Απομαγνητοφώνηση
Εδώ είναι η συνέντευξη σε μορφή απομαγνητοφώνησης:
Συνεντευκτής: Κυρία Παπανδριανού, πότε γεννηθήκατε;
Ραχήλ Βαρούχ: Γεννήθηκα το Φεβρουάριο του 1938 στο Βόλο Μαγνησίας όπου και τελείωσα τις γυμνασιακές μου σπουδές και στη συνέχεια ήρθαμε στην Αθήνα και τελείωσα το Πανεπιστήμιο Αθηνών Φυσικομαθηματική Σχολή Τμήμα Μαθηματικών.
Συνεντευκτής: Πώς ονομάζονταν οι γονείς σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Οι γονείς μου ήταν ο Ισίδωρος Βαρούχ και η Ρενέ Βαρούχ, το γένος Αλβατό Ρούσο από τη Θεσσαλονίκη.
Συνεντευκτής: Τι επάγγελμα έκανε ο πατέρας σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Ο πατέρας μου ήταν τραπεζίτης στο επάγγελμα, γεννήθηκε στο Βόλο το 1902 όπου και εκείνος τότε τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, πήγε στη συνέχεια στο Παρίσι στη Γαλλία και έκανε Οικονομικές Επιστήμες και συνέχισε μετά στην τράπεζα του πατέρα του.
Συνεντευκτής: Θυμάστε πότε αποφοίτησε από τη Γαλλία;
Ραχήλ Βαρούχ: Όχι.
Συνεντευκτής: Σε ποιο σχολείο πήγε όταν ήταν στο Βόλο;
Ραχήλ Βαρούχ: Ο πατέρας μου, ούτε αυτό το ξέρω.
Συνεντευκτής: Ξέρετε ήταν γαλλικό σχολείο;
Ραχήλ Βαρούχ: Όχι ήταν ελληνικό σχολείο.
Συνεντευκτής: Η μητέρα σας τι σπουδές είχε;
Ραχήλ Βαρούχ: Η μητέρα μου γεννήθηκε και εκείνη στη Θεσσαλονίκη, τελείωσε στη Θεσσαλονίκη την Mission Laïque και συνεχεία πήγε στη Γαλλία όπου είχε πάρει και Πρεβέ Σουπεριάρ. Εκείνη ήξερε και πάρα πολλές γλώσσες. Εκτός από τα ελληνικά ήξερε γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, αγγλικά και γερμανικά. Τα οποία όμως κατόρθωσε και προσπάθησε να τα ξεχάσει λόγω του μίσους που είχε έναντι των Γερμανών, οι οποίοι τους πήρανε όλη την οικογένειά της και πεθάναν όλοι στο στρατόπεδο του Άουσβιτς.
Συνεντευκτής: Έχετε αδέρφια;
Ραχήλ Βαρούχ: Δυστυχώς όχι.
Συνεντευκτής: Τι γλώσσα μιλούσαν μεταξύ τους οι γονείς σας στο σπίτι;
Ραχήλ Βαρούχ: Οι γονείς μου εκτός από ελληνικά μιλούσαν γαλλικά και μιλούσαν και ισπανικά, τα λατίνο.
Συνεντευκτής: Ο πατέρας σας είπατε γεννήθηκε στο Βόλο;
Ραχήλ Βαρούχ: Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Βόλο αλλά μιλούσε και ισπανικά.
Συνεντευκτής: Ήταν Σεφαραδίτης;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι, όλη η οικογένεια ήταν Σεφαραδίτες.
Συνεντευκτής: Πού μένατε στο Βόλο;
Ραχήλ Βαρούχ: Στο Βόλο μέναμε στο κέντρο του Βόλου επί της οδού Κ. Καρτάλη 69, Κ. Καρτάλη και Γαλλίας ήταν οικοδομή, μονοκατοικία, τριόροφος.
Συνεντευκτής: Όλη άνηκε στην οικογένειά σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι όλη ανήκει στην οικογένειά μας. Υπήρχε ένας ωραίος προαύλιος χώρος όπου παίζαμε όταν ήμασταν και μικροί. Υπήρχε και πηγάδι θυμάμαι στην αυλή. Υπήρχε το υπόγειο όπου εκεί υπήρχε ντεπόζιτο με αντλίες που ανέβαζε το νερό. Δεν ήταν μόνο το πηγάδι, στην αυλή υπήρχε ένα πηγάδι με μια τουλούμπα που ανεβάζανε το νερό για το προαύλιο χώρο. Αλλά για το σπίτι υπήρχε μοτέρ στο υπόγειο και ανέβαζε το νερό σε μια μεγάλη δεξαμενή επάνω και χρησιμοποιούσαν το νερό αυτό για τις ανάγκες του σπιτιού.
Συνεντευκτής: Σε ποιο όροφο μένατε;
Ραχήλ Βαρούχ: Σε όλο το σπίτι. Κάτω ήταν τα σαλόνια. Στον επάνω όροφο ήταν υπνοδωμάτια. Εκεί υπήρχε και πάνω άλλος ο τρίτος όροφος που ήταν σαν γραφείο, σαν διάφορα άλλοι χώροι φιλοξενίας κτλ. Και στο υπόγειο επίσης υπήρχαν και πολλοί αποθηκευτικοί χώροι για σιτάρια, ρύζια, μακαρόνια, όλα αυτά που χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη.
Συνεντευκτής: Γνωρίσατε παππού, γιαγιά;
Ραχήλ Βαρούχ: Η γιαγιά μου όχι διότι πέθανε. Η γιαγιά μου πέθανε νωρίς το 1931 απ' ότι θυμάμαι από μηνιγγίτιδα.
Συνεντευκτής: Ποια γιαγιά είναι αυτή;
Ραχήλ Βαρούχ: Η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα μου.
Συνεντευκτής: Πώς την έλεγαν;
Ραχήλ Βαρούχ: Ραχήλ.
Συνεντευκτής: Και ο παππούς;
Ραχήλ Βαρούχ: Ο παππούς τον θυμάμαι πολύ λίγο. Επί κατοχής όταν φύγαμε στα βουνά που ήταν μαζί μας και ήταν μιας κάποιας ηλικίας. Και τότε με την κατοχή που πήγαμε στα βουνά, στα Άγραφα κτλ, στο Σιάμ, στο Περτούλι, σε όλα αυτά τα μέρη ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ. Και λόγω καιρικών συνθήκων που υπήρχε πάρα πολύ κρύο, δεν υπήρχαν φάρμακα, δεν υπήρχαν τροφές. Ο πατέρας μου τότε διωκόμενος έφυγε άρον-άρον με την οικογένειά του όλη. Είχε πάρει μαζί του λίγες χρυσές λίρες για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες, τις οποίες όμως ούτε γνώριζαν εκεί στα χωριά. Δεν ήξεραν καν τι θα πει η χρυσή λιρα και μάλιστα την είχαν ονομάσει τότε κίτρινος πυρετός.
Συνεντευκτής: Πώς λεγόταν ο παππούς;
Ραχήλ Βαρούχ: Βαρούχ Βαρούχ.
Συνεντευκτής: Αυτός ήταν που ήταν επίσης τραπεζίτης;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι, ήταν και εκείνος τραπεζίτης. Είχε μεγάλη εμπειρία σχετικά με τις τραπεζικές υποθέσεις και ήταν συνέχεια από τον πατέρα του. Είχε πάρει εκείνος την τράπεζα, συνεχιστής δηλαδή της οικογένειας και της τράπεζας. Είχε μεγάλη οικονομική εμπειρία σχετικά με τα τραπεζικά θέματα.
Συνεντευκτής: Πρώτος δηλαδή ο ιδρυτής της τράπεζας ήταν ο προπάππους σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Ήταν ναι, ο προπάππους. Ο οποίος στην αρχή ασχολείτον με χοντρεμπόριο υφασμάτων και συνεργαζόμενος με αντιπροσωπείες στην Τεργέστη και είχε ιδρύσει τότε την τράπεζα στα Τρίκαλα, Τράπεζα Βαρούχ και Λεβί. Στη συνέχεια είχαν μετεγκατασταθεί στο Βόλο όπου και εκεί ίδρυσαν με τον Μωυσή μια άλλη τράπεζα Βαρούχ και Λεβί και αργότερα μετονομάστηκε σε τράπεζα Βαρούχ.
Συνεντευκτής: Και θυμάστε πώς ονομαζόταν η γυναίκα του προπάππους σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Ήταν η Λουίζα Ζαγκανή και με τη Λουίζα Ζαγκανή είχαν αποκτήσει εφτά παιδιά.
Συνεντευκτής: Ο προπάππους σας ήταν γεννηθείς στα Τρίκαλα;
Ραχήλ Βαρούχ: Ο προπάππους είχε γεννηθεί στα Τρίκαλα. Ήταν και εκείνος Ρωμανιώτης, Εβραίος και ασχολείτο και εκείνος με χοντρεμπόριο υφασμάτων και ίδρυσε και την τράπεζα στα Τρίκαλα.
Συνεντευκτής: Μισό λεπτό, είπατε όμως ότι ο πατέρας σας Σεφαραδίτης;
Ραχήλ Βαρούχ: Ρωμανιώτης.
Συνεντευκτής: Α παρόλο που ήταν Ρωμανιώτης μιλούσε Ισπανικά. Αυτά τα είχε μάθει επειδή τα έμαθε με δάσκαλο ή τα είχε μάθει με την αλληλεπίδραση του με άλλους Εβραίους;
Ραχήλ Βαρούχ: Όχι δεν νομίζω τα είχε μάθει με δάσκαλο γιατί και εγώ τα καταλάβαινα αλλά δεν ξέρω να τα μιλήσω. Ελάχιστες λέξεις ξέρω.
Συνεντευκτής: Πότε παντρεύτηκαν οι γονείς σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Οι γονείς μου το 37.
Συνεντευκτής: Ξέρετε πως γνωρίστηκαν;
Ραχήλ Βαρούχ: Στη Θεσσαλονίκη. Ξέρω ότι είχε πάει ο πατέρας μου και εκεί γνώρισε τη μητέρα μου και παντρεύτηκαν.
Συνεντευκτής: Είναι πιθανό να ήταν προξενιό;
Ραχήλ Βαρούχ: Δεν το ξέρω, αν ήταν προξενιό. Πάντως ξέρω ότι παντρεύτηκαν στη Θεσσαλονίκη και μετά είχαν κάνει και μια μεγάλη δεξίωση σ' ένα ξενοδοχείο Mediterranean νομίζω που ήταν στη Θεσσαλονίκη τότε.
Συνεντευκτής: Η μητέρα σας πότε γεννήθηκε;
Ραχήλ Βαρούχ: Το 1916.
Συνεντευκτής: Άρα ήταν 21 χρονών όταν παντρεύτηκε;
Ραχήλ Βαρούχ: Η μητέρα σας δούλευε;
Συνεντευκτής: Όχι.
Ραχήλ Βαρούχ: Μετά δηλαδή ως παντρεμένη;
Συνεντευκτής: Όχι και πριν;
Ραχήλ Βαρούχ: Όχι.
Συνεντευκτής: Οι γονείς σας, οι προγονοί σας ήταν εμπλεκόμενοι της κοινότητας του Βόλου;
Ραχήλ Βαρούχ: Βέβαια. Εδώ είναι ο παππούς μου που έχει προσφέρει - για τον προπαππού μου τώρα - είχε προσφέρει 32.000 στο Κοινοτικό Συμβούλιο, για την ανέγερση Συναγωγής.
Συνεντευκτής: Ααα, αυτή τη συναγωγή που μετά κατέστρεψαν οι Γερμανοί;
Ραχήλ Βαρούχ: Νομίζω ναι, φαντάζομαι ότι αυτό θα είναι. Η συναγωγή του Βόλου.
Συνεντευκτής: Αυτό έγινε πότε, αυτό έγινε το 1921;
Ραχήλ Βαρούχ: Άρα είχε δώσει λεφτά για τη συναγωγή. Η μητέρα μου ήταν στην Ωζέρ Ντάλιμ, στην Αδελφότητα Κυριών και ο πατέρας μου δημιούργησε τη λέσχη Σιωνιστικού Συλλόγου Βόλου. Εργάστηκε στην Επιτροπή Περιθάλψεως Απόρων, η οποία παρείχε χρηματική και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Χρημάτισε επίσης πρόεδρος του Σιωνιστικού Συλλόγου.
Συνεντευκτής: Σε ποια ηλικία θυμάστε την πρώτη σας εμπειρία;
Ραχήλ Βαρούχ: Σχετικά με τι;
Συνεντευκτής: Με τη ζωή σας.
Ραχήλ Βαρούχ: Θυμάμαι την εμπειρία από όταν ήμουν μικρή, όταν πήγαμε στα Άγραφα.
Συνεντευκτής: Α, θυμάστε αυτό ε;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι.
Συνεντευκτής: Για πέστε μας λίγο, πότε αποφάσισε η οικογένειά σας να φύγει ή μάλλον πότε φύγατε με την οικογένειά σας από το Βόλο;
Ραχήλ Βαρούχ: Νομίζω φύγαμε το 1943. Πρώτα απ' όλα, όταν αντιλήφθηκε ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν πολύ διορατικός, αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που υπήρχε για την οικογένεια και υπήρχε κίνδυνος να τον συλλάβουν και πρώτη του σκέψη ήταν να αλλάξει την ονομασία της τράπεζας. Από Τράπεζα Βαρούχ να την κάνει Τράπεζα Γενικών Συναλλαγών για να μην φαίνεται το εβραϊκό του όνομα. Λοιπόν, μετά από, για αυτόν τον λόγο, τότε συνεκάλεσε Γενική Συνέλευση και έκανε κάποιο συμβούλιο και ανέθεσε, μοίρασε τις συμμετοχές μάλλον σε φιλικά πρόσωπα, εκ των οποίων ήταν ο Ευάγγελος Γκλαβάνης, ο οποίος πήρε κυρίως 500 μετοχές, ο Αναστάσιος Γκλαβάνης με 250 μετοχές και ο Γεώργιος Κωντζηδόπουλος με άλλες 250 μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστη 1000 δραχμές, σύνολον 15.000 δραχμές. Και, όχι, ναι, 15.000 δραχμές εκάστη. Το εταιρικό κεφάλαιο δηλαδή οριζόταν σε 15 εκατομμύρια τα οποία εκάλυψαν αυτοί. Εν τω μεταξύ, όμως, ο πατέρας μου έχει στα χέρια του, και το έχω κι εγώ και σήμερα, επιστολές με τις οποίες ο μεν Ευάγγελος Γκλαβάνης πούλησε τις μετοχές αυτές στον πατέρα μου. Επειδή αυτά ήταν εικονικά, για να μην φαίνεται το όνομά του δηλαδή, έβαλε αυτούς τους φίλους να φαίνονται ότι είναι κάτοχοι των μετοχών της εταιρείας, τις οποίες, όμως, εξασφάλισε έχοντας επιστολές ότι τις πωλούν αυτές στον πατέρα μου πάλι και ο οποίος είναι ο κύριος μέτοχος της τράπεζας.
Συνεντευκτής: Όταν φύγατε από τον Βόλο, πού πήγατε πρώτα;
Ραχήλ Βαρούχ: Όταν, λοιπόν, κατάλαβε ο πατέρας μου ότι υπάρχει κίνδυνος για την οικογένεια, στην αρχή πήγαμε και κρυφτήκαμε στην Πορταριά του Πηλίου. Εν τω μεταξύ, στην τράπεζα υπήρχε κάποιος υπάλληλος ο οποίος έκανε εισπράξεις για λογαριασμό της τράπεζας και για να τα χρησιμοποιήσει ο ίδιος τα χρήματα υπεξαίρεσε τα λογιστικά βιβλία, έγραψε σε κάποια χρήματα επάνω κάποιες σαν αλγεβρικές εξισώσεις τις οποίες παρουσίασε στους Γερμανούς ότι ήταν ο πατέρας μου κατάσκοπος και ότι συνεργαζόταν με την Intelligent Service και ότι κρύβουν όπλα στο σπίτι μας. Μετά από αυτά οι Γερμανοί τον συνέλαβαν, συνέλαβαν όλη την οικογένεια, τους κακοποίησαν κατά το χειρότερο τρόπο, συνέχεια προσπαθούσαν να, τους ζητούσαν συνεχώς με εξαντλητικές ανακρίσεις ποιοι είναι οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάζονται, πού κρύβουν τα όπλα, να τους δώσουν ονόματα, παρουσιάζονταν το βράδυ με προβολείς είτε παρουσιάζονταν σαν Άγγλοι, είτε λέγοντας ότι ο πατέρας σου, ο άντρας σου ομολόγησε πες μας κι εσύ ποιοι είναι οι συνεργάτες με ποιους έρχεστε σε επαφή, πού κρύβονται τα όπλα, προσπαθούσαν δηλαδή με κάθε τρόπο να τους φοβήσουν.
Συνεντευκτής: Αυτό συνέβη όταν, η σύλληψη έγινε όταν ήδη είχατε πάει στην Πορταριά;
Ραχήλ Βαρούχ: Η σύλληψη έγινε όταν ήσαν στην Πορταριά, όταν ήσαν στην Πορταριά και αυτός κατέδωσε διότι, τότε κρυβόντουσαν στην Πορταριά και ήταν ο υπάλληλος κάτω.
Συνεντευκτής: Κατάλαβα.
Συνεντευκτής: Μετά την Πορταριά και τη σύλληψη;
Ραχήλ Βαρούχ: Μετά την απόλυσή τους και μέχρι το Δεκέμβριο του 1941, ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιάζονται, τους είχε απαγορευτεί η έξοδος από την πόλη του Βόλου και ήταν υποχρεωμένοι η οικογένεια να παρουσιάζεται τρεις φορές την εβδομάδα ενώπιον των γερμανικών αρχών.
Συνεντευκτής: Είπατε το Δεκέμβριο του 1941;
Ραχήλ Βαρούχ: Το Δεκέμβριο του 1941.
Συνεντευκτής: Άρα η σύλληψη είχε γίνει πιο νωρίς;
Ραχήλ Βαρούχ: Νωρίτερα.
Συνεντευκτής: Άρα πήγατε στην Πορταριά μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα;
Ραχήλ Βαρούχ: Γύρω στο 1941 θα πρέπει να ήταν.
Συνεντευκτής: Οκ. Και εσείς θυμάστε, μάλλον δεν θυμάστε αυτά τα επεισόδια, ήσασταν μικροί;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι, τότε δεν τα θυμάμαι αυτά, αλλά θυμάμαι από τις διηγήσεις που λέγανε, διότι μετά συνελήφθηκε από τους Ιταλούς συνέχεια το 1942, η οικογένεια.
Συνεντευκτής: Με ποια κατηγορία;
Ραχήλ Βαρούχ: Με την ίδια κατηγορία πάλι. Και πάλι ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιάζονται ενώπιον των Ιταλικών αρχών τρεις φορές την εβδομάδα.
Συνεντευκτής: Και πότε έφυγε η οικογένεια για να κρυφτεί στα βουνά;
Ραχήλ Βαρούχ: Αρχάς του 1943.
Συνεντευκτής: Αρχάς του 1943 και πού πήγατε;
Ραχήλ Βαρούχ: Αρχάς του 1943 όταν αντιλήφθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος να συλληφθεί και να οδηγηθεί σε άγνωστη κατεύθυνση η οικογένεια πλέον, βοηθήθηκε από τον Δημήτρη Χατζηγάκη και την οικογένεια του. Ο Δημήτρης Χατζηγάκης ήταν βουλευτής προπολεμικός των Φιλελευθέρων και αργότερα της ΕΡΕ. Και επειδή συνδέονταν φιλικά με την οικογένεια Βαρούχ, φρόντισε και αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που υπήρχε, φρόντισε να τους πάρει, οργάνωσε μάλλον τη μεταφορά τους, η Στύρνα Τρικάλων σε ένα σπίτι που είχανε. Και την εποχή μάλιστα εκείνη, ένα δωμάτιο ήταν επιταγμένο από Γερμανούς. Παρόλα αυτά όμως, παρόλο τον κίνδυνο, κατόρθωσαν να σώσουν την οικογένειά μας με αυτόν τον τρόπο. Στο υπόγειο υπήρχε ένα δωμάτιο και είχε μία πόρτα που ήταν σαν ντουλάπα πάρα πολύ μεγάλη και σε περίπτωση κινδύνου εκεί επρόκειτο να κρυφτεί η οικογένεια. Μετά από λίγες μέρες όμως, επειδή η οικογένεια Χατζηγάκη είχε πολλούς κουμπάρους και φίλους σε χωριά, κατόρθωσε να προωθήσει την οικογένειά μας σε κάποιο χωριό και από εκεί έφυγαν οι δικοί μου προς τα Άγραφα, προς την ελεύθερη ορεινή Ελλάδα. Και πήγαν σε αυτά τα χωριά όπως είναι το Σιάμ, το Μουζάκι.
Συνεντευκτής: Σε αυτή τη φάση θυμάστε τα χωριά;
Ραχήλ Βαρούχ: Από εκεί και έπειτα θυμάμαι στα χωριά γιατί θυμάμαι ήμουν μικρή και επειδή εκεί τα παιδάκια περπατούσαν ξυπόλητα, ήθελα και εγώ να περπατήσω ξυπόλητη. Και αυτό το θυμάμαι έντονα.
Συνεντευκτής: Και ήσασταν εκεί οι τέσσερις σας μαζί με τον παππού;
Ραχήλ Βαρούχ: Ήταν η μητέρα μου, ο πατέρας μου, εγώ και ο παππούς μου, ναι. Και θυμάμαι επίσης και ένα άλλο περιστατικό, διότι οι άνθρωποι εκεί ήταν πάρα πολύ καλοί μεν, αλλά ήταν τρομερά αμόρφωτοι και κάποια φορά ο πατέρας μου θέλησε - ζήτησε από έναν χωριανό να του φέρει ένα μουλάρι για να κατέβει σε κάποιο χωριό για να πάρει κάποια τρόφιμα. Την επόμενη λοιπόν βλέπει του έφερε ένα μουλάρι, όχι του ζήτησε δύο γαϊδουράκια, του έφερε λοιπόν ένα μουλάρι, λέει πού είναι το δεύτερο μουλάρι για να πάρουμε τα τρόφιμα, λέει αυτός έφερα το πράγμα μου. Πράγμα θεωρούσε τη γυναίκα του. Διότι η αξία της γυναίκας τότε, στην εποχή εκείνη και σε αυτά τα χωριά τουλάχιστον, θεωρείτο ανάλογη με τη ζαλίκα και η ζαλίκα ήταν το βάρος που μπορούσε να σηκώσει η γυναίκα στην πλάτη. Και επομένως θεωρούσε ότι μπορούσε να θεωρήσει αντί για το μουλάρι να πάρει τη γυναίκα του να φορτωθεί για τα τρόφιμα.
Κάποια στιγμή οι αντάρτες είχαν πιάσει κάποιους Γερμανούς, οι οποίοι δεν ξέρω πώς χάσαν το δρόμο, πώς βρέθηκαν εκεί με τους αντάρτες και επειδή ξέρανε ότι η μητέρα μου ήξερε γερμανικά, τους φέρανε στη μητέρα μου για να κάνει το διερμηνέα. Και έλεγαν οι αντάρτες πέστε τους ότι δεν θα τους πειράξουμε, απλώς θέλουμε να μας δώσουν κάποια στοιχεία, με ποιους, πού υπάγονται, πού βρίσκονται κλπ. Λοιπόν, η μητέρα μου τους έλεγε ότι θα σας γδάρουν ζωντανούς, θα σας κάνουν, θα σας δείξουν, εναντίον του μίσους που είχε, διότι είχε χάσει τους δικούς της. Και εκείνοι άρχισαν να κλαίνε και να λένε μάλλον είστε κι εσείς μητέρα, δεν έχετε κι εσείς παιδιά, λυπηθείτε μας, έχουμε κι εμείς οικογένεια. Οι αντάρτες όταν τους είδαν έτσι να κλαίνε και να οικτίρονται, τους λέει μα τι τους λέτε λέει, γιατί κλαίνε αυτοί, γιατί θλίβονται, τι τους είπατε. Λέει, τους είπα λέει ότι είμαι Εβραία.
Συνεντευκτής: Αυτό το θυμάστε να το βλέπετε τους Γερμανούς ή είναι από αφηγήσεις;
Ραχήλ Βαρούχ: Και λίγο θυμάμαι και λίγο από αφηγήσεις. Έτσι μια αμυδρή εικόνα κάπως έχω στο μυαλό μου.
Συνεντευκτής: Επιβιώνατε τότε χρησιμοποιώντας αυτές τις χρυσές λίρες;
Ραχήλ Βαρούχ: Τις χρυσές λίρες νομίζω, ναι. Με λίγες χρυσές λίρες που είχε. Τώρα αν είχε και λίγα χρήματα μαζί του δεν το ξέρω, γιατί έγινε μεγάλη λεηλασία και στο σπίτι μας και στην τράπεζα βασικά, όπου υπεξαίρεσαν πάρα πολλά πράγματα, όλη την κινητή και την ακίνητη περιουσία δηλαδή, όπου είχε και εφτά φορτηγά πράγματα, όπως ανέφερε ένας γείτονας που έμενε απέναντι μας, πήραν από το σπίτι μας, μεταξύ των οποίων και πίνακες μεγάλης αξίας του Ρούμπενς που είχε.
Συνεντευκτής: Αυθεντικούς πίνακες. Ναι;
Ραχήλ Βαρούχ: Οι οποίοι δεν βρέθηκαν ποτέ φαντάζομαι.
Συνεντευκτής: Και πόσο καιρό μείνατε σε αυτά τα χωριά;
Ραχήλ Βαρούχ: Πότε φύγανε.
Συνεντευκτής: Μέχρι που έφυγαν οι Γερμανοί;
Ραχήλ Βαρούχ: Με την απελευθέρωση, ναι.
Συνεντευκτής: Οκτώβριο του 1944;
Ραχήλ Βαρούχ: Με την απελευθέρωση του 1944.
Συνεντευκτής: Κοντά δύο χρόνια σχεδόν;
Συνεντευκτής: Όταν γυρίσατε στον Βόλο, εγκατασταθήκατε πάλι στο σπίτι σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Πρώτα απ' όλα όταν γυρίσαμε στον Βόλο, ο παππούς μου ήταν πάρα πολύ ταλαιπωρημένος και φτάνοντας στα Τρίκαλα, ο πατέρας μου θεώρησε καλό να τον αφήσει στο νοσοκομείο Τρικάλων για να έχει κάποια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Και είχε συνεννοηθεί μετά με τους γιατρούς να περάσει μετά από λίγο χρονικό διάστημα να τον πάρει πάλι. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβε όταν γυρίσαμε στον Βόλο. Μετά από λίγο τον ειδοποίησαν ότι πέθανε στις 14/11/1944 διότι είχε ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ στα βουνά και πέθανε τότε στο νοσοκομείο Τρικάλων, στο κρατικό νοσοκομείο Τρικάλων από νεφρίτιδα. Ήταν ένα ακόμη από τα πολλά θύματα του ολοκαυτώματος.
Όταν γυρίσαμε στον Βόλο ακόμη, θυμάμαι ότι η μητέρα μου προσπάθησε όλη η οικογένεια δηλαδή να βρει τους δικούς της, η μητέρα της, τον πατέρα της και τα δύο αδέλφια που ήταν Θεσσαλονίκη. Δυστυχώς όμως, η έρευνα απέβη άκαρπη. Είχαν έρθει σε επαφή και με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και υπάρχει κάποια επιστολή μάλιστα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που ζητάει σχετικά με την οικογένειά της, Σαλβατόρ Ρούσο, εάν επέστρεψαν από την ομηρία, εάν υπάρχουν πληροφορίες για αυτούς, πότε τους είχαμε δει την τελευταία φορά, αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε κανένα αποτέλεσμα. Κανένας δεν γύρισε, κανενός φωνή δεν ακούστηκε πια. Ήταν και αυτοί θύματα του ολοκαυτώματος.
Συνεντευκτής: Από την πλευρά του πατέρα σας υπήρχαν συγγενείς που επέζησαν, κοντινοί;
Ραχήλ Βαρούχ: Κοντινοί όχι, γιατί και εκείνος ήταν μόνο παιδί, δεν είχε αδέλφια ή αδελφές.
Συνεντευκτής: Άρα ήταν μόνο παιδί;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι.
Συνεντευκτής: Εγκατασταθήκατε τελικά στο τριόροφο σπίτι, όταν γυρίσατε;
Ραχήλ Βαρούχ: Όταν γυρίσαμε, βρήκαμε ένα σπίτι τελείως κατεστραμμένο, λεηλατημένο και το είχαν επιτάξει σε κάθε δωμάτιο. Ζούσε και μία οικογένεια, ακόμη και κότες κυκλοφορούσαν ανάμεσα. Ο πατέρας μου έκανε κάποιες ενέργειες για να του δοθεί. Του δώσαν ένα δωμάτιο. Δεν μπορούσαμε όμως όλη η οικογένεια να ζούμε μέσα σε ένα δωμάτιο. Και γι' αυτό κάποια στιγμή ήρθε στην Αθήνα, για να φροντίσει αφενός μεν για την χρηματοδότηση της τράπεζας, αν μπορούσε να γίνει, και αφετέρου για την απελευθέρωση του σπιτιού.
Για την χρηματοδότηση της τράπεζας, παρά τις ενέργειες που έκανε και στο Υπουργείο Οικονομικών και στην Νομισματική Επιτροπή, δεν το κατάφερε να γίνει η χρηματοδότηση της τράπεζας. Επέτυχε την απελευθέρωση ενός μέρους του σπιτιού, το οποίο άρχισε να το νοικιάζει για να έχει κάποια έσοδα, γιατί ένα άλλο κομμάτι πάλι ήταν επιταγμένο από την Λιλή Κατρίχα η οποία ήταν μία οδοντίατρος και την είχαν καταστήσει εκεί οι Γερμανοί, αλλά επειδή ήταν κρατική υπάλληλος, εργαζόταν στο ΙΚΑ, δεν μπορούσε να την βγάλει.
Συνεντευκτής: Έμενε εκεί αυτή, έμενε στο σπίτι σας, δεν το χρησιμοποιούσε για άλλους σκοπούς;
Ραχήλ Βαρούχ: Όχι, έμενε και έκανε το οδοντιατρείο της εκεί πέρα.
Συνεντευκτής: Θυμάστε σε ποιο όροφο;
Ραχήλ Βαρούχ: Νομίζω στον πρώτο.
Συνεντευκτής: Αυτό το σπίτι επέστρεψε ποτέ στην ολότητά του στην οικογένειά σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι, μετά επέστρεψε. Κάποια στιγμή έφυγε κι αυτή και τη στιγμή που έφυγε κι εκείνη, τότε ο πατέρας μου προσπάθησε πάλι να το ενοικιάσει για να έχει κάποια εισοδήματα, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της οικογένειας.
Αλλά μετά πάλι υπήρχε άλλη τραγωδία διότι κάποια στιγμή κι έπειτα έγιναν οι σεισμοί στον Βόλο. Οπότε πάλι το σπίτι κατεστράφηκε από τους σεισμούς, κατέστηκε ετοιμόρροπο. Τότε ο πατέρας μου πήρε κάποιο δάνειο για να το επισκευάσει και με τα λίγα χρήματα πάλι που είχε προσπάθησε να το επισκευάσει και έτσι άρχισε πάλι να έχει κάποια έσοδα.
Επειδή είχε μεγάλη δυνατότητα σχετικά με τα χρηματιστηριακά και όλα αυτά κατόρθωσε σιγά σιγά να αυξήσει την περιουσία του. Και κάποιο διάστημα μάλιστα μετά ασχολήθηκε με εμπόριο ξυλείας.
Και ένα διάστημα θυμάμαι πάλι προσπάθησε να μεταναστεύσουμε στην Αμερική. Γιατί υπήρχε κάποια εποχή που πολλοί από τους ομοθρήσκους θέλαν να πάνε στην Αμερική. Θέλησε και ο πατέρας μου αλλά δυστυχώς επειδή είχε κάποια ακίνητη περιουσία δεν θεωρήθηκε άπορος και έτσι η αίτησή του απερρίφθη.
Μια εκτενής και συγκλονιστική μαρτυρία από την κυρία Παπανδριανού (γεν. 1938), κόρη του τραπεζίτη Ισίδωρου Βαρούχ και της Ρενέ Αλβατό Ρούσο από τη Θεσσαλονίκη. Η συνέντευξη καταγράφει την ιστορία μιας σημαντικής εβραϊκής οικογένειας του Βόλου που δραστηριοποιούνταν στον τραπεζικό τομέα επί τέσσερις γενιές. Η Τράπεζα Βαρούχ, που ιδρύθηκε αρχικά στα Τρίκαλα και μετεγκαταστάθηκε στο Βόλο, αποτελούσε σημαντικό οικονομικό παράγοντα της πόλης. Η αφηγήτρια περιγράφει λεπτομερώς τη ζωή της οικογένειας στην τριώροφη οικοδομή στην οδό Κ. Καρτάλη, τη συμμετοχή τους στην εβραϊκή κοινότητα και τα δραματικά γεγονότα της Κατοχής. Ιδιαίτερα συγκλονιστική είναι η περιγραφή της σύλληψης και των βασανιστηρίων από τους Γερμανούς, που προκλήθηκαν από καταδότη, καθώς και η δίχρονη περίοδος κρυψίμας στα Άγραφα με τη βοήθεια του βουλευτή Δημήτρη Χατζηγάκη. Η μαρτυρία καταγράφει επίσης την απώλεια όλων των συγγενών από την πλευρά της μητέρας στο Άουσβιτς και τις προσπάθειες ανοικοδόμησης της ζωής μετά την απελευθέρωση.
Ραχήλ Βαρούχ
Απομαγνητοφώνηση
Εδώ είναι η συνέντευξη σε μορφή απομαγνητοφώνησης:
Συνεντευκτής: Κυρία Παπανδριανού, πότε γεννηθήκατε;
Ραχήλ Βαρούχ: Γεννήθηκα το Φεβρουάριο του 1938 στο Βόλο Μαγνησίας όπου και τελείωσα τις γυμνασιακές μου σπουδές και στη συνέχεια ήρθαμε στην Αθήνα και τελείωσα το Πανεπιστήμιο Αθηνών Φυσικομαθηματική Σχολή Τμήμα Μαθηματικών.
Συνεντευκτής: Πώς ονομάζονταν οι γονείς σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Οι γονείς μου ήταν ο Ισίδωρος Βαρούχ και η Ρενέ Βαρούχ, το γένος Αλβατό Ρούσο από τη Θεσσαλονίκη.
Συνεντευκτής: Τι επάγγελμα έκανε ο πατέρας σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Ο πατέρας μου ήταν τραπεζίτης στο επάγγελμα, γεννήθηκε στο Βόλο το 1902 όπου και εκείνος τότε τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, πήγε στη συνέχεια στο Παρίσι στη Γαλλία και έκανε Οικονομικές Επιστήμες και συνέχισε μετά στην τράπεζα του πατέρα του.
Συνεντευκτής: Θυμάστε πότε αποφοίτησε από τη Γαλλία;
Ραχήλ Βαρούχ: Όχι.
Συνεντευκτής: Σε ποιο σχολείο πήγε όταν ήταν στο Βόλο;
Ραχήλ Βαρούχ: Ο πατέρας μου, ούτε αυτό το ξέρω.
Συνεντευκτής: Ξέρετε ήταν γαλλικό σχολείο;
Ραχήλ Βαρούχ: Όχι ήταν ελληνικό σχολείο.
Συνεντευκτής: Η μητέρα σας τι σπουδές είχε;
Ραχήλ Βαρούχ: Η μητέρα μου γεννήθηκε και εκείνη στη Θεσσαλονίκη, τελείωσε στη Θεσσαλονίκη την Mission Laïque και συνεχεία πήγε στη Γαλλία όπου είχε πάρει και Πρεβέ Σουπεριάρ. Εκείνη ήξερε και πάρα πολλές γλώσσες. Εκτός από τα ελληνικά ήξερε γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, αγγλικά και γερμανικά. Τα οποία όμως κατόρθωσε και προσπάθησε να τα ξεχάσει λόγω του μίσους που είχε έναντι των Γερμανών, οι οποίοι τους πήρανε όλη την οικογένειά της και πεθάναν όλοι στο στρατόπεδο του Άουσβιτς.
Συνεντευκτής: Έχετε αδέρφια;
Ραχήλ Βαρούχ: Δυστυχώς όχι.
Συνεντευκτής: Τι γλώσσα μιλούσαν μεταξύ τους οι γονείς σας στο σπίτι;
Ραχήλ Βαρούχ: Οι γονείς μου εκτός από ελληνικά μιλούσαν γαλλικά και μιλούσαν και ισπανικά, τα λατίνο.
Συνεντευκτής: Ο πατέρας σας είπατε γεννήθηκε στο Βόλο;
Ραχήλ Βαρούχ: Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Βόλο αλλά μιλούσε και ισπανικά.
Συνεντευκτής: Ήταν Σεφαραδίτης;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι, όλη η οικογένεια ήταν Σεφαραδίτες.
Συνεντευκτής: Πού μένατε στο Βόλο;
Ραχήλ Βαρούχ: Στο Βόλο μέναμε στο κέντρο του Βόλου επί της οδού Κ. Καρτάλη 69, Κ. Καρτάλη και Γαλλίας ήταν οικοδομή, μονοκατοικία, τριόροφος.
Συνεντευκτής: Όλη άνηκε στην οικογένειά σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι όλη ανήκει στην οικογένειά μας. Υπήρχε ένας ωραίος προαύλιος χώρος όπου παίζαμε όταν ήμασταν και μικροί. Υπήρχε και πηγάδι θυμάμαι στην αυλή. Υπήρχε το υπόγειο όπου εκεί υπήρχε ντεπόζιτο με αντλίες που ανέβαζε το νερό. Δεν ήταν μόνο το πηγάδι, στην αυλή υπήρχε ένα πηγάδι με μια τουλούμπα που ανεβάζανε το νερό για το προαύλιο χώρο. Αλλά για το σπίτι υπήρχε μοτέρ στο υπόγειο και ανέβαζε το νερό σε μια μεγάλη δεξαμενή επάνω και χρησιμοποιούσαν το νερό αυτό για τις ανάγκες του σπιτιού.
Συνεντευκτής: Σε ποιο όροφο μένατε;
Ραχήλ Βαρούχ: Σε όλο το σπίτι. Κάτω ήταν τα σαλόνια. Στον επάνω όροφο ήταν υπνοδωμάτια. Εκεί υπήρχε και πάνω άλλος ο τρίτος όροφος που ήταν σαν γραφείο, σαν διάφορα άλλοι χώροι φιλοξενίας κτλ. Και στο υπόγειο επίσης υπήρχαν και πολλοί αποθηκευτικοί χώροι για σιτάρια, ρύζια, μακαρόνια, όλα αυτά που χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη.
Συνεντευκτής: Γνωρίσατε παππού, γιαγιά;
Ραχήλ Βαρούχ: Η γιαγιά μου όχι διότι πέθανε. Η γιαγιά μου πέθανε νωρίς το 1931 απ' ότι θυμάμαι από μηνιγγίτιδα.
Συνεντευκτής: Ποια γιαγιά είναι αυτή;
Ραχήλ Βαρούχ: Η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα μου.
Συνεντευκτής: Πώς την έλεγαν;
Ραχήλ Βαρούχ: Ραχήλ.
Συνεντευκτής: Και ο παππούς;
Ραχήλ Βαρούχ: Ο παππούς τον θυμάμαι πολύ λίγο. Επί κατοχής όταν φύγαμε στα βουνά που ήταν μαζί μας και ήταν μιας κάποιας ηλικίας. Και τότε με την κατοχή που πήγαμε στα βουνά, στα Άγραφα κτλ, στο Σιάμ, στο Περτούλι, σε όλα αυτά τα μέρη ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ. Και λόγω καιρικών συνθήκων που υπήρχε πάρα πολύ κρύο, δεν υπήρχαν φάρμακα, δεν υπήρχαν τροφές. Ο πατέρας μου τότε διωκόμενος έφυγε άρον-άρον με την οικογένειά του όλη. Είχε πάρει μαζί του λίγες χρυσές λίρες για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες, τις οποίες όμως ούτε γνώριζαν εκεί στα χωριά. Δεν ήξεραν καν τι θα πει η χρυσή λιρα και μάλιστα την είχαν ονομάσει τότε κίτρινος πυρετός.
Συνεντευκτής: Πώς λεγόταν ο παππούς;
Ραχήλ Βαρούχ: Βαρούχ Βαρούχ.
Συνεντευκτής: Αυτός ήταν που ήταν επίσης τραπεζίτης;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι, ήταν και εκείνος τραπεζίτης. Είχε μεγάλη εμπειρία σχετικά με τις τραπεζικές υποθέσεις και ήταν συνέχεια από τον πατέρα του. Είχε πάρει εκείνος την τράπεζα, συνεχιστής δηλαδή της οικογένειας και της τράπεζας. Είχε μεγάλη οικονομική εμπειρία σχετικά με τα τραπεζικά θέματα.
Συνεντευκτής: Πρώτος δηλαδή ο ιδρυτής της τράπεζας ήταν ο προπάππους σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Ήταν ναι, ο προπάππους. Ο οποίος στην αρχή ασχολείτον με χοντρεμπόριο υφασμάτων και συνεργαζόμενος με αντιπροσωπείες στην Τεργέστη και είχε ιδρύσει τότε την τράπεζα στα Τρίκαλα, Τράπεζα Βαρούχ και Λεβί. Στη συνέχεια είχαν μετεγκατασταθεί στο Βόλο όπου και εκεί ίδρυσαν με τον Μωυσή μια άλλη τράπεζα Βαρούχ και Λεβί και αργότερα μετονομάστηκε σε τράπεζα Βαρούχ.
Συνεντευκτής: Και θυμάστε πώς ονομαζόταν η γυναίκα του προπάππους σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Ήταν η Λουίζα Ζαγκανή και με τη Λουίζα Ζαγκανή είχαν αποκτήσει εφτά παιδιά.
Συνεντευκτής: Ο προπάππους σας ήταν γεννηθείς στα Τρίκαλα;
Ραχήλ Βαρούχ: Ο προπάππους είχε γεννηθεί στα Τρίκαλα. Ήταν και εκείνος Ρωμανιώτης, Εβραίος και ασχολείτο και εκείνος με χοντρεμπόριο υφασμάτων και ίδρυσε και την τράπεζα στα Τρίκαλα.
Συνεντευκτής: Μισό λεπτό, είπατε όμως ότι ο πατέρας σας Σεφαραδίτης;
Ραχήλ Βαρούχ: Ρωμανιώτης.
Συνεντευκτής: Α παρόλο που ήταν Ρωμανιώτης μιλούσε Ισπανικά. Αυτά τα είχε μάθει επειδή τα έμαθε με δάσκαλο ή τα είχε μάθει με την αλληλεπίδραση του με άλλους Εβραίους;
Ραχήλ Βαρούχ: Όχι δεν νομίζω τα είχε μάθει με δάσκαλο γιατί και εγώ τα καταλάβαινα αλλά δεν ξέρω να τα μιλήσω. Ελάχιστες λέξεις ξέρω.
Συνεντευκτής: Πότε παντρεύτηκαν οι γονείς σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Οι γονείς μου το 37.
Συνεντευκτής: Ξέρετε πως γνωρίστηκαν;
Ραχήλ Βαρούχ: Στη Θεσσαλονίκη. Ξέρω ότι είχε πάει ο πατέρας μου και εκεί γνώρισε τη μητέρα μου και παντρεύτηκαν.
Συνεντευκτής: Είναι πιθανό να ήταν προξενιό;
Ραχήλ Βαρούχ: Δεν το ξέρω, αν ήταν προξενιό. Πάντως ξέρω ότι παντρεύτηκαν στη Θεσσαλονίκη και μετά είχαν κάνει και μια μεγάλη δεξίωση σ' ένα ξενοδοχείο Mediterranean νομίζω που ήταν στη Θεσσαλονίκη τότε.
Συνεντευκτής: Η μητέρα σας πότε γεννήθηκε;
Ραχήλ Βαρούχ: Το 1916.
Συνεντευκτής: Άρα ήταν 21 χρονών όταν παντρεύτηκε;
Ραχήλ Βαρούχ: Η μητέρα σας δούλευε;
Συνεντευκτής: Όχι.
Ραχήλ Βαρούχ: Μετά δηλαδή ως παντρεμένη;
Συνεντευκτής: Όχι και πριν;
Ραχήλ Βαρούχ: Όχι.
Συνεντευκτής: Οι γονείς σας, οι προγονοί σας ήταν εμπλεκόμενοι της κοινότητας του Βόλου;
Ραχήλ Βαρούχ: Βέβαια. Εδώ είναι ο παππούς μου που έχει προσφέρει - για τον προπαππού μου τώρα - είχε προσφέρει 32.000 στο Κοινοτικό Συμβούλιο, για την ανέγερση Συναγωγής.
Συνεντευκτής: Ααα, αυτή τη συναγωγή που μετά κατέστρεψαν οι Γερμανοί;
Ραχήλ Βαρούχ: Νομίζω ναι, φαντάζομαι ότι αυτό θα είναι. Η συναγωγή του Βόλου.
Συνεντευκτής: Αυτό έγινε πότε, αυτό έγινε το 1921;
Ραχήλ Βαρούχ: Άρα είχε δώσει λεφτά για τη συναγωγή. Η μητέρα μου ήταν στην Ωζέρ Ντάλιμ, στην Αδελφότητα Κυριών και ο πατέρας μου δημιούργησε τη λέσχη Σιωνιστικού Συλλόγου Βόλου. Εργάστηκε στην Επιτροπή Περιθάλψεως Απόρων, η οποία παρείχε χρηματική και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Χρημάτισε επίσης πρόεδρος του Σιωνιστικού Συλλόγου.
Συνεντευκτής: Σε ποια ηλικία θυμάστε την πρώτη σας εμπειρία;
Ραχήλ Βαρούχ: Σχετικά με τι;
Συνεντευκτής: Με τη ζωή σας.
Ραχήλ Βαρούχ: Θυμάμαι την εμπειρία από όταν ήμουν μικρή, όταν πήγαμε στα Άγραφα.
Συνεντευκτής: Α, θυμάστε αυτό ε;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι.
Συνεντευκτής: Για πέστε μας λίγο, πότε αποφάσισε η οικογένειά σας να φύγει ή μάλλον πότε φύγατε με την οικογένειά σας από το Βόλο;
Ραχήλ Βαρούχ: Νομίζω φύγαμε το 1943. Πρώτα απ' όλα, όταν αντιλήφθηκε ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν πολύ διορατικός, αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που υπήρχε για την οικογένεια και υπήρχε κίνδυνος να τον συλλάβουν και πρώτη του σκέψη ήταν να αλλάξει την ονομασία της τράπεζας. Από Τράπεζα Βαρούχ να την κάνει Τράπεζα Γενικών Συναλλαγών για να μην φαίνεται το εβραϊκό του όνομα. Λοιπόν, μετά από, για αυτόν τον λόγο, τότε συνεκάλεσε Γενική Συνέλευση και έκανε κάποιο συμβούλιο και ανέθεσε, μοίρασε τις συμμετοχές μάλλον σε φιλικά πρόσωπα, εκ των οποίων ήταν ο Ευάγγελος Γκλαβάνης, ο οποίος πήρε κυρίως 500 μετοχές, ο Αναστάσιος Γκλαβάνης με 250 μετοχές και ο Γεώργιος Κωντζηδόπουλος με άλλες 250 μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστη 1000 δραχμές, σύνολον 15.000 δραχμές. Και, όχι, ναι, 15.000 δραχμές εκάστη. Το εταιρικό κεφάλαιο δηλαδή οριζόταν σε 15 εκατομμύρια τα οποία εκάλυψαν αυτοί. Εν τω μεταξύ, όμως, ο πατέρας μου έχει στα χέρια του, και το έχω κι εγώ και σήμερα, επιστολές με τις οποίες ο μεν Ευάγγελος Γκλαβάνης πούλησε τις μετοχές αυτές στον πατέρα μου. Επειδή αυτά ήταν εικονικά, για να μην φαίνεται το όνομά του δηλαδή, έβαλε αυτούς τους φίλους να φαίνονται ότι είναι κάτοχοι των μετοχών της εταιρείας, τις οποίες, όμως, εξασφάλισε έχοντας επιστολές ότι τις πωλούν αυτές στον πατέρα μου πάλι και ο οποίος είναι ο κύριος μέτοχος της τράπεζας.
Συνεντευκτής: Όταν φύγατε από τον Βόλο, πού πήγατε πρώτα;
Ραχήλ Βαρούχ: Όταν, λοιπόν, κατάλαβε ο πατέρας μου ότι υπάρχει κίνδυνος για την οικογένεια, στην αρχή πήγαμε και κρυφτήκαμε στην Πορταριά του Πηλίου. Εν τω μεταξύ, στην τράπεζα υπήρχε κάποιος υπάλληλος ο οποίος έκανε εισπράξεις για λογαριασμό της τράπεζας και για να τα χρησιμοποιήσει ο ίδιος τα χρήματα υπεξαίρεσε τα λογιστικά βιβλία, έγραψε σε κάποια χρήματα επάνω κάποιες σαν αλγεβρικές εξισώσεις τις οποίες παρουσίασε στους Γερμανούς ότι ήταν ο πατέρας μου κατάσκοπος και ότι συνεργαζόταν με την Intelligent Service και ότι κρύβουν όπλα στο σπίτι μας. Μετά από αυτά οι Γερμανοί τον συνέλαβαν, συνέλαβαν όλη την οικογένεια, τους κακοποίησαν κατά το χειρότερο τρόπο, συνέχεια προσπαθούσαν να, τους ζητούσαν συνεχώς με εξαντλητικές ανακρίσεις ποιοι είναι οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάζονται, πού κρύβουν τα όπλα, να τους δώσουν ονόματα, παρουσιάζονταν το βράδυ με προβολείς είτε παρουσιάζονταν σαν Άγγλοι, είτε λέγοντας ότι ο πατέρας σου, ο άντρας σου ομολόγησε πες μας κι εσύ ποιοι είναι οι συνεργάτες με ποιους έρχεστε σε επαφή, πού κρύβονται τα όπλα, προσπαθούσαν δηλαδή με κάθε τρόπο να τους φοβήσουν.
Συνεντευκτής: Αυτό συνέβη όταν, η σύλληψη έγινε όταν ήδη είχατε πάει στην Πορταριά;
Ραχήλ Βαρούχ: Η σύλληψη έγινε όταν ήσαν στην Πορταριά, όταν ήσαν στην Πορταριά και αυτός κατέδωσε διότι, τότε κρυβόντουσαν στην Πορταριά και ήταν ο υπάλληλος κάτω.
Συνεντευκτής: Κατάλαβα.
Συνεντευκτής: Μετά την Πορταριά και τη σύλληψη;
Ραχήλ Βαρούχ: Μετά την απόλυσή τους και μέχρι το Δεκέμβριο του 1941, ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιάζονται, τους είχε απαγορευτεί η έξοδος από την πόλη του Βόλου και ήταν υποχρεωμένοι η οικογένεια να παρουσιάζεται τρεις φορές την εβδομάδα ενώπιον των γερμανικών αρχών.
Συνεντευκτής: Είπατε το Δεκέμβριο του 1941;
Ραχήλ Βαρούχ: Το Δεκέμβριο του 1941.
Συνεντευκτής: Άρα η σύλληψη είχε γίνει πιο νωρίς;
Ραχήλ Βαρούχ: Νωρίτερα.
Συνεντευκτής: Άρα πήγατε στην Πορταριά μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα;
Ραχήλ Βαρούχ: Γύρω στο 1941 θα πρέπει να ήταν.
Συνεντευκτής: Οκ. Και εσείς θυμάστε, μάλλον δεν θυμάστε αυτά τα επεισόδια, ήσασταν μικροί;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι, τότε δεν τα θυμάμαι αυτά, αλλά θυμάμαι από τις διηγήσεις που λέγανε, διότι μετά συνελήφθηκε από τους Ιταλούς συνέχεια το 1942, η οικογένεια.
Συνεντευκτής: Με ποια κατηγορία;
Ραχήλ Βαρούχ: Με την ίδια κατηγορία πάλι. Και πάλι ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιάζονται ενώπιον των Ιταλικών αρχών τρεις φορές την εβδομάδα.
Συνεντευκτής: Και πότε έφυγε η οικογένεια για να κρυφτεί στα βουνά;
Ραχήλ Βαρούχ: Αρχάς του 1943.
Συνεντευκτής: Αρχάς του 1943 και πού πήγατε;
Ραχήλ Βαρούχ: Αρχάς του 1943 όταν αντιλήφθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος να συλληφθεί και να οδηγηθεί σε άγνωστη κατεύθυνση η οικογένεια πλέον, βοηθήθηκε από τον Δημήτρη Χατζηγάκη και την οικογένεια του. Ο Δημήτρης Χατζηγάκης ήταν βουλευτής προπολεμικός των Φιλελευθέρων και αργότερα της ΕΡΕ. Και επειδή συνδέονταν φιλικά με την οικογένεια Βαρούχ, φρόντισε και αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που υπήρχε, φρόντισε να τους πάρει, οργάνωσε μάλλον τη μεταφορά τους, η Στύρνα Τρικάλων σε ένα σπίτι που είχανε. Και την εποχή μάλιστα εκείνη, ένα δωμάτιο ήταν επιταγμένο από Γερμανούς. Παρόλα αυτά όμως, παρόλο τον κίνδυνο, κατόρθωσαν να σώσουν την οικογένειά μας με αυτόν τον τρόπο. Στο υπόγειο υπήρχε ένα δωμάτιο και είχε μία πόρτα που ήταν σαν ντουλάπα πάρα πολύ μεγάλη και σε περίπτωση κινδύνου εκεί επρόκειτο να κρυφτεί η οικογένεια. Μετά από λίγες μέρες όμως, επειδή η οικογένεια Χατζηγάκη είχε πολλούς κουμπάρους και φίλους σε χωριά, κατόρθωσε να προωθήσει την οικογένειά μας σε κάποιο χωριό και από εκεί έφυγαν οι δικοί μου προς τα Άγραφα, προς την ελεύθερη ορεινή Ελλάδα. Και πήγαν σε αυτά τα χωριά όπως είναι το Σιάμ, το Μουζάκι.
Συνεντευκτής: Σε αυτή τη φάση θυμάστε τα χωριά;
Ραχήλ Βαρούχ: Από εκεί και έπειτα θυμάμαι στα χωριά γιατί θυμάμαι ήμουν μικρή και επειδή εκεί τα παιδάκια περπατούσαν ξυπόλητα, ήθελα και εγώ να περπατήσω ξυπόλητη. Και αυτό το θυμάμαι έντονα.
Συνεντευκτής: Και ήσασταν εκεί οι τέσσερις σας μαζί με τον παππού;
Ραχήλ Βαρούχ: Ήταν η μητέρα μου, ο πατέρας μου, εγώ και ο παππούς μου, ναι. Και θυμάμαι επίσης και ένα άλλο περιστατικό, διότι οι άνθρωποι εκεί ήταν πάρα πολύ καλοί μεν, αλλά ήταν τρομερά αμόρφωτοι και κάποια φορά ο πατέρας μου θέλησε - ζήτησε από έναν χωριανό να του φέρει ένα μουλάρι για να κατέβει σε κάποιο χωριό για να πάρει κάποια τρόφιμα. Την επόμενη λοιπόν βλέπει του έφερε ένα μουλάρι, όχι του ζήτησε δύο γαϊδουράκια, του έφερε λοιπόν ένα μουλάρι, λέει πού είναι το δεύτερο μουλάρι για να πάρουμε τα τρόφιμα, λέει αυτός έφερα το πράγμα μου. Πράγμα θεωρούσε τη γυναίκα του. Διότι η αξία της γυναίκας τότε, στην εποχή εκείνη και σε αυτά τα χωριά τουλάχιστον, θεωρείτο ανάλογη με τη ζαλίκα και η ζαλίκα ήταν το βάρος που μπορούσε να σηκώσει η γυναίκα στην πλάτη. Και επομένως θεωρούσε ότι μπορούσε να θεωρήσει αντί για το μουλάρι να πάρει τη γυναίκα του να φορτωθεί για τα τρόφιμα.
Κάποια στιγμή οι αντάρτες είχαν πιάσει κάποιους Γερμανούς, οι οποίοι δεν ξέρω πώς χάσαν το δρόμο, πώς βρέθηκαν εκεί με τους αντάρτες και επειδή ξέρανε ότι η μητέρα μου ήξερε γερμανικά, τους φέρανε στη μητέρα μου για να κάνει το διερμηνέα. Και έλεγαν οι αντάρτες πέστε τους ότι δεν θα τους πειράξουμε, απλώς θέλουμε να μας δώσουν κάποια στοιχεία, με ποιους, πού υπάγονται, πού βρίσκονται κλπ. Λοιπόν, η μητέρα μου τους έλεγε ότι θα σας γδάρουν ζωντανούς, θα σας κάνουν, θα σας δείξουν, εναντίον του μίσους που είχε, διότι είχε χάσει τους δικούς της. Και εκείνοι άρχισαν να κλαίνε και να λένε μάλλον είστε κι εσείς μητέρα, δεν έχετε κι εσείς παιδιά, λυπηθείτε μας, έχουμε κι εμείς οικογένεια. Οι αντάρτες όταν τους είδαν έτσι να κλαίνε και να οικτίρονται, τους λέει μα τι τους λέτε λέει, γιατί κλαίνε αυτοί, γιατί θλίβονται, τι τους είπατε. Λέει, τους είπα λέει ότι είμαι Εβραία.
Συνεντευκτής: Αυτό το θυμάστε να το βλέπετε τους Γερμανούς ή είναι από αφηγήσεις;
Ραχήλ Βαρούχ: Και λίγο θυμάμαι και λίγο από αφηγήσεις. Έτσι μια αμυδρή εικόνα κάπως έχω στο μυαλό μου.
Συνεντευκτής: Επιβιώνατε τότε χρησιμοποιώντας αυτές τις χρυσές λίρες;
Ραχήλ Βαρούχ: Τις χρυσές λίρες νομίζω, ναι. Με λίγες χρυσές λίρες που είχε. Τώρα αν είχε και λίγα χρήματα μαζί του δεν το ξέρω, γιατί έγινε μεγάλη λεηλασία και στο σπίτι μας και στην τράπεζα βασικά, όπου υπεξαίρεσαν πάρα πολλά πράγματα, όλη την κινητή και την ακίνητη περιουσία δηλαδή, όπου είχε και εφτά φορτηγά πράγματα, όπως ανέφερε ένας γείτονας που έμενε απέναντι μας, πήραν από το σπίτι μας, μεταξύ των οποίων και πίνακες μεγάλης αξίας του Ρούμπενς που είχε.
Συνεντευκτής: Αυθεντικούς πίνακες. Ναι;
Ραχήλ Βαρούχ: Οι οποίοι δεν βρέθηκαν ποτέ φαντάζομαι.
Συνεντευκτής: Και πόσο καιρό μείνατε σε αυτά τα χωριά;
Ραχήλ Βαρούχ: Πότε φύγανε.
Συνεντευκτής: Μέχρι που έφυγαν οι Γερμανοί;
Ραχήλ Βαρούχ: Με την απελευθέρωση, ναι.
Συνεντευκτής: Οκτώβριο του 1944;
Ραχήλ Βαρούχ: Με την απελευθέρωση του 1944.
Συνεντευκτής: Κοντά δύο χρόνια σχεδόν;
Συνεντευκτής: Όταν γυρίσατε στον Βόλο, εγκατασταθήκατε πάλι στο σπίτι σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Πρώτα απ' όλα όταν γυρίσαμε στον Βόλο, ο παππούς μου ήταν πάρα πολύ ταλαιπωρημένος και φτάνοντας στα Τρίκαλα, ο πατέρας μου θεώρησε καλό να τον αφήσει στο νοσοκομείο Τρικάλων για να έχει κάποια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Και είχε συνεννοηθεί μετά με τους γιατρούς να περάσει μετά από λίγο χρονικό διάστημα να τον πάρει πάλι. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβε όταν γυρίσαμε στον Βόλο. Μετά από λίγο τον ειδοποίησαν ότι πέθανε στις 14/11/1944 διότι είχε ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ στα βουνά και πέθανε τότε στο νοσοκομείο Τρικάλων, στο κρατικό νοσοκομείο Τρικάλων από νεφρίτιδα. Ήταν ένα ακόμη από τα πολλά θύματα του ολοκαυτώματος.
Όταν γυρίσαμε στον Βόλο ακόμη, θυμάμαι ότι η μητέρα μου προσπάθησε όλη η οικογένεια δηλαδή να βρει τους δικούς της, η μητέρα της, τον πατέρα της και τα δύο αδέλφια που ήταν Θεσσαλονίκη. Δυστυχώς όμως, η έρευνα απέβη άκαρπη. Είχαν έρθει σε επαφή και με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και υπάρχει κάποια επιστολή μάλιστα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που ζητάει σχετικά με την οικογένειά της, Σαλβατόρ Ρούσο, εάν επέστρεψαν από την ομηρία, εάν υπάρχουν πληροφορίες για αυτούς, πότε τους είχαμε δει την τελευταία φορά, αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε κανένα αποτέλεσμα. Κανένας δεν γύρισε, κανενός φωνή δεν ακούστηκε πια. Ήταν και αυτοί θύματα του ολοκαυτώματος.
Συνεντευκτής: Από την πλευρά του πατέρα σας υπήρχαν συγγενείς που επέζησαν, κοντινοί;
Ραχήλ Βαρούχ: Κοντινοί όχι, γιατί και εκείνος ήταν μόνο παιδί, δεν είχε αδέλφια ή αδελφές.
Συνεντευκτής: Άρα ήταν μόνο παιδί;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι.
Συνεντευκτής: Εγκατασταθήκατε τελικά στο τριόροφο σπίτι, όταν γυρίσατε;
Ραχήλ Βαρούχ: Όταν γυρίσαμε, βρήκαμε ένα σπίτι τελείως κατεστραμμένο, λεηλατημένο και το είχαν επιτάξει σε κάθε δωμάτιο. Ζούσε και μία οικογένεια, ακόμη και κότες κυκλοφορούσαν ανάμεσα. Ο πατέρας μου έκανε κάποιες ενέργειες για να του δοθεί. Του δώσαν ένα δωμάτιο. Δεν μπορούσαμε όμως όλη η οικογένεια να ζούμε μέσα σε ένα δωμάτιο. Και γι' αυτό κάποια στιγμή ήρθε στην Αθήνα, για να φροντίσει αφενός μεν για την χρηματοδότηση της τράπεζας, αν μπορούσε να γίνει, και αφετέρου για την απελευθέρωση του σπιτιού.
Για την χρηματοδότηση της τράπεζας, παρά τις ενέργειες που έκανε και στο Υπουργείο Οικονομικών και στην Νομισματική Επιτροπή, δεν το κατάφερε να γίνει η χρηματοδότηση της τράπεζας. Επέτυχε την απελευθέρωση ενός μέρους του σπιτιού, το οποίο άρχισε να το νοικιάζει για να έχει κάποια έσοδα, γιατί ένα άλλο κομμάτι πάλι ήταν επιταγμένο από την Λιλή Κατρίχα η οποία ήταν μία οδοντίατρος και την είχαν καταστήσει εκεί οι Γερμανοί, αλλά επειδή ήταν κρατική υπάλληλος, εργαζόταν στο ΙΚΑ, δεν μπορούσε να την βγάλει.
Συνεντευκτής: Έμενε εκεί αυτή, έμενε στο σπίτι σας, δεν το χρησιμοποιούσε για άλλους σκοπούς;
Ραχήλ Βαρούχ: Όχι, έμενε και έκανε το οδοντιατρείο της εκεί πέρα.
Συνεντευκτής: Θυμάστε σε ποιο όροφο;
Ραχήλ Βαρούχ: Νομίζω στον πρώτο.
Συνεντευκτής: Αυτό το σπίτι επέστρεψε ποτέ στην ολότητά του στην οικογένειά σας;
Ραχήλ Βαρούχ: Ναι, μετά επέστρεψε. Κάποια στιγμή έφυγε κι αυτή και τη στιγμή που έφυγε κι εκείνη, τότε ο πατέρας μου προσπάθησε πάλι να το ενοικιάσει για να έχει κάποια εισοδήματα, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της οικογένειας.
Αλλά μετά πάλι υπήρχε άλλη τραγωδία διότι κάποια στιγμή κι έπειτα έγιναν οι σεισμοί στον Βόλο. Οπότε πάλι το σπίτι κατεστράφηκε από τους σεισμούς, κατέστηκε ετοιμόρροπο. Τότε ο πατέρας μου πήρε κάποιο δάνειο για να το επισκευάσει και με τα λίγα χρήματα πάλι που είχε προσπάθησε να το επισκευάσει και έτσι άρχισε πάλι να έχει κάποια έσοδα.
Επειδή είχε μεγάλη δυνατότητα σχετικά με τα χρηματιστηριακά και όλα αυτά κατόρθωσε σιγά σιγά να αυξήσει την περιουσία του. Και κάποιο διάστημα μάλιστα μετά ασχολήθηκε με εμπόριο ξυλείας.
Και ένα διάστημα θυμάμαι πάλι προσπάθησε να μεταναστεύσουμε στην Αμερική. Γιατί υπήρχε κάποια εποχή που πολλοί από τους ομοθρήσκους θέλαν να πάνε στην Αμερική. Θέλησε και ο πατέρας μου αλλά δυστυχώς επειδή είχε κάποια ακίνητη περιουσία δεν θεωρήθηκε άπορος και έτσι η αίτησή του απερρίφθη.

