πολλά και δεν μπορούσαμε να κάνουμε πολλά. Το μόνο που μπορούσαμε ήταν να διατηρούμε την Παρασκευή το βράδυ - το βράδυ που το λέγαμε Σαμπάτ. Η μητέρα μου έκανε με τη γιαγιά μου ένα καλύτερο φαγητό, δύο φαγητά. Έκανε πίτα, αυγό. Ξέραμε να λέμε την προσευχή του Σε'μα. Φιλούσαμε το χέρι του πατέρα, μας ευλογούσε - μέχρι εκεί.
Για όλες τις μεγάλες γιορτές μας - Ροσ Ασανά, Κιπούρ - πηγαίναμε στα Τρίκαλα. Η Καρδίτσα δεν είχε εβραϊκό σχολείο και νεκροταφείο, γι' αυτό οι Γερμανοί δεν πήραν πολλούς εβραίους από εκεί. Δεν πήραν σχεδόν κανέναν - μόνο έναν αδερφό της μητέρας μου που σκοτώθηκε στην Αθήνα, και έναν αδερφό του πατέρα μου που πήγε στο Άουσβιτς αλλά γύρισε.
Είχαν όμως ειδοποιηθεί, και ένα χωριό της Καρδίτσας που λέγεται Αμάραντο μάζεψε όλους τους εβραίους - γύρω στα 70 άτομα - και τους προστάτεψε παρά τη φτώχειά τους.
Μεταξύ όλων αυτών ήταν και ο πρώτος μου ξάδερφος, κάποιος Βίκτορ Βενουζίο. Ενώ ήταν πολύ φτωχό παιδί από φτωχή οικογένεια, κατόρθωσε να γίνει επιτυχημένος. Ποτέ όμως δεν ξέχασε από πού ξεκίνησε, ποιοι τον βοήθησαν. Έκανε ένα πολύ όμορφο μνημείο ευγνωμοσύνης για αυτό το χωριό. Πήγαμε και τραγούδησε η χορωδία της κοινότητας. Όλα τα έξοδα τα πλήρωσε ο Βίκτορας Βενεζίο.
Στον κορονοϊό, όσα άτομα ήταν στο χωριό, έστειλε μεγάλα κουτιά βοήθειας.
Πηγαίναμε στα Τρίκαλα, που υπήρχε και νεκροταφείο - εκεί είναι θαμμένοι και οι γονείς μου και οι παππούδες μου όλοι. Πηγαίναμε παραμονές Ροσ Ασανά, παραμονές Κιπούρ. Ξέραμε εκ των προτέρων σε ποιο σπίτι να πάμε στα Τρίκαλα - μας περίμεναν με κρεβάτια. Τότε δεν πήγαινε ο κόσμος στα ξενοδοχεία. Ήξεραν τα σπίτια που θα πηγαίναμε. Γι' αυτό ακόμα, με όλα τα παιδιά των Τρικάλων στην ηλικία μου - λίγο μεγαλύτερα, λίγο μικρότερα - είμαστε ακόμα πολύ συνδεδεμένοι και φίλοι.
Για το Πουρίμ στην Καρδίτσα, επειδή είχαμε πολύ καλές σχέσεις και ήμασταν όλοι φίλοι με χριστιανούς, πηγαίναμε στις γιορτές τους, στις ονομαστικές τους εορτές, σε όλα που γιόρταζαν. Έλεγαν: "Εσείς πότε γιορτάζετε;" Οπότε η μεγάλη μας γιορτή ήταν το Πουρίμ, που άνοιγαν όλοι οι εβραίοι τα σπίτια τους και έτρωγαν και έκαναν επισκέψεις οι χριστιανοί φίλοι.
Για το Πέσαχ μαζευόμασταν σε τρία σπίτια, ανάλογα με αυτούς που ήξεραν να διαβάζουν. Μαζευόμασταν όλοι μαζί και κάναμε το Πέσαχ.
Μιχάλης: Πόσα άτομα σε ένα δείπνο του Πέσαχ;
Λούνα: Α, και τριάντα άτομα μαζί.
Μιχάλης: Διάβαζαν όλοι την Αγκαδά ή μόνο...;
Λούνα: Όχι, τότε δεν υπήρχαν οι Αγκαδές που είναι και στα ελληνικά για να ξέρουμε. Διάβαζαν τρεις-τέσσερις από τους μεγάλους που ήξεραν να διαβάζουν τα εβραϊκά βιβλία.
Μιχάλης: Ισπανικά ακούγονταν στη βραδιά του Σέντερ;
Λούνα: Ναι, η θεία μου και ο παππούλης ήξεραν πολύ τα ισπανικά. Διάβαζαν και στα ισπανικά μερικά κομμάτια.
Μιχάλης: Τραγουδούσατε κάποια τραγούδια;
Λούνα: Ναι, τραγουδούσαμε. Δεν μπορώ να σας πω συγκεκριμένα, αλλά θυμάμαι που τραγουδούσαν όλοι πολύ καλά τότε.
Θέλω να πω ότι το 1967 παντρεύτηκα, ήρθα στη Λάρισα και μπήκα στην οικογένεια εδώ. Αμέσως έγινα ενεργό μέλος και στη WIZO και σε άλλες δραστηριότητες.
Μιχάλης: Μπορείτε να εξηγήσετε τι είναι η WIZO;
Λούνα: Η WIZO είναι οργάνωση εβραϊκή με γυναίκες εβραίες.
Μιχάλης: Με τι ασχολιόταν η WIZO στη Λάρισα;
Λούνα: Στη Λάρισα κάναμε συζητήσεις, αλλά οι πιο παλιές έφτιαχναν και διάφορα χειροτεχνήματα, διάφορα πράγματα και τα πουλούσαν. Γίνονταν μπαζάρια, κάτι τέτοια, κάτι ανάλογο όπως κάνουν τώρα οι φίλοι των ζώων και όλα αυτά.
Ήμουν πάντοτε ενεργό μέλος της κοινότητας. Στη συνέλευση ήμουν για χρόνια στο 25μελές μέχρι εκεί, και στη WIZO.
Εδώ στη Λάρισα το Πουρίμ μας ήταν μόνο τα γλυκά που έφτιαχνε η Ανίτα. Βάζαμε οπωσδήποτε τρία που έπρεπε να έχουν: την κομπέτα, μπακλαβά, κουραμπιέδες, ανάλογα με... Η κομπέτα ήταν το πρώτο και όσες δεν ξέραμε - γιατί ήμασταν μικρές τότε - φωνάζαμε μεγαλύτερες και μας τις έφτιαχναν.
Μιχάλης: Μπορείτε να πείτε το όνομά σας ξανά;
Ανίτα Πίντο: Ανίτα Πίντο. Στο πατρικό μου Φραντσές. Οι γονείς μου μεγάλωσαν εδώ στις εβραϊκές πολυκατοικίες, στην απέναντι πολυκατοικία, στο ισόγειο. Απέναντι μας είχαμε τη Λίτα, τη Μωυσή με τον Νταβίκο και τον Μίνο. Και την Αλίνα αργότερα.
Τελείωσα το εβραϊκό σχολείο της Λάρισας, το οποίο ήταν ένα εξαιρετικό εβραϊκό σχολείο. Τις περισσότερες τάξεις δεν τις κάναμε μόνοι - είχαμε συνδιδασκαλία. Δηλαδή πρώτη-δευτέρα μαζί, δευτέρα-τρίτη, τρίτη-τετάρτη. Γιατί το κράτος μας έδινε έναν ή δύο δασκάλους, τους υπόλοιπους τους πλήρωνε η κοινότητα και έπρεπε να γίνεται συνδιδασκαλία για να καλύπτονται και τα έξοδα. Ήταν μια χαρά πάντως, επειδή το έχω ζήσει. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα.
Κάναμε παρέλαση κάθε 25η Μαρτίου και κάθε 28η Οκτωβρίου. Παρελάβαμε τις στολές μας με την ελληνική σημαία. Περήφανοι που λαμβάναμε κι εμείς μέρος σε όλον αυτόν τον εορτασμό.
Μαθαίναμε εβραϊκά. Κάθε μέρα είχαμε εβραϊκά και την Παρασκευή Εβραϊκή Ιστορία. Όλα αυτά με τον αμορέ. Ο αμορέ ήταν ένα πολύτιμο άτομο για την κοινότητα. Έδωσε σε όλους εβραϊκή παιδεία - γενιές και γενιές, πολλά χρόνια.
Γι' αυτό και οι Λαρισαίοι, όπου παντρεύτηκαν - είτε στην Αθήνα, είτε στη Θεσσαλονίκη, είτε οπουδήποτε αλλού - ξέρουν να μιλάνε εβραϊκά, να διαβάζουν εβραϊκά, να τραγουδάνε εβραϊκά. Αυτό όσον αφορά την παιδεία.
Μιχάλης: Ιακώβ Φελούς ο αμορέ;
Ανίτα: Ναι.
Μιχάλης: Τι σημαίνει "αμορέ";
Ανίτα: Ο αμορέ είναι ο δάσκαλος. "Μορέ" είναι δάσκαλος, "αμορέ" ο δάσκαλος - στα εβραϊκά.
Μιχάλης: Το σχολείο πήγαινε μέχρι την τελευταία τάξη;
Ανίτα: Έξι τάξεις - δημοτικό σχολείο. Επιπλέον, όταν πηγαίναμε πρώτη και δευτέρα γυμνασίου, ο αμορέ ήθελε να μας παρατείνει την εβραϊκή μας παιδεία. Αυτό όμως πια δεν ήταν εύκολο, γιατί είχαμε και τις ξένες γλώσσες - γαλλικά, αγγλικά, σίγουρα δύο γλώσσες. Οπότε χρόνος δεν υπήρχε. Τα γυμνάσια λειτουργούσαν πρωί-απόγευμα τότε - μια εβδομάδα πρωινή, μια εβδομάδα απογευματινή.
Εντάξει, κάναμε εβραϊκά μέχρι την πρώτη γυμνασίου. Μετά όχι - ήταν στενό το πρόγραμμα. Αλλά η παιδεία αυτή ήταν αρκετή. Όλα τα παιδιά που τελείωσαν το εβραϊκό σχολείο - τα τρία παιδιά της Λούνας - ξέρουν να διαβάζουν τα εβραϊκά και ξέρουν πολύ καλά την Αγκαδά.
Να απαντήσω στο τραγούδι που ρωτήσατε πριν. Η απάντησή μου ήταν σε αυτό: ότι εμείς διαβάζουμε όλη την Αγκαδά στα εβραϊκά. Όλοι εμείς που τελειώσαμε το εβραϊκό σχολείο τραγουδάμε από έξω αρκετά - τρία κομμάτια της Αγκαδά.
Όταν μαζευόμασταν για να κάνουμε Πέσαχ, όπως είπε κι η Λούνα, μαζευόμασταν σε ένα-δύο σπίτια και τριάντα άτομα. Βέβαια ο καθένας με το φαγητό του - για να το διευκρινίσουμε αυτό, γιατί καμία νοικοκυρά δεν μπορούσε να κάνει τόσο μεγάλο φαγητό. Ήταν με τις οικογένειες - οι γονείς με τα παιδιά, τα αδέρφια, έτσι πηγαίναν. Και με φίλους.
Εμένα η μητέρα μου και ο πατέρας μου δεν είχαν εδώ συγγενείς, αλλά είχαν φίλους. Οπότε μαζευόμασταν, κάναμε την Αγκαδά. Η Αγκαδά κυρίως όμως ακουγόταν στα λαντίνα εκεί τουλάχιστον στο σπίτι που έκανα εγώ, και στα εβραϊκά τα παιδιά. Εμείς πήγαμε ή στη Ρασέλ ή στην Τούκα. Ο μπαμπάς μου τα ήξερε στα λαντίνα όλη την Αγκαδά να την πει. Η μαμά μου τίποτα - από τον Βόλο. Αλλά εντάξει, ήταν ωραίες οι γιορτές. Υπήρχε πολύ μεγάλη σύνδεση.
Εδώ - αυτές είναι οι εβραϊκές πολυκατοικίες. Είναι τέσσερις πολυκατοικίες, αν θυμάμαι καλά, επί έξι διαμερίσματα την κάθε οικοδομή. Υπήρχε μεγάλη σύνδεση, μεγάλη αγάπη. Ο κόσμος συνέτρεχε ο ένας στον άλλον. Δεν αισθανόταν κανείς μόνος. Είτε θα έπινες έναν καφέ με μια γειτόνισσα, είτε οτιδήποτε. Ο κόσμος ήταν παρών σε κάθε τι που σου συνέβαινε. Και αυτό ήταν το σημαντικό - οι συνδέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Που τώρα είναι λίγο πιο δύσκολο για πολλούς λόγους.
Λούνα: Να κάνω μια παρένθεση. Εγώ που ήρθα από την Καρδίτσα, ήμουν 19 χρονών. Η μητέρα μου αναγκαστικά δεν μπορούσε να έρθει πολύ, γιατί είχε άλλα 3 παιδιά από πίσω που ήταν στο δημοτικό - η αδερφή μου η μικρότερη.
Αν δεν είχα - το λέω και το ξαναλέω - όλα τα άτομα, αυτό που είπε η Ανίτα, που με βοηθούσαν... Δηλαδή ζητούσα να μου δώσουν κάτι, ζητούσα πώς να φτιάξω αυτό, μου κρατούσαν το μωρό. Δεν ήξερα τι μου γινόταν, γιατί από το σχολείο βρέθηκα εδώ - δεν είχα συμπληρώσει τα 20 και είχα παιδί και ήμουν παντρεμένη σε ένα άλλο μέρος. Τελείως άγνωστα.
Αλλά πολλά άτομα εδώ... Είχα εδώ 2 άτομα στην πολυκατοικία - τότε εγώ τις έλεγα "μεγάλες". Αλλά τώρα που κάνω πολλές φορές τους υπολογισμούς μου, 45άρες ήταν τότε και 50άρες. Αλλά εγώ που ήμουν 20, τις έβλεπα αλλιώς - γιατί βλέπουμε κάθε πράγμα ανάλογα με τη θέση που είμαστε.
Όλες με βοηθούσαν. Δεν ζήτησα από κάποια ένα πράγμα ή κάτι να μου δείξει και να πει όχι. Όλες.
Μιχάλης: Συνολικά πόσα άτομα;
Ανίτα: Κοιτάξτε, ήμασταν 24 οικογένειες. Από 4 άτομα η καθεμία, ήμασταν γύρω στα 100 άτομα πάνω-κάτω.
Με παιδιά παίζαμε κρυφτό, κυνηγητό, σκηνάκι, αμπάριζα. Ήταν αλλιώς. Και επειδή ήταν κλειστός ο χώρος, δεν υπήρχε φόβος ότι θα φύγουν τα παιδιά. Ερχόντουσαν και πολλοί φίλοι μας χριστιανοί. Δηλαδή ο Νταβίκο ο γιος είχε τον Κώστα τον Αγοραστό που είναι ο περιφερειάρχης που ήταν. Δηλαδή μεγάλωσαν εδώ. Είναι περίπου στην ηλικία των παιδιών μας όλοι αυτοί.
Μιχάλης: Πώς ονομάζονταν οι γονείς σας;
Ανίτα: Ο μπαμπάς μου Ιωσαφάτ Φραντσές και ήταν γέννημα-θρέμμα Λαρισαίος. Η μαμά μου Ευτυχία Κοέν και ήταν από τον Βόλο, όπως σας προείπα.
Και οι δύο στην κατοχή σώθηκαν - δεν πήγε κανείς στρατόπεδο. Ο μπαμπάς μου με την οικογένειά του κατέφυγε στην Αθήνα, στην Καισαριανή. Εργαζόταν είτε στον δρόμο πουλώντας τσιγάρα, είτε ως μαγκάς και κάτι. Του έπεσε τότε και μια πόρτα στο κεφάλι του που τον άφησε κουφό. Πήγαν πάνω στο Πήλιο. Μια οικογένεια τους βοήθησε πολύ - δεν θυμάμαι το όνομά τους. Οι οποίοι όμως μετά ανακηρύχθηκαν και Δίκαιοι των Εθνών, γιατί έσωσαν τη μεγάλη οικογένεια της γιαγιάς μου.
Η γιαγιά μου ήταν μόνη της, είχε 7 παιδιά. Τους βοήθησαν πολύ. Οπότε δικαίως πήραν και τον τίτλο του Δικαίου των Εθνών.
Είχαν ένα μαγαζί. Μετά τον πόλεμο, ξέρετε, όλα ήταν δύσκολα. Άνοιξαν ένα μαγαζί με νεοτερισμούς. Εργάζονταν και οι δύο. Εμείς βοηθούσαμε πολύ στο σπίτι και στην καθαριότητα και στο σχολείο. Καλά τα καταφέρναμε.
Μιχάλης: Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς σας;
Ανίτα: Προξενιό. Οι περισσότεροι ήταν από προξενιό τότε, και σε διαφορετικές πόλεις, και με μεγάλη διαφορά ηλικίας. Τους σύστησαν, τα βρήκαν, παντρεύτηκαν, έκαναν εμάς.
Η αδερφή μου τώρα ζει στον Βόλο, είναι παντρεμένη, έχει ένα παιδί. Εγώ έχω δύο.
Μιχάλης: Εσείς πού μένετε τώρα;
Ανίτα: Εγώ μένω στη Θεσσαλονίκη. Είμαι Γενική Γραμματέας της Κοινότητας Θεσσαλονίκης - η πρώτη γυναίκα που συμμετείχε σε Συμβούλιο. Οπότε αισθάνομαι και πολύ ωραία όταν το λέω - μια από τις πρωτιές.
Μιχάλης: Μέχρι ποια ηλικία μείνατε στη Λάρισα;
Ανίτα: Έμεινα μέχρι τα 18 μου. Μετά πήγα νύφη στη Θεσσαλονίκη. Παντρεύτηκα και εγώ γρήγορα. Τελείωσα μια σχολή στην Αθήνα - Διαφήμιση, Δημόσιες Σχέσεις και Μάρκετινγκ. Στη Θεσσαλονίκη γνώρισα τον άντρα μου, παντρευτήκαμε.
Έκανα τα παιδιά στο εβραϊκό σχολείο και τα δύο - δεν υπήρχε περίπτωση. Οι Θεσσαλονικείς δεν έστελναν όλοι τα παιδιά τους στο εβραϊκό σχολείο για διάφορους λόγους. Εγώ είπα ότι και στην Περαία να μένω, με τα πόδια θα τα πηγαίνω - ήθελα να έχουν τη δική μου την εμπειρία και τη δική μου παιδεία. Τόσο καλό ήταν το σχολείο της Λάρισας.
Και το σχολείο της Θεσσαλονίκης είναι επίσης πολύ καλό. Εδώ θέλω να πω πως η δομή της κοινότητας είναι προσανατολισμένη στο να δίνει παιδεία. Δίνει πολλά χρήματα η κοινότητα για την παιδεία των ανθρώπων. Τα υποστηρίζει από το δημοτικό, ως φοιτητές φροντίζει να πηγαίνουν σε καλά σχολεία, αργότερα ως φοιτητές... γενικά τους συνοδεύει μέχρι να ολοκληρωθούν οι σπουδές. Σε κάθε στάδιο είναι πλάι η κοινότητα έμπρακτα - και όχι μόνο ηθικά, και ηθικά και έμπρακτα.
Κοιτάει όταν είναι σε μια ηλικία για τα παιδιά να διοργανώνει σεμινάρια. Κάποτε ήταν και περισσότερες οι εκδρομές για να συνδέονται, να υπάρχει σύνδεση μεταξύ των πόλεων και μεταξύ των εβραϊκών πόλεων. Να συναντιόνται δηλαδή οι άνθρωποι για να μπορούν να κάνουν μαζί σχέδια.
Γενικά η κοινότητα είναι πολύ φροντιστική όσον αφορά το να έρχονται οι άνθρωποι σε επαφή μεταξύ τους, να ανοίγει το μυαλό τους και να δημιουργούν ωραία πράγματα - ωραίες οικογένειες, ωραίες δουλειές, να αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους.
Η κοινότητα είναι πολύ φροντιστική. Είναι ούτως ή άλλως και ένας από τους τρεις σκοπούς της κοινότητας - είναι ο φιλανθρωπικός, ο θρησκευτικός και ο εκπαιδευτικός. Στον εκπαιδευτικό πραγματικά τα δίνουμε όλα.
Μιχάλης: Να σας γυρίσω λίγο πίσω στη Λάρισα. Τι βαθμό τηρούσατε έθιμα στο δικό σας σπίτι ως παιδί;
Ανίτα: Ωραία. Κοιτάξτε, όπως σας προείπα, η μαμά μου ήταν Ρωμανιώτισσα. Ο μπαμπάς μου ήταν από οικογένειες Λάρισας. Τηρούσαμε τα έθιμα.
Τώρα όσο για τη Ρος Ασανά μας, ο μπαμπάς μου δεν ήθελε να ανοίξει το μαγαζί και πήγαινε πάντα στο καλ. Η μαμά μου όμως έλεγε: "Εντάξει, μπορούμε να ανοίξουμε το μαγαζί, το Κιπούρ θα το κλείσουμε."
Σηκωνόμασταν το πρωί, φιλούσαμε το χέρι του μπαμπά μας, πηγαίναμε το Κιπούρ στο καλ, καθόμασταν για λίγο, κάναμε νηστεία όσο μπορούσαμε. Μετά μας περίμενε το φαγητό - η μαμά τα είχε άψογα όλα αυτά. Δεν ήταν θρησκευόμενη, δεν ήταν θρήσκα, αλλά τα έθιμα τα τηρούσε. Και φρόντιζε να έχουμε εβραϊκή παιδεία - κυρίως αυτό φρόντιζαν οι γονείς μας. Δεν κοίταζαν τη θρησκευτικότητα, κοίταζαν την παιδεία.
Μιχάλης: Υπήρχαν φαγητά που δεν τρώγατε στο σπίτι;
Ανίτα: Βέβαια. Χοιρινό ποτέ. Όμως γαρίδες και τα υπόλοιπα, ναι, τα τρώγαμε και τα ευχαριστιόμασταν.
Μιχάλης: Κυρία Λούνα;
Λούνα: Ναι, και εγώ από την αρχή που παντρεύτηκα, όλες τις γιορτές μας και όλα τα Σαμπάτ τα τηρώ. Ως παιδεία, ήμασταν στην πεθερά μου. Ήταν νόμος αυτός - να είμαστε στην πεθερά μου. Μέχρις ότου μεγάλωσαν τα παιδιά μου, έκαναν οικογένειες.
Εγώ δεν έχω φύγει - ο άντρας μου δεν θέλει να φύγει από το σπίτι του στις γιορτές. Είμαστε πολύ θρησκευόμενοι και παραδοσιακή οικογένεια. Θα φτιάξω όλα, όλα, όλα στις γιορτές με αυτά που πρέπει. Μαζεύονται τα παιδιά μου.
Πριν που ήμουν λίγο πιο νέα - πριν από τον κορονοϊό μπορώ να πω - παρόλο που αυτό το σπιτάκι ήταν μικρό, εδώ ανοίγει αυτό το τραπέζι, έμπαινε κι άλλο και μέχρι είκοσι άτομα μάζευα. Κι εγώ δεν ήθελα να μου φέρουν, να φτιάχνουν τα δικά τους φαγητά. Ήθελα, έλεγα: "Τους κάνω τραπέζι, θα είναι με το δικό μου φαγητό."
Συνήθως μάζευα άτομα εκτός από την οικογένεια που ήταν μόνα τους, γιατί θυμάμαι που έλεγαν...
Ανίτα: Και εγώ το ίδιο.
Λούνα: Ναι, είναι μιτσβά αυτό. Θυμάμαι που λέγαν ότι δεν πρέπει να μένει στις γιορτές κανένας μόνος του. Και μάλιστα στο Πέσαχ, η πεθερά μου άφηνε μισάνοιχτη την πόρτα για να μπαίνει όποιος φτωχός θέλει.
Ανίτα: Ο "Ελιγιάου να βγει".
Λούνα: Ο "Ελιγιάου να βγει", έλεγαν τότε, για να μπαίνουν μέσα όλοι.
Ανίτα: Και καρέκλα.
Λούνα: Κανένας δεν πρέπει να μείνει μόνος και νηστικός, έλεγε, σε αυτές τις ημέρες.
Μιχάλης: Πώς ονομαζόταν η πεθερά σας;
Λούνα: Λιλή Ναχμούλ ήταν στο πατρικό της, Λιλή Αράρ όταν παντρεύτηκε τον πεθερό.
Μιχάλης: Και αν κατάλαβα καλά, κάθε Σαμπάτ πηγαίνατε στην πεθερά σας;
Λούνα: Ναι, στην πεθερά μου εδώ. Μαγείρευε και την Παρασκευή το βράδυ και η μεσάκι ήταν. Δεν ήξεραν τόσα πολλά φαγητά, αλλά ήταν πολύ νόστιμα. Ήταν δηλαδή καθορισμένα, δεν ξέραν κάτι άλλο. Αλλά έπρεπε να φάμε όλοι μαζί.
Η πεθερά μου είχε ένα μεγάλο παλιό σπίτι που τώρα έχει γίνει πολυκατοικία φυσικά. Είχε ένα τεράστιο - όσο είναι αυτό το σπίτι με όλο εδώ - ήταν το χολ μόνο. Και είχε δύο υπνοδωμάτια από τη μια πλευρά, δύο υπνοδωμάτια από την άλλη.
Ζούσε μαζί με τον... Δηλαδή ήταν δύο αδέρφια η πεθερά μου - αδερφός και αδερφή η πεθερά μου και ο αδερφός της. Παντρεύτηκαν, είχαν δύο δωμάτια η μάνα, δύο δωμάτια ο άλλος και ένα κοινό τραπέζι. Όλοι μαζί έτρωγαν, όλοι μαζί καθόντουσαν και στις γιορτές και κάθε μέρα του Πέσαχ.
Μέχρι που μεγάλωσαν, πέθαναν δηλαδή. Αλλά ποτέ τους - γιατί ήμασταν πολλά άτομα - ποτέ τους δεν έφυγαν από το σπίτι. Δηλαδή ερχόντουσαν άτομα στο σπίτι και αυτό μας μετέδωσαν.
Μιχάλης: Εσείς τι μαγειρεύατε συνήθως για το Σαμπάτ;
Λούνα: Για το Σαμπάτ κάνω πάντοτε εγώ στο σπίτι μου κρέας. Κρέας με διάφορα φαγητά κρέας και οπωσδήποτε παστιτσάκια με κιμά ή πίτα. Ανοίγω πολύ ωραία φύλλα και κάνω ωραία πίτα.
Ανίτα: Δηλαδή εγώ θα το λέω και στο βίντεο και σε όλους, ότι όταν εγώ γέννησα και ήρθε η Λούνα να δει το μωρό, αντί να μας φέρει γλυκά, μας έφερε πίτα. Και λέγαμε όλοι: "Δόξα τω Θεώ, τόσο ωραία πίτα και τόσο ωραία σκέψη" - αντί για γλυκά να σου φέρει κάποιος πίτα. Δηλαδή γιατί χρησιμοποιείς και για φαγητό την πίτα κανονικά, αν θες με ένα γιαουρτάκι και με ένα αυγό.
Λούνα: Εκείνα τα χρόνια, και η πεθερά μου και η μαμά μου... Εμείς σήμερα την πίτα την κάνουμε έτσι για να έχουμε μια πιτούλα να φάμε πριν ή μετά. Ό,τι λέγαμε "πίτα", "έχουμε πίτα σήμερα", ήταν φαγητό η πίτα.
Παίρναμε αυτά τα γυάλινα που ήταν στα γυάλινα τα γιαούρτια και ένα αυγουλάκι και ουζάκι την Παρασκευή το βράδυ. Δεν υπάρχει περίπτωση - και ακόμα σήμερα που είμαι εγώ με τον άντρα μου, μεγάλοι άνθρωποι είμαστε - θα φτιάξουμε ή σπιτσούλα ή ένα μπουρεκάκι και ένα αυγουλάκι. Φαγητό δεν τρώμε τώρα, μεγαλώσαμε. Αλλά αυτά θα τα φτιάξουμε - δεν υπάρχει περίπτωση Παρασκευής βράδυ να μην έχουμε το αυγό με την πίτα.
Ανίτα: Και στην κοινότητα Θεσσαλονίκης επίσης το ίδιο γίνεται - είναι το παραδοσιακό φαγητό. Το μπουρεκάκι ή η πίτα και το αυγό.
Λούνα: Και στη Λάρισα πριν από τον κορονοϊό, στη λέσχη μας - και πριν να χαλάσει η συναγωγή μας, τώρα τη φτιάχνουμε μέχρι το Πάσχα θα είναι έτοιμη - μαζευόμασταν όλοι εκεί, παίρναμε πίτες, αυγά και μαζευόμαστε. Μαζευόμασταν όλοι όσοι μετά από το καλ εκεί, μετά τη συναγωγή.
Τώρα έχουν αλλάξει πολλά, ας πούμε, μετά τον κορονοϊό και που χάλασε η συναγωγή μας. Ο κορονοϊός μας άλλαξε πολλά πράγματα, ναι.
Μιχάλης: Εσείς πόσο συχνά πηγαίνατε στο καλ;
Λούνα: Κάθε εβδομάδα εγώ πηγαίνω.
Μιχάλης: Ακόμα;
Λούνα: Ναι. Τώρα το χειμώνα δεν πηγαίνω Παρασκευή βράδυ, γιατί εμείς εδώ δεν είμαστε 6-6:30 η ώρα που λέει το Σαμπάτι όπως κάνουν στην Αθήνα. Εμείς 9 η ώρα κλείνουν τα μαγαζιά για να πάει. Οπότε για μένα τώρα αυτόν τον καιρό είναι πολύ δύσκολο. Αλλά το πρωί πηγαίνω το Σαμπάτι.
Μιχάλης: Αυτό ήταν πάντα στη Λάρισα, να ξεκινάει στο τέλος της αγοράς;
Λούνα: Ναι, ναι, ναι. 9 η ώρα έγινε όταν πάντοτε. Έπρεπε να κλείσουν τα μαγαζιά. Πώς θα επιβίωνε, αν δεν ήταν στο μαγαζί του; Δεν μπορούσε άλλος να αφήσει το μαγαζί για να πάει. Οπότε κάναμε δικό μας νόμο στη Λάρισα.

