Απομαγνητοφώνηση
Συνέντευξη με τη Λέλα Ναχμία
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Έχοντας την ισπανική υπηκοότητα, κάποια μέλη της οικογένειάς σας πήγαν στο Bergen-Belsen και όχι στο Άουσβιτς. Τι συνέβη;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Ναι, κάποια μέλη της οικογένειάς μας, επειδή είχαν ισπανική υπηκοότητα, στάλθηκαν στο Bergen-Belsen και όχι στο Άουσβιτς. Παρ’ όλα αυτά, άλλες συγγενείς μας — οι αδελφές της γιαγιάς μου — ήταν επτά και γύρισαν μόνο δύο. Οι υπόλοιπες χάθηκαν όλες.
Εγώ δεν γνώρισα ποτέ τόσο μεγάλη οικογένεια, γιατί γεννήθηκα μετά τον πόλεμο, τον Νοέμβριο του 1946.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Ο παππούς σας επιβίωσε;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Ναι, ο παππούς μου επιβίωσε.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Θέλετε να μας πείτε κάτι για την προπολεμική περίοδο; Με τι ασχολιόταν;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Ο παππούς μου ήταν ασφαλιστής και εκπροσωπούσε δύο από τις μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρείες της Θεσσαλονίκης, τη Βαλουάζ και την Ελβέτεια.
Είχε πολλούς χριστιανούς φίλους. Κάποιοι από αυτούς πήραν πράγματα από το γραφείο του και από το σπίτι του, όπως άκουσα αργότερα.
Δεν μιλούσαν πολύ μπροστά μου για τα χρόνια της Κατοχής όταν ήμουν μικρή. Άρχισα να μαθαίνω περισσότερα μεγαλώνοντας. Ίσως επειδή ήμουν από τα πρώτα μεταπολεμικά παιδιά, ήταν πιο συγκρατημένοι.
Ξέρω όμως ότι οι οικογένειες ήταν πολύ δεμένες. Ο παππούς μου ήταν από την οικογένεια Ρέβαχ. Ακόμη και σήμερα, στην τρίτη γενιά, είμαστε δεμένοι. Έχω ξαδέλφια στο Ισραήλ, στο Μεξικό και στον Καναδά, και επικοινωνούμε συχνά.
Από την οικογένεια του πατέρα μου δεν επέστρεψε κανείς. Ήταν μοναχοπαίδι και οι γονείς του δεν γύρισαν από το Άουσβιτς. Έτσι ουσιαστικά εντάχθηκε στην οικογένεια Ρέβαχ, που ήταν πολύ δεμένη και αγαπημένη.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Υπήρχε κάποια ιδιαιτερότητα στη διατροφή ή στην ένδυση;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Στην ένδυση όχι. Όλοι ντύνονταν με ευρωπαϊκά ρούχα. Μόνο σε παλιές φωτογραφίες έχω δει συγγενείς με παραδοσιακές φορεσιές.
Στη διατροφή, η γιαγιά και ο παππούς μου δεν έτρωγαν θαλασσινά. Εμείς όμως τα τρώγαμε — απλώς όχι στο σπίτι, για να μην τους στενοχωρήσουμε. Δεν τρώγαμε χοιρινό στο σπίτι λόγω κασρούτ. Εγώ αργότερα έτρωγα σε εστιατόρια, αλλά δεν το μαγειρεύω.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Έχετε παραστεί σε γάμους ή μπαρμίτσβα; Ήταν διαφορετικά παλιότερα;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Οι γάμοι γίνονταν όπως και σήμερα.
Μπαρμίτσβα δεν γίνονταν όταν ήμουν μικρή. Άρχισαν τα τελευταία χρόνια. Το πρώτο μπαρμίτσβα που πήγα ήταν του γιου μου. Το πρώτο μπατμίτσβα ήταν της κόρης μου, της Ίντας. Και τώρα ελπίζω να πάω και της εγγονής μου.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Στο σπίτι σας μιλούσατε Λαντίνο;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Η γιαγιά και ο παππούς μου μιλούσαν μεταξύ τους Λαντίνο ή γαλλικά. Οι γονείς μου μιλούσαν κυρίως ελληνικά, αλλά κάποιες φορές και Λαντίνο. Με εμένα μιλούσαν ελληνικά.
Παρόλα αυτά, άκουγα Λαντίνο και σήμερα μπορώ να μιλήσω. Τα παιδιά μου δεν μιλούν Λαντίνο, αλλά έμαθαν ισπανικά και ξέρουν κάποιες χαρακτηριστικές εκφράσεις.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Τα παιδιά σας κρατούν τα έθιμα; Τι σχέση έχουν με την Κοινότητα;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Ναι, τα κρατούν. Η κόρη μου, η Ίντα, εργάζεται στην Κοινότητα. Ο γιος μου, ο Σαμ, είναι νομικός σύμβουλος στο Ίδρυμα Κόβο.
Ο άντρας μου, ο Τέλης Ναχμίας, υπήρξε για πολλά χρόνια νομικός σύμβουλος της Κοινότητας, όπως και ο πεθερός μου, ο Σαμ Ναχμίας.
Εγώ πήγαινα στη συναγωγή κυρίως το Κιπούρ, στο τέλος της τελετής, γιατί μου άρεσε εκείνο το μέρος. Μετά τον κορονοϊό σταμάτησα για ένα διάστημα. Τώρα φοβάμαι λίγο λόγω ηλικίας. Η κόρη μου πηγαίνει κανονικά.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Θεωρείτε ότι παλιότερα τα μέλη της Κοινότητας ήταν πιο δεμένα;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Δεν νομίζω ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Οι γονείς μου, μετά τον πόλεμο, είχαν και εβραϊκές και χριστιανικές παρέες. Θυμάμαι ότι μαζεύονταν, άδειαζαν τις τσέπες τους πάνω στο τραπέζι, μετρούσαν ό,τι είχαν και έλεγαν: «Θα βγούμε, θα φάμε πατάτες τηγανητές και τυρί.»
Δεν υπήρχαν χρήματα, αλλά υπήρχε χαρά. Είχαν γλιτώσει από τον πόλεμο και ήθελαν να ζήσουν.
Ήμουν ένα πολύ ευτυχισμένο παιδί και, δόξα τω Θεώ, έζησα και μια πολύ ευτυχισμένη ζωή. Δεν έχω παράπονο.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Η Κοινότητα στηρίζει τα μέλη της;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Βεβαίως. Πάντα στήριζε.
Θυμάμαι το Ιατρείο Πίνχας, όπου εργαζόταν και ο πατέρας μου και βοηθούσε ανθρώπους με προβλήματα υγείας.
Η Κοινότητα βοηθούσε πάντα και συνεχίζει να βοηθά όπου υπάρχουν ανάγκες.
Στη συνέντευξή της, η Λέλα Ναχμία (το γένος Μερούμπι) μοιράζεται αναμνήσεις από τη μεταπολεμική εβραϊκή ζωή στη Θεσσαλονίκη. Μεγαλωμένη σε οικογένεια που δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενη αλλά τηρούσε τις βασικές γιορτές, θυμάται μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις για το Ρος Ασανά, το Κιπούρ και το Πέσαχ, σε μια εποχή που η κοινότητα προσπαθούσε να ξανασταθεί μετά την Κατοχή. Αναφέρεται στον πατέρα της, γιατρό της Κοινότητας, ο οποίος υποδέχθηκε επιζώντες των στρατοπέδων και υπηρέτησε για χρόνια τα μέλη της. Η δική της ενεργή συμμετοχή ξεκίνησε τη δεκαετία του ’60 και ενισχύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν η Κοινότητα άρχισε να ανοίγεται προς τα έξω, οργανώνοντας σημαντικές εκδηλώσεις, διεθνείς επισκέψεις και πολιτιστικές δράσεις — μεταξύ αυτών και οι εκδηλώσεις για τα 500 χρόνια από τον εκτοπισμό των Εβραίων από την Ισπανία το 1992. Η ίδια περιγράφει μια κοινότητα που για χρόνια κρατούσε χαμηλό προφίλ, κυρίως λόγω του τραύματος των επιζώντων, αλλά που τελικά ωφελήθηκε από το άνοιγμα και τη δημόσια παρουσία της. Θυμάται τη χρήση των λαντίνο στο σπίτι, τις οικογενειακές ρίζες που συνδέονται με το Μπέργκεν-Μπέλζεν, τις απώλειες της ευρύτερης οικογένειας και τη σταδιακή ανασυγκρότηση της ζωής. Με έμφαση στη χαρά της καθημερινότητας, στη δύναμη της οικογένειας και στη συνέχεια των παραδόσεων μέσα από τα παιδιά της, η μαρτυρία της αποτυπώνει μια διαδρομή από τη σιωπή και τον φόβο προς την εξωστρέφεια, την πολιτιστική δράση και την αισιοδοξία για το μέλλον.
Λέλα Ναχμία
Απομαγνητοφώνηση
Συνέντευξη με τη Λέλα Ναχμία
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Έχοντας την ισπανική υπηκοότητα, κάποια μέλη της οικογένειάς σας πήγαν στο Bergen-Belsen και όχι στο Άουσβιτς. Τι συνέβη;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Ναι, κάποια μέλη της οικογένειάς μας, επειδή είχαν ισπανική υπηκοότητα, στάλθηκαν στο Bergen-Belsen και όχι στο Άουσβιτς. Παρ’ όλα αυτά, άλλες συγγενείς μας — οι αδελφές της γιαγιάς μου — ήταν επτά και γύρισαν μόνο δύο. Οι υπόλοιπες χάθηκαν όλες.
Εγώ δεν γνώρισα ποτέ τόσο μεγάλη οικογένεια, γιατί γεννήθηκα μετά τον πόλεμο, τον Νοέμβριο του 1946.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Ο παππούς σας επιβίωσε;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Ναι, ο παππούς μου επιβίωσε.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Θέλετε να μας πείτε κάτι για την προπολεμική περίοδο; Με τι ασχολιόταν;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Ο παππούς μου ήταν ασφαλιστής και εκπροσωπούσε δύο από τις μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρείες της Θεσσαλονίκης, τη Βαλουάζ και την Ελβέτεια.
Είχε πολλούς χριστιανούς φίλους. Κάποιοι από αυτούς πήραν πράγματα από το γραφείο του και από το σπίτι του, όπως άκουσα αργότερα.
Δεν μιλούσαν πολύ μπροστά μου για τα χρόνια της Κατοχής όταν ήμουν μικρή. Άρχισα να μαθαίνω περισσότερα μεγαλώνοντας. Ίσως επειδή ήμουν από τα πρώτα μεταπολεμικά παιδιά, ήταν πιο συγκρατημένοι.
Ξέρω όμως ότι οι οικογένειες ήταν πολύ δεμένες. Ο παππούς μου ήταν από την οικογένεια Ρέβαχ. Ακόμη και σήμερα, στην τρίτη γενιά, είμαστε δεμένοι. Έχω ξαδέλφια στο Ισραήλ, στο Μεξικό και στον Καναδά, και επικοινωνούμε συχνά.
Από την οικογένεια του πατέρα μου δεν επέστρεψε κανείς. Ήταν μοναχοπαίδι και οι γονείς του δεν γύρισαν από το Άουσβιτς. Έτσι ουσιαστικά εντάχθηκε στην οικογένεια Ρέβαχ, που ήταν πολύ δεμένη και αγαπημένη.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Υπήρχε κάποια ιδιαιτερότητα στη διατροφή ή στην ένδυση;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Στην ένδυση όχι. Όλοι ντύνονταν με ευρωπαϊκά ρούχα. Μόνο σε παλιές φωτογραφίες έχω δει συγγενείς με παραδοσιακές φορεσιές.
Στη διατροφή, η γιαγιά και ο παππούς μου δεν έτρωγαν θαλασσινά. Εμείς όμως τα τρώγαμε — απλώς όχι στο σπίτι, για να μην τους στενοχωρήσουμε. Δεν τρώγαμε χοιρινό στο σπίτι λόγω κασρούτ. Εγώ αργότερα έτρωγα σε εστιατόρια, αλλά δεν το μαγειρεύω.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Έχετε παραστεί σε γάμους ή μπαρμίτσβα; Ήταν διαφορετικά παλιότερα;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Οι γάμοι γίνονταν όπως και σήμερα.
Μπαρμίτσβα δεν γίνονταν όταν ήμουν μικρή. Άρχισαν τα τελευταία χρόνια. Το πρώτο μπαρμίτσβα που πήγα ήταν του γιου μου. Το πρώτο μπατμίτσβα ήταν της κόρης μου, της Ίντας. Και τώρα ελπίζω να πάω και της εγγονής μου.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Στο σπίτι σας μιλούσατε Λαντίνο;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Η γιαγιά και ο παππούς μου μιλούσαν μεταξύ τους Λαντίνο ή γαλλικά. Οι γονείς μου μιλούσαν κυρίως ελληνικά, αλλά κάποιες φορές και Λαντίνο. Με εμένα μιλούσαν ελληνικά.
Παρόλα αυτά, άκουγα Λαντίνο και σήμερα μπορώ να μιλήσω. Τα παιδιά μου δεν μιλούν Λαντίνο, αλλά έμαθαν ισπανικά και ξέρουν κάποιες χαρακτηριστικές εκφράσεις.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Τα παιδιά σας κρατούν τα έθιμα; Τι σχέση έχουν με την Κοινότητα;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Ναι, τα κρατούν. Η κόρη μου, η Ίντα, εργάζεται στην Κοινότητα. Ο γιος μου, ο Σαμ, είναι νομικός σύμβουλος στο Ίδρυμα Κόβο.
Ο άντρας μου, ο Τέλης Ναχμίας, υπήρξε για πολλά χρόνια νομικός σύμβουλος της Κοινότητας, όπως και ο πεθερός μου, ο Σαμ Ναχμίας.
Εγώ πήγαινα στη συναγωγή κυρίως το Κιπούρ, στο τέλος της τελετής, γιατί μου άρεσε εκείνο το μέρος. Μετά τον κορονοϊό σταμάτησα για ένα διάστημα. Τώρα φοβάμαι λίγο λόγω ηλικίας. Η κόρη μου πηγαίνει κανονικά.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Θεωρείτε ότι παλιότερα τα μέλη της Κοινότητας ήταν πιο δεμένα;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Δεν νομίζω ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Οι γονείς μου, μετά τον πόλεμο, είχαν και εβραϊκές και χριστιανικές παρέες. Θυμάμαι ότι μαζεύονταν, άδειαζαν τις τσέπες τους πάνω στο τραπέζι, μετρούσαν ό,τι είχαν και έλεγαν: «Θα βγούμε, θα φάμε πατάτες τηγανητές και τυρί.»
Δεν υπήρχαν χρήματα, αλλά υπήρχε χαρά. Είχαν γλιτώσει από τον πόλεμο και ήθελαν να ζήσουν.
Ήμουν ένα πολύ ευτυχισμένο παιδί και, δόξα τω Θεώ, έζησα και μια πολύ ευτυχισμένη ζωή. Δεν έχω παράπονο.
ΓΚΕΡΣΩΝ ΣΙΜΟΝ: Η Κοινότητα στηρίζει τα μέλη της;
ΛΕΛΑ ΝΑΧΜΙΑ: Βεβαίως. Πάντα στήριζε.
Θυμάμαι το Ιατρείο Πίνχας, όπου εργαζόταν και ο πατέρας μου και βοηθούσε ανθρώπους με προβλήματα υγείας.
Η Κοινότητα βοηθούσε πάντα και συνεχίζει να βοηθά όπου υπάρχουν ανάγκες.

