Απομαγνητοφώνηση
Λίνα: Μέχρι τώρα αφού είπαμε ότι ποτέ δεν είχαμε αντιεβραϊκό... τέτοιο. Η μόνη φορά.. η μόνη φορά που άκουσα "δεν θα παίξεις εσύ γιατί είσαι Εβραία" είναι στο παλιό το σπίτι του παππού.
Καθόμουν στα σκαλοπάτια, ήμουν και πολύ φιλάσθενη γιατί είχα αδενοπάθεια, οπότε δεν έπαιζα με τα παιδιά πολύ και άρα ήμουν στην ηλικία πρώτη δημοτικού. Άρα με γνωρίζαν τα παιδιά στη γειτονιά που ήταν και συμμαθητές μου.
Ήταν η καγγελόπορτα και είχε τα σκαλοπάτια που ανέβαινε στα σιδερένια επάνω. Καθόμουν εκεί και τους κοίταζα και ήταν η πρώτη φορά που πιθανόν εγώ να είπα να παίξω; Δεν το θυμάμαι αν το είπα. Πάντα θυμάμαι την απάντηση: "όχι δεν θα παίξεις γιατί είσαι Εβραία."
Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που άκουσα κάτι για τη θρησκεία μου.
Μιχάλης: Το είπατε αυτό στους γονείς σας;
Λίνα: Μπορεί ναι μπορεί όχι δεν το θυμάμαι.
Μιχάλης: Μια απορία που είχα πάντα για αυτή τη γενιά. Παίζατε ας πούμε με το... καταλάβατε καλά ο μάχος που αναφέρετε ότι παίζατε στο γερτό δωμάτιο, είναι ο ίδιος μάχος που ξέρετε έχει διάρρη σχέση με αυτό τώρα. Αυτά τα παιδιά που δεν ήταν Εβραία, Εβραιόπουλα έτσι; Ήξεραν κάποια Λαντίνο;
Λίνα: Όχι αλλά υπήρχε τέτοιο σεβασμό. Ποιά να είναι. Λοιπόν, αν ρωτήσετε τη Διάννα, τη Σοφούλα που μένει από πάνω μας και τα λοιπά θα πούνε ότι υπήρχε τέτοιο σεβασμό για τις γιορτές ότι θα ερχότανε το Ρώσο Σαλά και θα μας φέρουν γλυκά. Θα πάμε εμείς στις δικές τους ονομαστικές γιορτές και θα τους προσφέρουμε.
Θα έρθουν με λουλούδια το πέσα. Ξέρουμε ότι είναι η γιορτή σας και δεν τρώτε, γι'αυτό φέρνουμε λουλούδια. Τρώγανε τη ματσά. Ο Μάχος ακόμη να λέει για τη ματσά, για τα φαγητά της κυρίας Ματίκας.
Λίνα: Δηλαδή κόσμος και λαός μη εβραίος πέρασε από το σπίτι μας και η μαμά μου ήταν τέτοια καλή μαγείρισσα που ακόμη να ρωτήσετε αυτούς τους φίλους. Είναι τα μπαρμουνάκια "Λωστεκύρες φρύτος δε Ματίκα" - τα μπαρμουνάκια τα τηγανητά της μαμάς. Τα σαρδελίκας καζανδίκας, τις παντρεμένες τις σαρδέλες.
Δηλαδή η μαμά ήταν φοβερή μαγείρισσα, νοικοκυρά και το σπίτι μας ήταν πάντα ανοιχτό οπότε όλοι "αχ αυτές αχ κυρία Ματίκα, τι μυρωδιάς είναι αυτές κυρία Ματίκα" οι λοσμουμέλος, τα λουκουμάδες για το πέσαχ της μαμάς μου.
Όλοι. Αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στη μαμά μου, δηλαδή τι, είναι ντροπή, αλλά τέλος πάντων έτσι για το καλό. Όχι. Τρώγαμε τρώγανε στα σπίτια μας, δεν είχαμε κανένα πρόβλημα.
Λίνα: Βέβαια δεν είχαμε το κασερούτ εκείνη την εποχή άρα βέβαια δεν έπερνε χοιρινό και το ξέραν πολύ καλά οι φίλοι μας και στα σπίτια τους αποφεύγανε όταν ήμασταν εμείς. Δεν βάζανε χοιρινό οπότε υπήρχε ένας αλληλοσεβασμός υπέροχος παιδιά.
Ήτανε εμείς περάσαμε το περισσότερο χρόνο της ζωής μας με μη εβραίους στις παρέες μας. Οι εβραίοι ήταν μια άλλη κατηγορία, ναι ήταν εκεί παρόντες.
Μιχάλης: Όσον αφορά το κασερούτ στο σπίτι σας.
Λίνα: Η μαμά μου έκανε το κασερούτ, έβαζε το κρέας. Είχαμε το χασάπι μας τον κερΝίκο, είχαμε όλους δικούς μας με την έννοια ο δικός μας χασάπις, ο δικός μας τύρας, ο δικός μας κοτάς. Και τη μαμά μου τη φωνάζανε κυρία Τζάκαινα ή κυρία Τζάκο και εμένα τον Τζακούδη.
Λίνα: Άρα ο Παναγιώτης ήξερε ότι θέλουμε το καλύτερο, γλώσσες και τα λοιπά γιατί σου λέω τα οικονομικά πηγαίνανε καλύτερα άρα το επίπεδο ζωής μας ήταν πάντα από το μέσο και άνω. Που σημαίνει ότι θα πάρεις το καλύτερο ψάρι, το καλύτερο τέτοιο, το καλύτερο το καλύτερο.
Λοιπόν πηγαίναμε πιο πάνω ήταν ο κοτάς μας. Ύστερα στην Άθωνος απέναντι από το μαγαζί του παππού μου που ήταν ο παπουτσής, έγινε μετά ο Κυρκώστας, το πήρε ένας καραμολής Κυρκώστας, καταπληκτικός τυράς. Άρα το τυρί μας ήταν από τον Κυρκώστα. Απέναντι ήταν ο χασάπης μας. Είχαμε όλα τα μας.
Λίνα: Και κάτω από το σπίτι μας στη Δημητρίου Γούναρη ήταν και το μονοδικό μονάδικο το εβραϊκό. Υπήρχε στην Οδόμο Διάνο ο Ντανιέλ Ομάνο που ήταν τα καλύτερα προϊόντα και ο Σαδή. Ήταν ο Σαδή εκεί στα Λουλουδάδικα ήταν το μαγαζί του Σαδή.
Και ο Ντανιέλ Ομάνο που πουλούσε και υπέροχο πιπιτίκες, λασπιπί τίκας, τελοντζιδιός, τα σποράκια τα ψημένα και τα αυγά χαμινάδος όταν πλέον οι βαριόταν οι κυρίες να κάνουν, πουλούσε και αυτός να.
Μιχάλης: Επομένως στη Θεσσαλονίκη όταν μεγαλώνατε υπήρχαν προϊόντα εβραϊκά;
Λίνα: Ε βέβαια, μπορούσες να μπεις από τα μαγαζίκια βέβαια. Βέβαια υπήρχε στην Μωδιάνο, υπήρχαν ο Ντανιέλ Ομάνο ήταν φρούτα και τέτοιου ξηρούς καρπούς. Ο Σαδή επίσης είχε το δικό του υπήρχαν πολλά. Ήταν και ο Νατάν βέβαια, ξέχασα να πω. Ο Νατάν ο πατέρας του ήταν ο Κρεοπόλης ο Κασέρ βέβαια υπήρχε απέναντι από τη Μωδιάνο από εκεί που ήταν η συναγωγή η παλιά.
Μιχάλης: Όταν λέτε συναγωγή η παλιά ποια εννοείτε;
Λίνα: Η μικρούλα η Αζυκαρόν.
Μιχάλης: Επομένως χοιρινό δεν τρώγατε στο σπίτι. Υπήρχε κάτι άλλο ας πούμε που θυμάστε σαν κανόνα που είχατε στο σπίτι.
Λίνα: Κανόνες δεν υπήρχαν. Κανόνες γιατί με αυτά μάθαμε και με αυτά συνεχίζαμε. Δεν μας έλεγαν μη μη μη. Δεν μας μεγάλωσαν με τα μη αλλά αυτά κάνουμε αυτά είμαστε.
Τώρα, στο σπίτι των φίλων δεν υπήρχε θέμα να ρωτήσουμε γιατί δεν κάνουμε εμείς Χριστουγεννιάτικο δέντρο; Απλώς δεν κάνουμε εκ το ουκάρευ δεν το ρωτούσαμε γιατί ξέραμε δεν ξέρω έτσι μεγαλώσαμε. Αυτά είναι τα έθιμά μας δεν χρειαζόταν να πούμε παντετέρω.
Πήγαινα όμως την Διάννα εγώ εις το μάχο να στολίσουμε αλλά ποτέ δεν ζητήσαμε γιατί εμείς όχι. Άλλο εκεί άλλο εδώ.
Λίνα: Εγώ με την Διάννα πήγαινα σε όλες τις... πήγαινε η Διάννα πήγαινα κι εγώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα έκανα το σταυρό μου ή θα έπαιρνα το κεράκι. Και η Διάννα ποτέ δεν ήρθε στο σπίτι να φιλήσει τη Μεζουζά. Αυτά ήταν εκ του ουκάνεφου.
Μιχάλης: Είχατε Μεζουζά στο σπίτι;
Λίνα: Σε όλα τα δωμάτια.
Μιχάλης: Το Σάββατο κάνατε κάτι;
Λίνα: Το Σάββατο ήτανε... κοιτάξτε το Σάββατο είχαμε και σχολείο πρώτα αυτό. Άρα εμείς πηγαίναμε σχολεία είναι από αυτές που αρχίσαν οι εκπτώσεις. Οι εκπτώσεις είναι ότι ναι μεν Παρασκευή απόγευμα θα πάμε όλοι στη συναγωγή για να κάνουμε το καμπαλάτι Σαμπάτ.
Και τα παιδιά όλα που μαζευόταν από αυτά τα σχολεία τα 4-5 που σας είπα, ο Ραβίνος ο Χαχά Μαζαριά, ένας καταπληκτικός γερούλης, υπέροχος άνθρωπος - αυτός μας πάντρεψε κιόλας - έδινε στα παιδιά... ο αδελφός μου ήξερε το κιντούς και έλεγε το κιντούς ο αδελφός μου σε ηλικία 8-9 χρονών. Έλεγε ο Ρούλης Ραφαήλ έλεγε το κιντούς.
Έδινε στα παιδιά το λόγο. Σε όλες τις γιορτές πηγαίναμε στη συναγωγή και ύστερα ήταν η Λέσχη.
Λίνα: Η Λέσχη η οποία εμείς δεν πηγαίναμε πάρα πολύ γιατί είχαμε δικούς μας φίλους οπότε δεν χρειαζόταν να πηγαίναμε πάρα πολύ στη Λέσχη. Αλλά άμα έκανε όμως ένα μπαλμασκέι Λέσχη για το κουρίβ πηγαίναμε.
Ύστερα το Πέσαχ τη δεύτερη μέρα του Πέσαχ ή μάλλον τη τρίτη μέρα γιατί όλοι γιορτάζαμε πρώτη και δεύτερη, πρόσφερε στα παιδιά ένα φαγητό του Σέδερ, ας πούμε μπιζέλια με κοτόπουλο γιατί εμείς οι Σεφαραδίτες δεν τρώμε ρύζι, δεν τρώμε πατάτα, τίποτα από αυτά.
Λοιπόν, άρα και ήταν και από εκεί έχουμε πολύ ωραίες φωτογραφίες και έχουμε και από άλλες φωτογραφίες και ο σύζυγος έχει πολύ ωραίες φωτογραφίες έτσι όλοι μαζεμένοι στη Λέσχη. Κάποιοι μιλούσαν και εμείς καθισμένοι δεν ξέρω ή σε τραπέζια διάφορα.
Λίνα: Επίσης Χανουκά μας πήγαιναν οι γονείς μας στο Πατανώ ταλαβιονήρ που είναι το σημερινό σχολείο το δημοτικό και εκεί γινόταν όλες οι γιορτές οι μεγάλες. Και έχω φωτογραφία εγώ με το παλτό μου και τα λοιπά πλάι σε μια υπέροχη Χανουκιά η οποία όμως δεν είναι αληθινή, δεν είναι αναμμένη αλλά είναι πολύ διακοσμημένη με ωραία λουλούδια.
Μιχάλης: Είπατε, κάνατε καμπαλά της Σαμπάτης συναγωγή συχνά αλλά κάναμε και στο σπίτι. Ανάβαζατε κέρια;
Λίνα: Όχι κέρια, εμείς είμαστε του καντήλιου. Ήταν καντήλι του Σαμπάτ. Ήταν ποτηράκι νερό με λαδάκι και έβαζες το φυτυλάκι επάνω και άναβες. Παλιά που δεν υπήρχε και το φυτύλι η μαμά μου έβαζε βαμβακάκι, έκανε τη μυτούλα και το έβαζε και αυτό επέπλεε επάνω στο λαδάκι και αυτό ήταν το καντήλακι μας το Σαμπάτ.
Μιχάλης: Και αυτό ήταν μια παράδοση της Θεσσαλονίκης;
Λίνα: Αυτό νομίζω ότι το ήταν ολονόν γιατί δεν υπήρχαν και άλλος τρόπος να ανάψει σκαντήλι. Τώρα εγώ στο σπίτι το είδα, μπορεί να το είχε η μαμά της και η μαμά μου να το συνέχισε από τη μαμά της. Δεν το ξέρω αυτό, δεν έχω άλλη εικόνα. Αλλά πάρα πολλοί Εβραίοι το συνεχίσαν. Αλλά και πάλι εκείνη την εποχή ήταν ένα μάσκ και σιγά σιγά πάρσε ένα φθήλι ακόμη και αυτό. Εμείς το συνεχίζουμε.
Μιχάλης: Επομένως κάθε Παρασκευή απόγευμα είχατε την αίσθηση ότι είναι μια ιδιαίτερη ημέρα της εβδομάδας.
Λίνα: Οπωσδήποτε ήταν η μαμά μου. Ακόμη και το μέχρι το 2009 η μαμά μαγείρευε και για το Σαμπάτ. Ήταν όλη την ημέρα δηλαδή από το πρωί. Τα ψώνια είχαν γίνει από την Πέμπτη. Παρασκευή ήταν κουζίνα οπότε μαγείρευε και για το Σαμπάτ, άναβε το καντήλι και ύστερα ήτανε το μπάνιο, το μπάνιο της καθαριότητας του Σαμπάτ, ήτανε η ερωτελεστία.
Και μετά λέγαμε Σαμπάτ Σαλόμ δηλαδή ερχόταν και ο μπαμπάς να καθίσουμε γύρω από το τραπέζι να πούμε το κιντούς, να κάνουμε καβαλάρ Σαμπάτ και να πούμε Σαμπάτ Σαλόμ.
Λίνα: Σε πληροφορώ όταν ήταν να δώσουμε, είχαμε φροντιστήριο για Πανελλήνιες, μας έλεγε ότι ή δεν θα πάτε ή για την Παρασκευή αν συνέπευε τα μαθήματα γιατί είναι η ώρα του Σαμπάτ και δεν θα πάτε θα το χάνετε αυτό το μάθημα.
Και ύστερα όταν θέλαμε να βγούμε μεγαλώνοντας δεν υπήρχε περίπτωση. Θα κάνουμε πρώτα καβαλάρ Σαμπάτ και ύστερα είστε ελεύθεροι. Είχαμε ελευθερίες, δεν είχαμε απαγορεύσεις. Προς Θεού δεν πρόκειται να βγει, όχι θα γίνουνε με κάποια κομπρομή, με κάποια άλλα θα γίνουνε.
Μιχάλης: Και πόσες φορές θα λέγατε ως παιδί και ως έφηβη ίσως αργότερα που μένατε με τους γονείς σας, πόσες φορές το χρόνο πηγαίνατε στη Συναγωγή; Μιλάμε για Θεσσαλονίκη, είστε ακόμα παιδί.
Λίνα: Θεσσαλονίκη πηγαίναμε στις μεγάλες γιορτές. Πηγαίναμε πολλές φορές στα καβαλά του σαμπάτ που πηγαίναμε με το σχολείο. Ύστερα όταν πήγαμε γυμνάσιο όχι, ατόνισε.
Λίνα: Οι γονείς μας εδώ πρέπει να σας κάνω μια μεγάλη παρέθεια. Πηγαίναν στη Συναγωγή για να κάνουνε τα μελντάδος. Μελντάδος είναι τα επιμνημώ, τα μνημόσυνα.
Δεν μας έλεγαν τίποτα. Ο μπαμπάς τον Φεβρουάριο είναι η επιμνημόσυνη δέηση για όλα, για όλα τα θύματα του ολοκαυτώματος τα οποία δεν έχουνε βρεθεί, δεν έχουνε ταυτοποιηθεί. Ήταν η ημέρα που ο μπαμπάς έκανε, όταν μεγαλώσαμε μας το είπε. Ήταν μέσα στο Φεβρουάριο και ο μπαμπάς πήγαινε και έκανε για όλη την οικογένεια ένα γενικό μελντάδο.
Λίνα: Ο μπαμπάς μου επίσης στα νεκροταφεία πριν από τις γιορτές, επειδή ήτανε όλοι τον είχαν ερουντίδη δηλαδή άνθρωπος σοφός και πολύ μελετημένος, ανελάβανε να κάνει ασκαβότ και να εφόσον υπήρχε κόσμος να κάνει και το καντής για φίλους οι οποίοι δεν είχανε άρρενες συγγενείς και τα λοιπά.
Είχε μία μιτσουβά ο μπαμπάς να κάνει για όλους ασκαβάκι ή να ρίξει καντής για ανθρώπους που τον ζητούσαν να το κάνει.
Μιχάλης: Που να πούμε λιγάκι ασκαβότ είναι η επιμνημόσυνο έτσι..
Λίνα: Ναι όταν δεν υπάρχουν 10 άτομα άρρενα παρόντα. Καντής είναι επιμνημόσυνοδέηση η οποία δεν μιλάει, δεν είναι θλιβερή από την ίδια φύση αλλά χρειάζεται παρουσία 10 ατόμων για να γίνει το καντής και να υποθεί αυτά.
Μιχάλης: Και επομένως πηγαίνατε στις μεγάλες. Ας πούμε όταν πηγαίνατε φαντάζομαι στο Γιώργο Κιπούρ.
Λίνα: Στο Γιώργο Κιπούρ το γράφω και στο βιβλίο, είναι κάτι εξαιρετικό. Καταρχήν ήταν το γεγονός. Ρωσανά και Κιπούρ ήταν το γεγονός. Άρα εκεί έπρεπε να ραφτούνε όλες οι κυρίες, να φορέσουν όλες τα καλά τους. Το Κιπούρ αλλάζανε τρεις φορές την ημέρα. Έπρεπε να τα δείξουμε όλα αυτά τα ρούχα.
Λίνα: Μάλιστα η οικογένεια Νατά, αυτή είχαν έπιπλα στην Τσιμισκή και η μαμά τους ήταν από το Βόλο πολύ καλοαναθρεμένη και μεγάλω τα παιδιά της, με τα κορίτσια της με πάρα πολλούς τρόπους έτσι να είναι κομιλφό και πολύ νέα.
Αυτά τα κορίτσια φορέσανε και γάντια δαντελένια. Τις έφερνε και τώρα αν τη δεις ας πούμε την Έφη είναι αγνώριστη και μοντέρνα και τέτοια αλλά η μαμά τους τους είχε εκεί η Σούζα μη τύχων και ξεφύγουν από τη μόδα ή από αυτό που είχε στο μυαλό της η μαμά.
Λίνα: Εμένα δεν ξέρω γιατί είχα μία έφεση στον Εβρισμό από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου βλέποντας τον μπαμπά μου μεγαλώνοντας αυτή την οικογένεια ενώ άλλητε ήταν πιο φιλελεύθεροι εγώ έγινα πιο κοντά, έρχομουνα πιο κοντά και άρχισα να διαβάζω γιατί ο μπαμπάς μου με έφερνε βιβλία και εγώ τα ρούφαγα.
Και ένα πολύ μεγάλο βιβλίο που έπαιξε και ρόλο στη ζωή μου είναι το έξοδος. Εκείνο είναι η σιωνιστική μου κλίση, ξαφνικά ανακάλυψα Ισραήλ.
Μιχάλης: Το βιβλίο για το πλοίο εννοείται;
Λίνα: Το βιβλίο το οποίο ήταν και έργο, έγινε και έργο. Και το άλλο ήταν τις μεγάλες μορφές του Ισραήλ σε πρώτη μορφή. Έχω επίσης βιβλία του θείου του Μόνη που αυτά κανονικά τα θάβουνε, τα βιβλία ποτέ δεν τα πετάνε σε γκενιζά.
Λίνα: Αυτό τώρα διαβάζοντας για το δικαιώματα των Εβραίων στις κοινότητες ανακάλυψα ότι η μόνη εβραϊκή κοινότητα που έθαβε κάθε χρόνο ότι παλιό υπήρχε που δεν έπρεπε να πεταχτεί είναι η κοινότητα της Ρόδου και το κάνανε στο Λαγκ Μπαόμερ τελετή σαν πομπή με όλα τα παλιά τους τα βιβλία ή σκεύη τα οποία ήταν παλιά και δεν μπορούσαν και η μόνη γκενιζά που υπήρχε ήταν στη Ρόδο όπως το ξέρω εγώ διαβάζοντας και μελετώντας και ψάχνοντας αυτή τη στιγμή για το δεύτερο μου το βιβλίο.
Μιχάλης: Και γιατί έπρεπε να θαυτούνε αυτά τα βιβλία;
Λίνα: Γιατί νομίζω ότι αυτά δεν έπρεπε να επειδή είναι ιερά δεν έπρεπε να σκιστούνε, δεν έπρεπε να καούνε. Ουσιαστικά η καύση απέχει από τον Εβραϊσμό. Στην ουσία κάνεις κηδεία στα βιβλία που έχουν την ιερή γραφή.
Μιχάλης: Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον.
Μιχάλης: Πόσος κόσμος υπολογίζεται ότι μαζευόταν στη συναγωγή;
Λίνα: Στη συναγωγή και έξω υπήρχε κόσμος, δεν χωρούσε ο κόσμος. Στη Θεσσαλονίκη επίσης υπήρχαν και κάποιες θέσεις για το... των πιο πλουσίων αλλά.
Μιχάλης: Για την γιάτρες καρόν μιλάμε;
Λίνα: Όχι όχι μοναστηριωτών. Μοναστηριωτών.
Μιχάλης: Άρα η μοναστηριωτών γέμιζε;
Λίνα: Ναι. Μα ήταν ολόκληρο γεγονός αυτό το πράγμα. Έκλεινε ο δρόμος από τους Εβραίους το πήγαινε έλα, σταματούσε η κίνηση στη σύγκριση. Αυτό το δρόμο μπροστά εμείς τα παιδιά παίζαμε στον αυλόγυρο. Έχει πίσω και μια βρυσούλα και τα λοιπά.
Λίνα: Και σιγά σιγά μεγαλώντας καλά ο αδελφός μου, όλος ο κόσμος ήξερε τις κλωτσίες του αδελφού μου. Όλοι ήταν με μελανιές στα πόδια από τον αδελφό μου. Μόλις πήγες να του κάνεις "ααα αα τι κάνεις πάρε μια κλωτσία." Ήταν ζωηρούλης, χαριτωμένος με πολλούς φίλους και το μεσημέρι η μαμά... ο μπαμπάς έμενε πάντα εκεί.
Λίνα: Γράφω επίσης στο βιβλίο αλλά θα σας τα πω και προφορικά ότι η ωραία εικόνα που έχω είναι από τον μπαμπά μου κουστουμαρισμένος με τις γραβάτες. Πλάι του ήταν ο Λεόν και ο Χαουέλ και ο Ισακ Χαουέλ, όλη η οικογένεια Καράσο, Πέπο Καράσο, Τζάκο Καράσο ήταν σε αυτή την πλευρά της συναγωγής από την αριστερή προς τα βιτρό.
Ο Λεόν, ο Ιωσήφ Σαλέμ που τραγουδούσε μαζί με τον Χαλέγουα, ο Χαχάμ Αζαριά στη Τεβά και ο Λεόν Λεβί και αυτός ο Χαζάν που σε γόντωρε. Όλα αυτά είναι θελοντικά μαζί με αυτόν που ονομάζαμε Τσιτσέκ.
Λίνα: Ο Τσιτσέκ ήταν... το επίθετο είναι Βαζερλάι. Βαζερλάι λεγόταν ο άνθρωπος. Τσιτσέκ είναι στα τούρκικα το γαρίφαλο νομίζω. Και αυτοί, το έμαθα και στον Γκάμπι αυτό, να πάρουν ένα βαμποριζατέρ με κολόνια λεμονιού την οποία έφτιαχνε και ο μπαμπάς μου και κάνανε συνέχεια για να μυρίσει ωραίες συναγωγές γιατί οι αναπνοές ήταν άσχημες οπότε λίγο να απαλληθεί αυτό το πράγμα.
Λίνα: Και επίσης μία κυρία που θυμάμαι καταπληκτικά ψηλή με ένα τυρμπάν στο κεφάλι πάντα πολύ τυπική είναι η κυρία Κοέν, σύζυγος Σαλαμών Κοέν, ένας πολύ από την φυσιογνωμία του ένας υπέροχος άνθρωπος, μακρόστενο πρόσωπο, νομίζω ότι είχε γαλανά μάτια και αυτός έκανε το κοανούτ.
Λίνα: Αυτό το κοανούτ δεν το έχω ξαναζήσει, ήταν λιγμός. Καταρχήν πρέπει να είσαι με κάλσες μόνο, να μην φοράς παπούτσια. Αυτός προετοιμαζόταν γι αυτό που έκανε, το ένιωθε αυτό που έκανε και όταν άνοιγε το εχάλ και γυρνούσαμε εμείς στην πλάτη και αυτή, αυτή η φωνή έβγαινε λιγμός.
Αυτά αν δεν... δεν ξέρω σε άλλους αν πέρασαν και ξεχάστηκαν, εμένα έχουν αποτυπωθεί και αυτά βγάζω και στο βιβλίο μου ότι αυτές οι εικόνες είναι αναλύωτες.
Λίνα: Ο αδελφός μου μου λέει "ζεις με το παρελθόν," λέω "εσύ ζήσε με το μέλλον, εγώ όμως αυτό θέλω να το καταγράψω και θέλω να το αφήσω." Αυτή η εικόνα της Θεσσαλονίκης μας που μας πρόσφερε τόσα πολλά.
Αυτή η Θεσσαλονίκη που μας άφησε να βρίσκουμε ελεύθερα, να αναπτυχθούμε λογοτεχνικά, να μορφωθούμε. Τόσοι υπέροχοι άνθρωποι, τόσοι λογοτέχνες να έχουμε τη τύχη να έχουμε καταπληκτικούς καθηγητές στο πανεπιστήμιο.
Αυτό το άνοιγμα ψυχής και πνεύματος σε αυτή την πόλη εγώ δεν το έχω ξαναζήσει. Είμαι πολύ τυχερή που γεννήθηκα Θεσσαλονίκη. Σε αυτή τη συναγωγή ήτανε κάτι διαφορετικό, ήτανε χαρά.
Λίνα: Είναι των ανθρώπων που έζησαν το ολοκαύτωμα και ξαναγίνανε άνθρωποι, ξαναφτιάξανε οικογένειες που εμες, που μεγαλώσαμε με πολλή φροντίδα και πολλή αγάπη και προπάντως γι αυτό δεν μίλησαν για να μην μας θλίψουν, να μη μας τραυματίσουν.
Το μόνο τραυματισμό που εγώ θυμάμαι από τη μαμά μου ήτανε το σκοτάδι. Δεν μπορούσε το σκοτάδι, δεν μπορούσα οι γερμανικές μάρκες. Δεν έμπαινε η γερμανική μάρκα στο σπίτι μας. Ο μπαμβάς πήρε μόνο φούβερ. Δεν πηγαίναμε ποτέ σε γερμανικά έργα και κανένα παιδί δεν πήγε στο γερμανικό σχολείο.
Λίνα: Εκτός τώρα από τον Ανρέα Ασαέλ ο οποίος είναι και ο κολεξιονέρ και έκανε την Καριά, το βιβλίο Καριά, ένα υπέροχο βιβλίο και ένα τεστ ημώνι για να μείνει για τους Ιβραίους που δουλέψανε στις Καριές στα χρόνια των Γερμανών. Ένας εξαιρετικός κολεξιονέρ και ερευνητής.
Λίνα: Εκείνο επίσης που μας ένωνε, που μας ένωνε σε αυτήν την κοινότητα η Λέσχη ήρθε αργά αργά. Βέβαια η Λέσχη ήταν και το κλουπ, δεν λεγόταν Λέσχη, ήταν το κλουπ, το κλεμπ και ήταν "vamos a ir al club" για να παίξουμε "τζογάρ καρτίκας, las mujeres" να παίξουν χατάκι.
Άρχισαν κάποιες συναθρήσεις, κάποιες ομιλίες. Έγιναν έχω πολύ ωραία, θα σας δείξω να τα βγάλω από το 1978 ξέρω κι εγώ που ονομαζόταν Λέσχη Ισραηλιτών αδελφό της και εκεί πέρα μίλησε ο Ασέρ Μωυσής.
Λίνα: Οπότε αυτή η Θεσσαλονίκη ήταν Εβραιούπολη εν δυνάμει ενσωματωμένη μέσα στο γενικότερο σύνολο το οποίο μετά το πόλεμο τουλάχιστον εμείς δεν είδαμε αντιεβραϊσμό. Δεν είδαμε... ήταν καμουφλαρισμένος μπορεί, δεν ξέρω.
Αλλά νομίζω αυτοί που ήταν να κάνουν κακό το έκαναν και μετά άρχισε όχι η λύθη, η αποδοχή λόγω ολοκαυτώματος. Όχι η ανοχή, δυο λέξεις που δεν είναι δικές μου. Μου το είπε μία μητέρα στο σχολείο: "ο σύζυγός μας μας ανέχεται αλλά δεν μας αποδέχεται σαν Εβραίους."
Λίνα: Και σε εμάς στη Θεσσαλονίκη μετά το ολοκαύτωμα η ανοχή έγινε σχεδόν αποδοχή. Όταν πηγαίναμε στα μαγαζιά με τη μαμά μου και πηγαίναμε πολλοί, τελειώναμε τα μαθήματα και εγώ πηγαίναμε βόλτα.
Μόνο από την προφορά και επειδή είχα αρχίσει να μαθαίνω Εβραϊκά, ο αδελφός μου καταλαβαίνει αλλά μόνο τώρα τελευταία με τον εξάδελφο στη Γαλλία άρχισε να μιλάει. Εγώ το είχα αυτό, μ'άρεζε και ήταν και ένας μυστικός κώδικας.
Και όταν πηγαίναμε "τε πλάζε έστω, τε πλάζε λα κολόρ" αμέσως καταλάβαιναν. Εγώ δεν έλεγαν "είστε Εβραίοι;" "Αχ εγώ έσωσα Εβραίους, εγώ είχα φίλους Εβραίους που χάθηκαν, είχα την εστερούλα, είχα την τέτοια." Ψεύτηκα η αληθινά και δεν μπορώ να το κρίνω.
Λίνα: Αλλά ήτανε το σλόγγαν όπου πηγαίναμε. "Αχ δεν λέγανε είστε Εβραίοι;" Αυτό ήτανε εκ προημείου. "Αχ δεν ξέρετε εγώ πόσο αγαπούσα και πόσο στεναχωρέθηκα που χάθηκαν οι Εβραίοι και πάντα είχα μια γειτόνισσα, είχα μια φίλη." Πάντα αυτό ήταν το επιμήθειο.
Στο τρίτο μέρος της συνέντευξης, η κυρία Λίνα περιγράφει τη μοναδική εμπειρία αντισημιτισμού της παιδικής της ηλικίας, τις διατροφικές συνήθειες και το κασρούτ στο σπίτι, καθώς και την ύπαρξη εβραϊκών καταστημάτων στη Θεσσαλονίκη. Αναλύει τις σαββατιάτικες παραδόσεις με το άναμμα του καντηλιού, την τήρηση του καμπαλάτ Σαμπάτ και τη συχνότητα επισκέψεων στη συναγωγή. Περιγράφει εντυπωσιακά τη γιορτή του Γιομ Κιπούρ, τις προσωπικότητες της συναγωγής και την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα των θρησκευτικών τελετών. Κλείνει με στοχασμούς για τη μεταπολεμική ατμόσφαιρα στη Θεσσαλονίκη, όπου η ανοχή προς τους Εβραίους μετατράπηκε σταδιακά σε αποδοχή, και τη σιωπή των γονιών για το Ολοκαύτωμα προκειμένου να προστατεύσουν τα παιδιά τους.
Λίνα Ερρέρα
Απομαγνητοφώνηση
Λίνα: Μέχρι τώρα αφού είπαμε ότι ποτέ δεν είχαμε αντιεβραϊκό... τέτοιο. Η μόνη φορά.. η μόνη φορά που άκουσα "δεν θα παίξεις εσύ γιατί είσαι Εβραία" είναι στο παλιό το σπίτι του παππού.
Καθόμουν στα σκαλοπάτια, ήμουν και πολύ φιλάσθενη γιατί είχα αδενοπάθεια, οπότε δεν έπαιζα με τα παιδιά πολύ και άρα ήμουν στην ηλικία πρώτη δημοτικού. Άρα με γνωρίζαν τα παιδιά στη γειτονιά που ήταν και συμμαθητές μου.
Ήταν η καγγελόπορτα και είχε τα σκαλοπάτια που ανέβαινε στα σιδερένια επάνω. Καθόμουν εκεί και τους κοίταζα και ήταν η πρώτη φορά που πιθανόν εγώ να είπα να παίξω; Δεν το θυμάμαι αν το είπα. Πάντα θυμάμαι την απάντηση: "όχι δεν θα παίξεις γιατί είσαι Εβραία."
Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που άκουσα κάτι για τη θρησκεία μου.
Μιχάλης: Το είπατε αυτό στους γονείς σας;
Λίνα: Μπορεί ναι μπορεί όχι δεν το θυμάμαι.
Μιχάλης: Μια απορία που είχα πάντα για αυτή τη γενιά. Παίζατε ας πούμε με το... καταλάβατε καλά ο μάχος που αναφέρετε ότι παίζατε στο γερτό δωμάτιο, είναι ο ίδιος μάχος που ξέρετε έχει διάρρη σχέση με αυτό τώρα. Αυτά τα παιδιά που δεν ήταν Εβραία, Εβραιόπουλα έτσι; Ήξεραν κάποια Λαντίνο;
Λίνα: Όχι αλλά υπήρχε τέτοιο σεβασμό. Ποιά να είναι. Λοιπόν, αν ρωτήσετε τη Διάννα, τη Σοφούλα που μένει από πάνω μας και τα λοιπά θα πούνε ότι υπήρχε τέτοιο σεβασμό για τις γιορτές ότι θα ερχότανε το Ρώσο Σαλά και θα μας φέρουν γλυκά. Θα πάμε εμείς στις δικές τους ονομαστικές γιορτές και θα τους προσφέρουμε.
Θα έρθουν με λουλούδια το πέσα. Ξέρουμε ότι είναι η γιορτή σας και δεν τρώτε, γι'αυτό φέρνουμε λουλούδια. Τρώγανε τη ματσά. Ο Μάχος ακόμη να λέει για τη ματσά, για τα φαγητά της κυρίας Ματίκας.
Λίνα: Δηλαδή κόσμος και λαός μη εβραίος πέρασε από το σπίτι μας και η μαμά μου ήταν τέτοια καλή μαγείρισσα που ακόμη να ρωτήσετε αυτούς τους φίλους. Είναι τα μπαρμουνάκια "Λωστεκύρες φρύτος δε Ματίκα" - τα μπαρμουνάκια τα τηγανητά της μαμάς. Τα σαρδελίκας καζανδίκας, τις παντρεμένες τις σαρδέλες.
Δηλαδή η μαμά ήταν φοβερή μαγείρισσα, νοικοκυρά και το σπίτι μας ήταν πάντα ανοιχτό οπότε όλοι "αχ αυτές αχ κυρία Ματίκα, τι μυρωδιάς είναι αυτές κυρία Ματίκα" οι λοσμουμέλος, τα λουκουμάδες για το πέσαχ της μαμάς μου.
Όλοι. Αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στη μαμά μου, δηλαδή τι, είναι ντροπή, αλλά τέλος πάντων έτσι για το καλό. Όχι. Τρώγαμε τρώγανε στα σπίτια μας, δεν είχαμε κανένα πρόβλημα.
Λίνα: Βέβαια δεν είχαμε το κασερούτ εκείνη την εποχή άρα βέβαια δεν έπερνε χοιρινό και το ξέραν πολύ καλά οι φίλοι μας και στα σπίτια τους αποφεύγανε όταν ήμασταν εμείς. Δεν βάζανε χοιρινό οπότε υπήρχε ένας αλληλοσεβασμός υπέροχος παιδιά.
Ήτανε εμείς περάσαμε το περισσότερο χρόνο της ζωής μας με μη εβραίους στις παρέες μας. Οι εβραίοι ήταν μια άλλη κατηγορία, ναι ήταν εκεί παρόντες.
Μιχάλης: Όσον αφορά το κασερούτ στο σπίτι σας.
Λίνα: Η μαμά μου έκανε το κασερούτ, έβαζε το κρέας. Είχαμε το χασάπι μας τον κερΝίκο, είχαμε όλους δικούς μας με την έννοια ο δικός μας χασάπις, ο δικός μας τύρας, ο δικός μας κοτάς. Και τη μαμά μου τη φωνάζανε κυρία Τζάκαινα ή κυρία Τζάκο και εμένα τον Τζακούδη.
Λίνα: Άρα ο Παναγιώτης ήξερε ότι θέλουμε το καλύτερο, γλώσσες και τα λοιπά γιατί σου λέω τα οικονομικά πηγαίνανε καλύτερα άρα το επίπεδο ζωής μας ήταν πάντα από το μέσο και άνω. Που σημαίνει ότι θα πάρεις το καλύτερο ψάρι, το καλύτερο τέτοιο, το καλύτερο το καλύτερο.
Λοιπόν πηγαίναμε πιο πάνω ήταν ο κοτάς μας. Ύστερα στην Άθωνος απέναντι από το μαγαζί του παππού μου που ήταν ο παπουτσής, έγινε μετά ο Κυρκώστας, το πήρε ένας καραμολής Κυρκώστας, καταπληκτικός τυράς. Άρα το τυρί μας ήταν από τον Κυρκώστα. Απέναντι ήταν ο χασάπης μας. Είχαμε όλα τα μας.
Λίνα: Και κάτω από το σπίτι μας στη Δημητρίου Γούναρη ήταν και το μονοδικό μονάδικο το εβραϊκό. Υπήρχε στην Οδόμο Διάνο ο Ντανιέλ Ομάνο που ήταν τα καλύτερα προϊόντα και ο Σαδή. Ήταν ο Σαδή εκεί στα Λουλουδάδικα ήταν το μαγαζί του Σαδή.
Και ο Ντανιέλ Ομάνο που πουλούσε και υπέροχο πιπιτίκες, λασπιπί τίκας, τελοντζιδιός, τα σποράκια τα ψημένα και τα αυγά χαμινάδος όταν πλέον οι βαριόταν οι κυρίες να κάνουν, πουλούσε και αυτός να.
Μιχάλης: Επομένως στη Θεσσαλονίκη όταν μεγαλώνατε υπήρχαν προϊόντα εβραϊκά;
Λίνα: Ε βέβαια, μπορούσες να μπεις από τα μαγαζίκια βέβαια. Βέβαια υπήρχε στην Μωδιάνο, υπήρχαν ο Ντανιέλ Ομάνο ήταν φρούτα και τέτοιου ξηρούς καρπούς. Ο Σαδή επίσης είχε το δικό του υπήρχαν πολλά. Ήταν και ο Νατάν βέβαια, ξέχασα να πω. Ο Νατάν ο πατέρας του ήταν ο Κρεοπόλης ο Κασέρ βέβαια υπήρχε απέναντι από τη Μωδιάνο από εκεί που ήταν η συναγωγή η παλιά.
Μιχάλης: Όταν λέτε συναγωγή η παλιά ποια εννοείτε;
Λίνα: Η μικρούλα η Αζυκαρόν.
Μιχάλης: Επομένως χοιρινό δεν τρώγατε στο σπίτι. Υπήρχε κάτι άλλο ας πούμε που θυμάστε σαν κανόνα που είχατε στο σπίτι.
Λίνα: Κανόνες δεν υπήρχαν. Κανόνες γιατί με αυτά μάθαμε και με αυτά συνεχίζαμε. Δεν μας έλεγαν μη μη μη. Δεν μας μεγάλωσαν με τα μη αλλά αυτά κάνουμε αυτά είμαστε.
Τώρα, στο σπίτι των φίλων δεν υπήρχε θέμα να ρωτήσουμε γιατί δεν κάνουμε εμείς Χριστουγεννιάτικο δέντρο; Απλώς δεν κάνουμε εκ το ουκάρευ δεν το ρωτούσαμε γιατί ξέραμε δεν ξέρω έτσι μεγαλώσαμε. Αυτά είναι τα έθιμά μας δεν χρειαζόταν να πούμε παντετέρω.
Πήγαινα όμως την Διάννα εγώ εις το μάχο να στολίσουμε αλλά ποτέ δεν ζητήσαμε γιατί εμείς όχι. Άλλο εκεί άλλο εδώ.
Λίνα: Εγώ με την Διάννα πήγαινα σε όλες τις... πήγαινε η Διάννα πήγαινα κι εγώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα έκανα το σταυρό μου ή θα έπαιρνα το κεράκι. Και η Διάννα ποτέ δεν ήρθε στο σπίτι να φιλήσει τη Μεζουζά. Αυτά ήταν εκ του ουκάνεφου.
Μιχάλης: Είχατε Μεζουζά στο σπίτι;
Λίνα: Σε όλα τα δωμάτια.
Μιχάλης: Το Σάββατο κάνατε κάτι;
Λίνα: Το Σάββατο ήτανε... κοιτάξτε το Σάββατο είχαμε και σχολείο πρώτα αυτό. Άρα εμείς πηγαίναμε σχολεία είναι από αυτές που αρχίσαν οι εκπτώσεις. Οι εκπτώσεις είναι ότι ναι μεν Παρασκευή απόγευμα θα πάμε όλοι στη συναγωγή για να κάνουμε το καμπαλάτι Σαμπάτ.
Και τα παιδιά όλα που μαζευόταν από αυτά τα σχολεία τα 4-5 που σας είπα, ο Ραβίνος ο Χαχά Μαζαριά, ένας καταπληκτικός γερούλης, υπέροχος άνθρωπος - αυτός μας πάντρεψε κιόλας - έδινε στα παιδιά... ο αδελφός μου ήξερε το κιντούς και έλεγε το κιντούς ο αδελφός μου σε ηλικία 8-9 χρονών. Έλεγε ο Ρούλης Ραφαήλ έλεγε το κιντούς.
Έδινε στα παιδιά το λόγο. Σε όλες τις γιορτές πηγαίναμε στη συναγωγή και ύστερα ήταν η Λέσχη.
Λίνα: Η Λέσχη η οποία εμείς δεν πηγαίναμε πάρα πολύ γιατί είχαμε δικούς μας φίλους οπότε δεν χρειαζόταν να πηγαίναμε πάρα πολύ στη Λέσχη. Αλλά άμα έκανε όμως ένα μπαλμασκέι Λέσχη για το κουρίβ πηγαίναμε.
Ύστερα το Πέσαχ τη δεύτερη μέρα του Πέσαχ ή μάλλον τη τρίτη μέρα γιατί όλοι γιορτάζαμε πρώτη και δεύτερη, πρόσφερε στα παιδιά ένα φαγητό του Σέδερ, ας πούμε μπιζέλια με κοτόπουλο γιατί εμείς οι Σεφαραδίτες δεν τρώμε ρύζι, δεν τρώμε πατάτα, τίποτα από αυτά.
Λοιπόν, άρα και ήταν και από εκεί έχουμε πολύ ωραίες φωτογραφίες και έχουμε και από άλλες φωτογραφίες και ο σύζυγος έχει πολύ ωραίες φωτογραφίες έτσι όλοι μαζεμένοι στη Λέσχη. Κάποιοι μιλούσαν και εμείς καθισμένοι δεν ξέρω ή σε τραπέζια διάφορα.
Λίνα: Επίσης Χανουκά μας πήγαιναν οι γονείς μας στο Πατανώ ταλαβιονήρ που είναι το σημερινό σχολείο το δημοτικό και εκεί γινόταν όλες οι γιορτές οι μεγάλες. Και έχω φωτογραφία εγώ με το παλτό μου και τα λοιπά πλάι σε μια υπέροχη Χανουκιά η οποία όμως δεν είναι αληθινή, δεν είναι αναμμένη αλλά είναι πολύ διακοσμημένη με ωραία λουλούδια.
Μιχάλης: Είπατε, κάνατε καμπαλά της Σαμπάτης συναγωγή συχνά αλλά κάναμε και στο σπίτι. Ανάβαζατε κέρια;
Λίνα: Όχι κέρια, εμείς είμαστε του καντήλιου. Ήταν καντήλι του Σαμπάτ. Ήταν ποτηράκι νερό με λαδάκι και έβαζες το φυτυλάκι επάνω και άναβες. Παλιά που δεν υπήρχε και το φυτύλι η μαμά μου έβαζε βαμβακάκι, έκανε τη μυτούλα και το έβαζε και αυτό επέπλεε επάνω στο λαδάκι και αυτό ήταν το καντήλακι μας το Σαμπάτ.
Μιχάλης: Και αυτό ήταν μια παράδοση της Θεσσαλονίκης;
Λίνα: Αυτό νομίζω ότι το ήταν ολονόν γιατί δεν υπήρχαν και άλλος τρόπος να ανάψει σκαντήλι. Τώρα εγώ στο σπίτι το είδα, μπορεί να το είχε η μαμά της και η μαμά μου να το συνέχισε από τη μαμά της. Δεν το ξέρω αυτό, δεν έχω άλλη εικόνα. Αλλά πάρα πολλοί Εβραίοι το συνεχίσαν. Αλλά και πάλι εκείνη την εποχή ήταν ένα μάσκ και σιγά σιγά πάρσε ένα φθήλι ακόμη και αυτό. Εμείς το συνεχίζουμε.
Μιχάλης: Επομένως κάθε Παρασκευή απόγευμα είχατε την αίσθηση ότι είναι μια ιδιαίτερη ημέρα της εβδομάδας.
Λίνα: Οπωσδήποτε ήταν η μαμά μου. Ακόμη και το μέχρι το 2009 η μαμά μαγείρευε και για το Σαμπάτ. Ήταν όλη την ημέρα δηλαδή από το πρωί. Τα ψώνια είχαν γίνει από την Πέμπτη. Παρασκευή ήταν κουζίνα οπότε μαγείρευε και για το Σαμπάτ, άναβε το καντήλι και ύστερα ήτανε το μπάνιο, το μπάνιο της καθαριότητας του Σαμπάτ, ήτανε η ερωτελεστία.
Και μετά λέγαμε Σαμπάτ Σαλόμ δηλαδή ερχόταν και ο μπαμπάς να καθίσουμε γύρω από το τραπέζι να πούμε το κιντούς, να κάνουμε καβαλάρ Σαμπάτ και να πούμε Σαμπάτ Σαλόμ.
Λίνα: Σε πληροφορώ όταν ήταν να δώσουμε, είχαμε φροντιστήριο για Πανελλήνιες, μας έλεγε ότι ή δεν θα πάτε ή για την Παρασκευή αν συνέπευε τα μαθήματα γιατί είναι η ώρα του Σαμπάτ και δεν θα πάτε θα το χάνετε αυτό το μάθημα.
Και ύστερα όταν θέλαμε να βγούμε μεγαλώνοντας δεν υπήρχε περίπτωση. Θα κάνουμε πρώτα καβαλάρ Σαμπάτ και ύστερα είστε ελεύθεροι. Είχαμε ελευθερίες, δεν είχαμε απαγορεύσεις. Προς Θεού δεν πρόκειται να βγει, όχι θα γίνουνε με κάποια κομπρομή, με κάποια άλλα θα γίνουνε.
Μιχάλης: Και πόσες φορές θα λέγατε ως παιδί και ως έφηβη ίσως αργότερα που μένατε με τους γονείς σας, πόσες φορές το χρόνο πηγαίνατε στη Συναγωγή; Μιλάμε για Θεσσαλονίκη, είστε ακόμα παιδί.
Λίνα: Θεσσαλονίκη πηγαίναμε στις μεγάλες γιορτές. Πηγαίναμε πολλές φορές στα καβαλά του σαμπάτ που πηγαίναμε με το σχολείο. Ύστερα όταν πήγαμε γυμνάσιο όχι, ατόνισε.
Λίνα: Οι γονείς μας εδώ πρέπει να σας κάνω μια μεγάλη παρέθεια. Πηγαίναν στη Συναγωγή για να κάνουνε τα μελντάδος. Μελντάδος είναι τα επιμνημώ, τα μνημόσυνα.
Δεν μας έλεγαν τίποτα. Ο μπαμπάς τον Φεβρουάριο είναι η επιμνημόσυνη δέηση για όλα, για όλα τα θύματα του ολοκαυτώματος τα οποία δεν έχουνε βρεθεί, δεν έχουνε ταυτοποιηθεί. Ήταν η ημέρα που ο μπαμπάς έκανε, όταν μεγαλώσαμε μας το είπε. Ήταν μέσα στο Φεβρουάριο και ο μπαμπάς πήγαινε και έκανε για όλη την οικογένεια ένα γενικό μελντάδο.
Λίνα: Ο μπαμπάς μου επίσης στα νεκροταφεία πριν από τις γιορτές, επειδή ήτανε όλοι τον είχαν ερουντίδη δηλαδή άνθρωπος σοφός και πολύ μελετημένος, ανελάβανε να κάνει ασκαβότ και να εφόσον υπήρχε κόσμος να κάνει και το καντής για φίλους οι οποίοι δεν είχανε άρρενες συγγενείς και τα λοιπά.
Είχε μία μιτσουβά ο μπαμπάς να κάνει για όλους ασκαβάκι ή να ρίξει καντής για ανθρώπους που τον ζητούσαν να το κάνει.
Μιχάλης: Που να πούμε λιγάκι ασκαβότ είναι η επιμνημόσυνο έτσι..
Λίνα: Ναι όταν δεν υπάρχουν 10 άτομα άρρενα παρόντα. Καντής είναι επιμνημόσυνοδέηση η οποία δεν μιλάει, δεν είναι θλιβερή από την ίδια φύση αλλά χρειάζεται παρουσία 10 ατόμων για να γίνει το καντής και να υποθεί αυτά.
Μιχάλης: Και επομένως πηγαίνατε στις μεγάλες. Ας πούμε όταν πηγαίνατε φαντάζομαι στο Γιώργο Κιπούρ.
Λίνα: Στο Γιώργο Κιπούρ το γράφω και στο βιβλίο, είναι κάτι εξαιρετικό. Καταρχήν ήταν το γεγονός. Ρωσανά και Κιπούρ ήταν το γεγονός. Άρα εκεί έπρεπε να ραφτούνε όλες οι κυρίες, να φορέσουν όλες τα καλά τους. Το Κιπούρ αλλάζανε τρεις φορές την ημέρα. Έπρεπε να τα δείξουμε όλα αυτά τα ρούχα.
Λίνα: Μάλιστα η οικογένεια Νατά, αυτή είχαν έπιπλα στην Τσιμισκή και η μαμά τους ήταν από το Βόλο πολύ καλοαναθρεμένη και μεγάλω τα παιδιά της, με τα κορίτσια της με πάρα πολλούς τρόπους έτσι να είναι κομιλφό και πολύ νέα.
Αυτά τα κορίτσια φορέσανε και γάντια δαντελένια. Τις έφερνε και τώρα αν τη δεις ας πούμε την Έφη είναι αγνώριστη και μοντέρνα και τέτοια αλλά η μαμά τους τους είχε εκεί η Σούζα μη τύχων και ξεφύγουν από τη μόδα ή από αυτό που είχε στο μυαλό της η μαμά.
Λίνα: Εμένα δεν ξέρω γιατί είχα μία έφεση στον Εβρισμό από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου βλέποντας τον μπαμπά μου μεγαλώνοντας αυτή την οικογένεια ενώ άλλητε ήταν πιο φιλελεύθεροι εγώ έγινα πιο κοντά, έρχομουνα πιο κοντά και άρχισα να διαβάζω γιατί ο μπαμπάς μου με έφερνε βιβλία και εγώ τα ρούφαγα.
Και ένα πολύ μεγάλο βιβλίο που έπαιξε και ρόλο στη ζωή μου είναι το έξοδος. Εκείνο είναι η σιωνιστική μου κλίση, ξαφνικά ανακάλυψα Ισραήλ.
Μιχάλης: Το βιβλίο για το πλοίο εννοείται;
Λίνα: Το βιβλίο το οποίο ήταν και έργο, έγινε και έργο. Και το άλλο ήταν τις μεγάλες μορφές του Ισραήλ σε πρώτη μορφή. Έχω επίσης βιβλία του θείου του Μόνη που αυτά κανονικά τα θάβουνε, τα βιβλία ποτέ δεν τα πετάνε σε γκενιζά.
Λίνα: Αυτό τώρα διαβάζοντας για το δικαιώματα των Εβραίων στις κοινότητες ανακάλυψα ότι η μόνη εβραϊκή κοινότητα που έθαβε κάθε χρόνο ότι παλιό υπήρχε που δεν έπρεπε να πεταχτεί είναι η κοινότητα της Ρόδου και το κάνανε στο Λαγκ Μπαόμερ τελετή σαν πομπή με όλα τα παλιά τους τα βιβλία ή σκεύη τα οποία ήταν παλιά και δεν μπορούσαν και η μόνη γκενιζά που υπήρχε ήταν στη Ρόδο όπως το ξέρω εγώ διαβάζοντας και μελετώντας και ψάχνοντας αυτή τη στιγμή για το δεύτερο μου το βιβλίο.
Μιχάλης: Και γιατί έπρεπε να θαυτούνε αυτά τα βιβλία;
Λίνα: Γιατί νομίζω ότι αυτά δεν έπρεπε να επειδή είναι ιερά δεν έπρεπε να σκιστούνε, δεν έπρεπε να καούνε. Ουσιαστικά η καύση απέχει από τον Εβραϊσμό. Στην ουσία κάνεις κηδεία στα βιβλία που έχουν την ιερή γραφή.
Μιχάλης: Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον.
Μιχάλης: Πόσος κόσμος υπολογίζεται ότι μαζευόταν στη συναγωγή;
Λίνα: Στη συναγωγή και έξω υπήρχε κόσμος, δεν χωρούσε ο κόσμος. Στη Θεσσαλονίκη επίσης υπήρχαν και κάποιες θέσεις για το... των πιο πλουσίων αλλά.
Μιχάλης: Για την γιάτρες καρόν μιλάμε;
Λίνα: Όχι όχι μοναστηριωτών. Μοναστηριωτών.
Μιχάλης: Άρα η μοναστηριωτών γέμιζε;
Λίνα: Ναι. Μα ήταν ολόκληρο γεγονός αυτό το πράγμα. Έκλεινε ο δρόμος από τους Εβραίους το πήγαινε έλα, σταματούσε η κίνηση στη σύγκριση. Αυτό το δρόμο μπροστά εμείς τα παιδιά παίζαμε στον αυλόγυρο. Έχει πίσω και μια βρυσούλα και τα λοιπά.
Λίνα: Και σιγά σιγά μεγαλώντας καλά ο αδελφός μου, όλος ο κόσμος ήξερε τις κλωτσίες του αδελφού μου. Όλοι ήταν με μελανιές στα πόδια από τον αδελφό μου. Μόλις πήγες να του κάνεις "ααα αα τι κάνεις πάρε μια κλωτσία." Ήταν ζωηρούλης, χαριτωμένος με πολλούς φίλους και το μεσημέρι η μαμά... ο μπαμπάς έμενε πάντα εκεί.
Λίνα: Γράφω επίσης στο βιβλίο αλλά θα σας τα πω και προφορικά ότι η ωραία εικόνα που έχω είναι από τον μπαμπά μου κουστουμαρισμένος με τις γραβάτες. Πλάι του ήταν ο Λεόν και ο Χαουέλ και ο Ισακ Χαουέλ, όλη η οικογένεια Καράσο, Πέπο Καράσο, Τζάκο Καράσο ήταν σε αυτή την πλευρά της συναγωγής από την αριστερή προς τα βιτρό.
Ο Λεόν, ο Ιωσήφ Σαλέμ που τραγουδούσε μαζί με τον Χαλέγουα, ο Χαχάμ Αζαριά στη Τεβά και ο Λεόν Λεβί και αυτός ο Χαζάν που σε γόντωρε. Όλα αυτά είναι θελοντικά μαζί με αυτόν που ονομάζαμε Τσιτσέκ.
Λίνα: Ο Τσιτσέκ ήταν... το επίθετο είναι Βαζερλάι. Βαζερλάι λεγόταν ο άνθρωπος. Τσιτσέκ είναι στα τούρκικα το γαρίφαλο νομίζω. Και αυτοί, το έμαθα και στον Γκάμπι αυτό, να πάρουν ένα βαμποριζατέρ με κολόνια λεμονιού την οποία έφτιαχνε και ο μπαμπάς μου και κάνανε συνέχεια για να μυρίσει ωραίες συναγωγές γιατί οι αναπνοές ήταν άσχημες οπότε λίγο να απαλληθεί αυτό το πράγμα.
Λίνα: Και επίσης μία κυρία που θυμάμαι καταπληκτικά ψηλή με ένα τυρμπάν στο κεφάλι πάντα πολύ τυπική είναι η κυρία Κοέν, σύζυγος Σαλαμών Κοέν, ένας πολύ από την φυσιογνωμία του ένας υπέροχος άνθρωπος, μακρόστενο πρόσωπο, νομίζω ότι είχε γαλανά μάτια και αυτός έκανε το κοανούτ.
Λίνα: Αυτό το κοανούτ δεν το έχω ξαναζήσει, ήταν λιγμός. Καταρχήν πρέπει να είσαι με κάλσες μόνο, να μην φοράς παπούτσια. Αυτός προετοιμαζόταν γι αυτό που έκανε, το ένιωθε αυτό που έκανε και όταν άνοιγε το εχάλ και γυρνούσαμε εμείς στην πλάτη και αυτή, αυτή η φωνή έβγαινε λιγμός.
Αυτά αν δεν... δεν ξέρω σε άλλους αν πέρασαν και ξεχάστηκαν, εμένα έχουν αποτυπωθεί και αυτά βγάζω και στο βιβλίο μου ότι αυτές οι εικόνες είναι αναλύωτες.
Λίνα: Ο αδελφός μου μου λέει "ζεις με το παρελθόν," λέω "εσύ ζήσε με το μέλλον, εγώ όμως αυτό θέλω να το καταγράψω και θέλω να το αφήσω." Αυτή η εικόνα της Θεσσαλονίκης μας που μας πρόσφερε τόσα πολλά.
Αυτή η Θεσσαλονίκη που μας άφησε να βρίσκουμε ελεύθερα, να αναπτυχθούμε λογοτεχνικά, να μορφωθούμε. Τόσοι υπέροχοι άνθρωποι, τόσοι λογοτέχνες να έχουμε τη τύχη να έχουμε καταπληκτικούς καθηγητές στο πανεπιστήμιο.
Αυτό το άνοιγμα ψυχής και πνεύματος σε αυτή την πόλη εγώ δεν το έχω ξαναζήσει. Είμαι πολύ τυχερή που γεννήθηκα Θεσσαλονίκη. Σε αυτή τη συναγωγή ήτανε κάτι διαφορετικό, ήτανε χαρά.
Λίνα: Είναι των ανθρώπων που έζησαν το ολοκαύτωμα και ξαναγίνανε άνθρωποι, ξαναφτιάξανε οικογένειες που εμες, που μεγαλώσαμε με πολλή φροντίδα και πολλή αγάπη και προπάντως γι αυτό δεν μίλησαν για να μην μας θλίψουν, να μη μας τραυματίσουν.
Το μόνο τραυματισμό που εγώ θυμάμαι από τη μαμά μου ήτανε το σκοτάδι. Δεν μπορούσε το σκοτάδι, δεν μπορούσα οι γερμανικές μάρκες. Δεν έμπαινε η γερμανική μάρκα στο σπίτι μας. Ο μπαμβάς πήρε μόνο φούβερ. Δεν πηγαίναμε ποτέ σε γερμανικά έργα και κανένα παιδί δεν πήγε στο γερμανικό σχολείο.
Λίνα: Εκτός τώρα από τον Ανρέα Ασαέλ ο οποίος είναι και ο κολεξιονέρ και έκανε την Καριά, το βιβλίο Καριά, ένα υπέροχο βιβλίο και ένα τεστ ημώνι για να μείνει για τους Ιβραίους που δουλέψανε στις Καριές στα χρόνια των Γερμανών. Ένας εξαιρετικός κολεξιονέρ και ερευνητής.
Λίνα: Εκείνο επίσης που μας ένωνε, που μας ένωνε σε αυτήν την κοινότητα η Λέσχη ήρθε αργά αργά. Βέβαια η Λέσχη ήταν και το κλουπ, δεν λεγόταν Λέσχη, ήταν το κλουπ, το κλεμπ και ήταν "vamos a ir al club" για να παίξουμε "τζογάρ καρτίκας, las mujeres" να παίξουν χατάκι.
Άρχισαν κάποιες συναθρήσεις, κάποιες ομιλίες. Έγιναν έχω πολύ ωραία, θα σας δείξω να τα βγάλω από το 1978 ξέρω κι εγώ που ονομαζόταν Λέσχη Ισραηλιτών αδελφό της και εκεί πέρα μίλησε ο Ασέρ Μωυσής.
Λίνα: Οπότε αυτή η Θεσσαλονίκη ήταν Εβραιούπολη εν δυνάμει ενσωματωμένη μέσα στο γενικότερο σύνολο το οποίο μετά το πόλεμο τουλάχιστον εμείς δεν είδαμε αντιεβραϊσμό. Δεν είδαμε... ήταν καμουφλαρισμένος μπορεί, δεν ξέρω.
Αλλά νομίζω αυτοί που ήταν να κάνουν κακό το έκαναν και μετά άρχισε όχι η λύθη, η αποδοχή λόγω ολοκαυτώματος. Όχι η ανοχή, δυο λέξεις που δεν είναι δικές μου. Μου το είπε μία μητέρα στο σχολείο: "ο σύζυγός μας μας ανέχεται αλλά δεν μας αποδέχεται σαν Εβραίους."
Λίνα: Και σε εμάς στη Θεσσαλονίκη μετά το ολοκαύτωμα η ανοχή έγινε σχεδόν αποδοχή. Όταν πηγαίναμε στα μαγαζιά με τη μαμά μου και πηγαίναμε πολλοί, τελειώναμε τα μαθήματα και εγώ πηγαίναμε βόλτα.
Μόνο από την προφορά και επειδή είχα αρχίσει να μαθαίνω Εβραϊκά, ο αδελφός μου καταλαβαίνει αλλά μόνο τώρα τελευταία με τον εξάδελφο στη Γαλλία άρχισε να μιλάει. Εγώ το είχα αυτό, μ'άρεζε και ήταν και ένας μυστικός κώδικας.
Και όταν πηγαίναμε "τε πλάζε έστω, τε πλάζε λα κολόρ" αμέσως καταλάβαιναν. Εγώ δεν έλεγαν "είστε Εβραίοι;" "Αχ εγώ έσωσα Εβραίους, εγώ είχα φίλους Εβραίους που χάθηκαν, είχα την εστερούλα, είχα την τέτοια." Ψεύτηκα η αληθινά και δεν μπορώ να το κρίνω.
Λίνα: Αλλά ήτανε το σλόγγαν όπου πηγαίναμε. "Αχ δεν λέγανε είστε Εβραίοι;" Αυτό ήτανε εκ προημείου. "Αχ δεν ξέρετε εγώ πόσο αγαπούσα και πόσο στεναχωρέθηκα που χάθηκαν οι Εβραίοι και πάντα είχα μια γειτόνισσα, είχα μια φίλη." Πάντα αυτό ήταν το επιμήθειο.

