Απομαγνητοφώνηση
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θα ήθελα να μας πείτε το όνομά σας, το όνομα των γονιών σας και την ηλικία σας.
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Ναι. Ονομάζομαι Μαρτές Βαδίας, ο πατέρας μου λεγόταν Ισάβας Βαδίας, η μητέρα μου Άννα. Γεννήθηκα το μακρινό 1969.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θα ήθελα να έχετε κάποια ανάμνηση από τα βιώματά σας ως παιδί εβραϊκής οικογένειας.
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Έρχονται πολλές αναμνήσεις, διότι έτυχα, έγινα τυχερός, να μεγαλώσω σε μια περίοδο που η κοινότητα άκμαζε και υπήρχαν πολλά άτομα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θυμόσαστε πόσα περίπου;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Πάνω από 100 οικογένειες.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Α, είναι αρκετές.
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Σίγουρα. Δηλαδή η συναγωγή και εδώ η Λέσχη ήταν πάντα γεμάτες. Πολλές φορές θυμούμαι στη συναγωγή δεν βρίσκανε θέσεις να καθίσουν, ειδικά οι γυναίκες.
Υπάρχουν ωραίες μνήμες, και οπτικές και ακουστικές, διότι την εποχή είχαμε την τύχη να έχουμε έναν ιδιαίτερα καλήφωνο και προσιτό ραβίνο, τον κύριο Βιτάλ.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Πραγματικά καλήφωνος. Κερκυραίος, δεν ήτανε;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Κερκυραίος. Και τα έλεγε με την κερκυραϊκή μελωδία και μας άφησε μεγάλη παρακαταθήκη. Και είμαστε και τυχεροί διότι αυτή τη στιγμή έχουμε τον Μάκη, τον Μωυσή, ο οποίος μας μαθαίνει όλο και περισσότερο. Ο Μάκης είναι ποιοτικός άνθρωπος.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Ήσασταν και πολύ κοντά στον κύριο Βιτάλη;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Ήμουν μικρό παιδάκι του αρχαίου Δημοτικού. Είχα μια ιδιαίτερη έφεση στην ψαλτική και στο λειτουργικό κομμάτι. Ο κύριος Βιτάλης το αντιλήφθηκε αυτό και μου είπε «έλα εδώ εσύ».
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μήπως θυμάσαι να μας πεις και ένα από αυτά τα τραγούδια;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Χαρακτηριστικά έχω ακουστικές μνήμες, οι οποίες τις κράτησα μέσα μου και κάποια στιγμή τώρα μεγάλος πλέον ασχολήθηκα να ξαναθυμηθώ και να διαβάσω. Είχα τις μελωδίες στο μυαλό μου.
Δεν άκουσα πουθενά τέτοια ωραία μελωδία και τέτοια ωραία φωνή. Ευτυχώς έχουμε κασέτες που είναι με ηχογραφημένη η φωνή του. Το όμορφο είναι ότι αυθόρμητα δεχθήκαμε και υιοθετήσαμε αυτή τη μουσική. Μας πέρασε υποσυνείδητα.
Το πρώτο κομμάτι που μου είχε μάθει ήταν ένα κομμάτι του Κιπούρ. Το πρώτο κομμάτι που μου έμαθε και με έβαλε να ψάλλω εγώ πρώτη φορά.
Τότε ήμασταν ο κύριος Εύκος, ο κύριος Μωρίς Φρασές, ο Μάκης φοιτητής τότε, νέο παιδί, και εγώ Βενιαμίν.
Υπάρχει ένα πολύ ωραίο κομμάτι, ένας ύμνος, που το θυμόμουν αχνά εγώ τη μελωδία, αλλά με βοήθησε ο Μάκης και το έμαθα με τον τρόπο που το έλεγε ο συγχωρημένος. Είναι το «Κέτελ γη τε νου λεχά…»
(ακολουθεί ψαλμωδία)
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Υπήρξε οργάνωση όσον αφορά το κομμάτι της καλλιέργειας; Δηλαδή να μάθουμε για τη σημασία του εβραϊσμού, τι πιστεύουμε, τις γιορτές, τη σημασία τους στην εβραϊκή γλώσσα ώστε να μπορούμε να διαβάζουμε;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Εγώ όταν ήμουν φοιτητής στη Ρώμη και έπαιρνα το τραμ που περνούσε κοντά από την κεντρική συναγωγή, έβλεπα όλους τους πατεράδες, παππούδες, εγγονούς που πήγαιναν στη συναγωγή. Στη συναγωγή έβλεπα σχεδόν όλους να ψέλνουν και να ξέρουν εβραϊκά.
Τότε στάθηκα μη ονεικτικά. Δεν υπήρξε αυτή η θέληση και η δική μας ίσως και των γονιών μας, γιατί θα μπορούσαν κάπως να μας οργανώσουν μαθήματα. Όπως πάμε να μάθουμε μια ξένη γλώσσα, θα μπορούσε η κοινότητα να οργανώσει μαθήματα.
Δεν νομίζω ότι δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα. Νομίζω ότι δεν υπήρξε ιδιαίτερη διάθεση από εμάς τους ίδιους. Όταν μας έλεγαν να πάμε για μάθημα, δεν είχαμε και τόση όρεξη, γιατί το παίρναμε σαν μια άλλη σχολική υποχρέωση.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μπαρ Μιτσβά κάνατε;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Μπαρ Μιτσβά έκανα, ναι. Το 1967, που ήταν η Χούντα. Τότε πήραμε ειδική άδεια, γιατί είχαν έρθει από την Αθήνα οι αδερφοί του πατέρα μου. Είχε γεμίσει το κάλ και πήραμε ειδική άδεια για να γίνει το μπαρ μιτσβά. Μετά πήγαμε έξω και κάναμε τραπέζι.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μετά το γιορτ κάνατε τραπέζι;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Κάναμε τραπέζι, ναι. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, αλλά πρέπει να ήταν συγγενείς και φίλοι. Θυμάμαι όμως ότι ήταν γεμάτο το κάλ.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Βλέπετε διαφορές στον τρόπο που τελούνται τώρα;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Ναι. Εγώ έτυχα στην εποχή που άρχισε να γίνεται, πέραν της θρησκευτικής τελετής, και κάποιο τραπέζι με κόσμο. Δηλαδή έγινε και κοινωνική εκδήλωση.
Παλαιότερα ήταν πιο πολύ το θρησκευτικό κομμάτι και η ουσία. Μετά, με την ανάπτυξη και την οικονομική δυνατότητα, ο κόσμος μπορούσε να ξοδέψει περισσότερο. Νομίζω λόγω αυτού άλλαξε και ο τρόπος.
Ο Ματθαίος Οβαδίας γεννημένος το 1969, θυμάται τα παιδικά του χρόνια σε μια περίοδο όπου η εβραϊκή κοινότητα αριθμούσε πάνω από 100 οικογένειες και η Συναγωγή, όπως και η Λέσχη, ήταν γεμάτες ζωή. Ξεχωριστή θέση στις μνήμες του κατέχει ο ραβίνος Βιτάλ από την Κέρκυρα, με τη χαρακτηριστική μελωδία και τη βαθιά φωνή του. Από μικρή ηλικία έδειξε κλίση στην ψαλτική, την οποία ο ραβίνος διέκρινε και τον ενθάρρυνε να συμμετέχει ενεργά στη λειτουργία. Οι μελωδίες του Κιπούρ και οι ύμνοι που έμαθε τότε χαράχτηκαν μέσα του, σε βαθμό που αργότερα αναζήτησε και ξαναμελέτησε το λειτουργικό ρεπερτόριο. Αναγνωρίζει ότι, παρά τη ζωντάνια της κοινότητας, δεν υπήρξε οργανωμένη και συστηματική εκπαίδευση στην εβραϊκή γλώσσα για τη γενιά του — ίσως και λόγω έλλειψης διάθεσης από τα ίδια τα παιδιά. Η εμπειρία του ως φοιτητής στη Ρώμη, όπου είδε οικογένειες να ψέλνουν όλοι μαζί γνωρίζοντας εβραϊκά, τον έκανε να συνειδητοποιήσει αυτή την απουσία. Θυμάται το μπαρ μιτσβά του, σε μια εποχή πολιτικών περιορισμών, όταν χρειάστηκε ειδική άδεια για να παρευρεθούν συγγενείς. Παρατηρεί επίσης τη μετάβαση των μπαρ μιτσβά από καθαρά θρησκευτικές τελετές σε πιο κοινωνικές εκδηλώσεις, καθώς οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες άλλαξαν. Μια μαρτυρία που αναδεικνύει τη σημασία της μουσικής, της συλλογικότητας και της προσωπικής μνήμης στη διατήρηση της εβραϊκής ταυτότητας.
Ματθαίος Οβαδίας
Απομαγνητοφώνηση
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θα ήθελα να μας πείτε το όνομά σας, το όνομα των γονιών σας και την ηλικία σας.
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Ναι. Ονομάζομαι Μαρτές Βαδίας, ο πατέρας μου λεγόταν Ισάβας Βαδίας, η μητέρα μου Άννα. Γεννήθηκα το μακρινό 1969.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θα ήθελα να έχετε κάποια ανάμνηση από τα βιώματά σας ως παιδί εβραϊκής οικογένειας.
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Έρχονται πολλές αναμνήσεις, διότι έτυχα, έγινα τυχερός, να μεγαλώσω σε μια περίοδο που η κοινότητα άκμαζε και υπήρχαν πολλά άτομα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θυμόσαστε πόσα περίπου;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Πάνω από 100 οικογένειες.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Α, είναι αρκετές.
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Σίγουρα. Δηλαδή η συναγωγή και εδώ η Λέσχη ήταν πάντα γεμάτες. Πολλές φορές θυμούμαι στη συναγωγή δεν βρίσκανε θέσεις να καθίσουν, ειδικά οι γυναίκες.
Υπάρχουν ωραίες μνήμες, και οπτικές και ακουστικές, διότι την εποχή είχαμε την τύχη να έχουμε έναν ιδιαίτερα καλήφωνο και προσιτό ραβίνο, τον κύριο Βιτάλ.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Πραγματικά καλήφωνος. Κερκυραίος, δεν ήτανε;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Κερκυραίος. Και τα έλεγε με την κερκυραϊκή μελωδία και μας άφησε μεγάλη παρακαταθήκη. Και είμαστε και τυχεροί διότι αυτή τη στιγμή έχουμε τον Μάκη, τον Μωυσή, ο οποίος μας μαθαίνει όλο και περισσότερο. Ο Μάκης είναι ποιοτικός άνθρωπος.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Ήσασταν και πολύ κοντά στον κύριο Βιτάλη;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Ήμουν μικρό παιδάκι του αρχαίου Δημοτικού. Είχα μια ιδιαίτερη έφεση στην ψαλτική και στο λειτουργικό κομμάτι. Ο κύριος Βιτάλης το αντιλήφθηκε αυτό και μου είπε «έλα εδώ εσύ».
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μήπως θυμάσαι να μας πεις και ένα από αυτά τα τραγούδια;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Χαρακτηριστικά έχω ακουστικές μνήμες, οι οποίες τις κράτησα μέσα μου και κάποια στιγμή τώρα μεγάλος πλέον ασχολήθηκα να ξαναθυμηθώ και να διαβάσω. Είχα τις μελωδίες στο μυαλό μου.
Δεν άκουσα πουθενά τέτοια ωραία μελωδία και τέτοια ωραία φωνή. Ευτυχώς έχουμε κασέτες που είναι με ηχογραφημένη η φωνή του. Το όμορφο είναι ότι αυθόρμητα δεχθήκαμε και υιοθετήσαμε αυτή τη μουσική. Μας πέρασε υποσυνείδητα.
Το πρώτο κομμάτι που μου είχε μάθει ήταν ένα κομμάτι του Κιπούρ. Το πρώτο κομμάτι που μου έμαθε και με έβαλε να ψάλλω εγώ πρώτη φορά.
Τότε ήμασταν ο κύριος Εύκος, ο κύριος Μωρίς Φρασές, ο Μάκης φοιτητής τότε, νέο παιδί, και εγώ Βενιαμίν.
Υπάρχει ένα πολύ ωραίο κομμάτι, ένας ύμνος, που το θυμόμουν αχνά εγώ τη μελωδία, αλλά με βοήθησε ο Μάκης και το έμαθα με τον τρόπο που το έλεγε ο συγχωρημένος. Είναι το «Κέτελ γη τε νου λεχά…»
(ακολουθεί ψαλμωδία)
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Υπήρξε οργάνωση όσον αφορά το κομμάτι της καλλιέργειας; Δηλαδή να μάθουμε για τη σημασία του εβραϊσμού, τι πιστεύουμε, τις γιορτές, τη σημασία τους στην εβραϊκή γλώσσα ώστε να μπορούμε να διαβάζουμε;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Εγώ όταν ήμουν φοιτητής στη Ρώμη και έπαιρνα το τραμ που περνούσε κοντά από την κεντρική συναγωγή, έβλεπα όλους τους πατεράδες, παππούδες, εγγονούς που πήγαιναν στη συναγωγή. Στη συναγωγή έβλεπα σχεδόν όλους να ψέλνουν και να ξέρουν εβραϊκά.
Τότε στάθηκα μη ονεικτικά. Δεν υπήρξε αυτή η θέληση και η δική μας ίσως και των γονιών μας, γιατί θα μπορούσαν κάπως να μας οργανώσουν μαθήματα. Όπως πάμε να μάθουμε μια ξένη γλώσσα, θα μπορούσε η κοινότητα να οργανώσει μαθήματα.
Δεν νομίζω ότι δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα. Νομίζω ότι δεν υπήρξε ιδιαίτερη διάθεση από εμάς τους ίδιους. Όταν μας έλεγαν να πάμε για μάθημα, δεν είχαμε και τόση όρεξη, γιατί το παίρναμε σαν μια άλλη σχολική υποχρέωση.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μπαρ Μιτσβά κάνατε;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Μπαρ Μιτσβά έκανα, ναι. Το 1967, που ήταν η Χούντα. Τότε πήραμε ειδική άδεια, γιατί είχαν έρθει από την Αθήνα οι αδερφοί του πατέρα μου. Είχε γεμίσει το κάλ και πήραμε ειδική άδεια για να γίνει το μπαρ μιτσβά. Μετά πήγαμε έξω και κάναμε τραπέζι.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μετά το γιορτ κάνατε τραπέζι;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Κάναμε τραπέζι, ναι. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, αλλά πρέπει να ήταν συγγενείς και φίλοι. Θυμάμαι όμως ότι ήταν γεμάτο το κάλ.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Βλέπετε διαφορές στον τρόπο που τελούνται τώρα;
ΜΑΤΘΑΙΟΣ (ΜΑΡΤΕΣ) ΒΑΔΙΑΣ: Ναι. Εγώ έτυχα στην εποχή που άρχισε να γίνεται, πέραν της θρησκευτικής τελετής, και κάποιο τραπέζι με κόσμο. Δηλαδή έγινε και κοινωνική εκδήλωση.
Παλαιότερα ήταν πιο πολύ το θρησκευτικό κομμάτι και η ουσία. Μετά, με την ανάπτυξη και την οικονομική δυνατότητα, ο κόσμος μπορούσε να ξοδέψει περισσότερο. Νομίζω λόγω αυτού άλλαξε και ο τρόπος.

