Απομαγνητοφώνηση
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Ήθελαμε λίγο να μας πεις Μάκη το όνομά σου, την ηλικία σου και τα ονόματα των γονιών σου.
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Ε, το όνομά μου είναι... με φωνάζουμε Μάκη, αλλά είναι Μεναχέμ. Έτσι το εβραϊκό όνομα Μεναχέμ Μωυσής. Μωυσής είναι επώνυμο στην οικογένειά μου. Έτσι ο πατέρας μου λεγόταν Αβραάμ και η μητέρα μου Ματούλα. Έτσι λοιπόν.
Ε τώρα όσον αφορά τις συνήθειες ας πούμε για το σαμπάτ, για το σαμπάτι. Η μητέρα μου δεν μαγείρευε για το σαμπά. Είχε τελειώσει ό,τι έχει σχέση με το σπίτι την Παρασκευή το μεσημέρι. Από κει και πέρα δεν έκανε τίποτα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Όμως παραδοσιακά τι τρώγατε; Πες μας λίγο το πώς Καμπαλάτ Σαμπάτ πώς κάνατε, που είναι η μεγαλύτερη γιορτή του Εβραϊσμού;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Καμπαλάτ Σαμπάτ τότε, η κοινότητα του Βόλου είχε πάρα πολλά μέλη. Δηλαδή θυμάμαι ότι ο γυναικωνίτης αλλά και κάτω γέμιζε.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Άρα γινόταν η λειτουργία στη συναγωγή;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Γινόταν, γινόταν και γινότανε και το Σάββατο το πρωί. Ο πατέρας μου παραδείγματος χάρη, κάθε Σάββατο πρωί 6 η ώρα, είτε ήταν χειμώνας είτε ήταν καλοκαίρι, όχι μόνο ο πατέρας μου και άλλοι, ερχότανε στη συναγωγή, γινότανε η λειτουργία.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Στα λαντίνο ή στα ελληνικά; Ή στα εβραϊκά;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Η λειτουργία γινόταν στα εβραϊκά. Στα εβραϊκά. Όχι. Γιατί τα επόμενα χρόνια γίνεται πάρα πολύ και στα ελληνικά ένα μεγάλο μέρος της. Εμείς ακόμα δεν κάναμε στα ελληνικά. Κάναμε στα εβραϊκά.
Βέβαια έχουνε εκδοθεί αρκετές μεταφράσεις και βιβλία και μπορεί κάποιος που θέλει να καταλάβει τι ακριβώς λέμε να διαβάσει, να παρακολουθήσει. Καμιά φορά εγώ τους παροτρύνω. Δεν έχει σημασία αν είσαι ακριβώς στο σημείο που διαβάζουμε τώρα. Να διαβάσεις όσο μπορείς. Μετά λίγο παρακάτω, λίγο παρακάτω. Κάποια στιγμή θα έχεις μια γενική εικόνα το τι ακριβώς λέμε εδώ πέρα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Να ρωτήσω λίγο, για τα φαγητά που συνδέονται με την Παρασκευή το βράδυ. Είχατε κάποιο ιδιαίτερο φαγητό που μαγειρεύετε το Πέσαχ, Ρος Ασανά;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Όχι ιδιαίτερα. Το Πέσαχ έκανε η μητέρα μου τις μασαΐκες. Ναι, μασαΐκες. Και στη Λάρισα, γιατί ήταν από τη Λάρισα, έκανε τον τσίκος. Δηλαδή ήταν από τα σπανάκια τα κοτσάνια. Έβγαζε τα φύλλα και τα κοτσάνια τα μαγείρευε. Ακολουθούσε το διαιτολόγιο και αυτά που μαγείρευε ήταν σύμφωνα με τις παραδόσεις γενικά.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Την Παρασκευή το βράδυ κάνατε και εσείς παστέλ;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Έφτιαχνε η μητέρα μου παστέλι. Και εγώ όταν πήγαινα στο φούρνο… Το Σάββατο πρωί όταν γύριζε ο πατέρας μου από τη συναγωγή, έβαζε το τσιπουράκι, το παστέλι, το αυγό και έτρωγε αυτά που ήταν παραδοσιακά για το Σαμπάτ.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Ρος Ασανά τι κάνατε; Πώς το γιορτάζετε;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Το Ρος Ασανά ερχόμασταν στη συναγωγή. Και γιορτάζαμε το Ρος Ασανά. Πάλι η μητέρα μου έφτιαχνε…
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μόνοι σας σαν οικογένεια την παραμονή ή με φίλους όπως συνηθίζεται;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Το Πέσαχ ερχόταν και άλλοι. Υπήρχαν τρεις-τέσσερις οικογένειες που έρχονταν στο σπίτι. Και αυτές που ήταν μέσα στις εβραϊκές πολυκατοικίες και άλλοι.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Στο Βόλο υπήρχαν εβραϊκές συνοικίες;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Ναι. Γίναν πρώτα στο Βόλο και μετά στη Λάρισα. Ήταν ένα συγκρότημα από 16 σπίτια δυάρια μέσα σε έναν αρκετά μεγάλο χώρο. Τέσσερις πολυκατοικιούλες από τέσσερα διαμερίσματα η καθεμία.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θυμάστε ποιος τις έχτισε;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Κτίστηκαν από την κοινότητα Αθηνών. Το ΚΙΣ πρωτοστάτησε, αλλά η Τζόιν χρηματοδότησε το όλο εγχείρημα. Τα κατασκευαστικά έγιναν από μηχανικούς που ήρθαν από την Αθήνα. Υπάρχει ακόμα η πλάκα, το μάρμαρο που γράφει ποιος χρηματοδότησε και πώς έγιναν.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Στο σπίτι τι γλώσσα μιλούσατε;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Οι γονείς μου ξέρανε λαντίνο. Και ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Εμείς καταφέραμε να μάθουμε λίγο. Καταλαβαίνουμε όταν μιλάει κάποιος, αλλά δυστυχώς δεν δώσαμε την προσοχή που χρειαζόταν. Θα ήταν πολύ καλό να ξέραμε πολύ καλά και μια γλώσσα από το σπίτι μας. Τα ελληνικά ήταν η κύρια γλώσσα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μπορείτε να μας πείτε τα ονόματα των γονιών σας;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Ναι. Αβραάμ ήταν ο πατέρας μου και Ματούλα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Η καταγωγή τους;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Από τη Λάρισα. Ο πατέρας μου ήταν υπάλληλος στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ήταν γραμματέας στο σωφρονιστικό κατάστημα της Λάρισας. Μετατέθηκε στο Βόλο και παρέμειναν εδώ.
Την περίοδο της κατοχής, ήταν στο σπίτι και κοιμόταν και πήγε ένας συνάδελφός του και του λέει «τι είσαι, κοιμάσαι; δεν έχεις ακούσει τι γίνεται; μάζεψε τα, απόψε θα ρθεις σπίτι μου». Τον πήρε, πήγαν στο σπίτι του συναδέλφου το βράδυ και την άλλη μέρα τον μετέθεσαν στην Κασαβέτια. Εκεί ήταν οι αγροτικές φυλακές νέων.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θυμάσαι το όνομα του κυρίου που ήρθε;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Το όνομα ήταν Τσαπής.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Αναγνωρίστηκε ως Δίκαιος των Εθνών;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Όχι, γιατί είχε πεθάνει. Είχαμε χάσει τα ίχνη της οικογένειας και έτσι δεν έγινε κάτι.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Τον αναφέρουμε τώρα και του κάνουμε το καλύτερο μνημόσυνο.
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Το καλύτερο μνημόσυνο.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Υπάρχει κάποια διαφορά στον τρόπο που κρατούσαν τα έθιμα όταν ήσουν παιδί με τώρα;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Το Πέσαχ η μητέρα μου έστιβε σταφίδες και έφτιαχνε το κρασί για το κιντούς. Το έφτιαχνε από σταφίδες ή σταφύλια. Ήταν ωραίο, νόστιμο και μας άρεσε. Δεν ήταν μόνο για το κιντούς, το πίναμε κιόλας.
Είπαμε για τις μασαΐκες, για τον τσίκος, τα κοτσάνια από τα σπανάκια. Το Πέσαχ ήταν φαγητά με λαχανικά και αρνάκι οπωσδήποτε. Παστέλ έκανε η μάνα μου.
Η μητέρα μου τηρούσε τις παραδόσεις. Όσο μπορούσε.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Ευχαριστούμε πάρα πολλά.
Στη συνέντευξή του, ο Μεναχέμ Μωυσής μοιράζεται αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία στον Βόλο και τη ζωή μέσα σε μια ενεργή και πολυπληθή εβραϊκή κοινότητα. Γιος του Αβραάμ και της Ματούλας Μωυσή, με ρίζες από τη Λάρισα, θυμάται την αυστηρή τήρηση του Σαμπάτ, τις γεμάτες συναγωγές και τη λειτουργία στα εβραϊκά, καθώς και τα παραδοσιακά φαγητά που ετοίμαζε η μητέρα του για το Πέσαχ και το Ρος Ασανά. Αναφέρεται στις εβραϊκές κατοικίες που δημιουργήθηκαν μετά τον πόλεμο με τη στήριξη κοινοτικών φορέων και της Τζόιντ, στη χρήση των λαντίνο στο σπίτι και στη σημασία της διατήρησης της γλώσσας. Περιγράφει επίσης τη βοήθεια που έλαβε η οικογένειά του κατά την Κατοχή από έναν συνάδελφο του πατέρα του, ο οποίος τους προστάτευσε έγκαιρα, σώζοντας ουσιαστικά τη ζωή τους. Μέσα από τις αναμνήσεις για το σπιτικό κρασί από σταφίδες για το κιντούς, τα μασαΐκες, τον τσίκο και τα παστέλια, αναδεικνύεται η δύναμη της παράδοσης και της οικογενειακής συνοχής. Μια αφήγηση που συνδέει τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση, την κοινοτική αλληλεγγύη και τη συνέχεια της εβραϊκής ζωής στον Βόλο.
Μεναχέμ Μωυσής
Απομαγνητοφώνηση
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Ήθελαμε λίγο να μας πεις Μάκη το όνομά σου, την ηλικία σου και τα ονόματα των γονιών σου.
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Ε, το όνομά μου είναι... με φωνάζουμε Μάκη, αλλά είναι Μεναχέμ. Έτσι το εβραϊκό όνομα Μεναχέμ Μωυσής. Μωυσής είναι επώνυμο στην οικογένειά μου. Έτσι ο πατέρας μου λεγόταν Αβραάμ και η μητέρα μου Ματούλα. Έτσι λοιπόν.
Ε τώρα όσον αφορά τις συνήθειες ας πούμε για το σαμπάτ, για το σαμπάτι. Η μητέρα μου δεν μαγείρευε για το σαμπά. Είχε τελειώσει ό,τι έχει σχέση με το σπίτι την Παρασκευή το μεσημέρι. Από κει και πέρα δεν έκανε τίποτα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Όμως παραδοσιακά τι τρώγατε; Πες μας λίγο το πώς Καμπαλάτ Σαμπάτ πώς κάνατε, που είναι η μεγαλύτερη γιορτή του Εβραϊσμού;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Καμπαλάτ Σαμπάτ τότε, η κοινότητα του Βόλου είχε πάρα πολλά μέλη. Δηλαδή θυμάμαι ότι ο γυναικωνίτης αλλά και κάτω γέμιζε.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Άρα γινόταν η λειτουργία στη συναγωγή;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Γινόταν, γινόταν και γινότανε και το Σάββατο το πρωί. Ο πατέρας μου παραδείγματος χάρη, κάθε Σάββατο πρωί 6 η ώρα, είτε ήταν χειμώνας είτε ήταν καλοκαίρι, όχι μόνο ο πατέρας μου και άλλοι, ερχότανε στη συναγωγή, γινότανε η λειτουργία.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Στα λαντίνο ή στα ελληνικά; Ή στα εβραϊκά;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Η λειτουργία γινόταν στα εβραϊκά. Στα εβραϊκά. Όχι. Γιατί τα επόμενα χρόνια γίνεται πάρα πολύ και στα ελληνικά ένα μεγάλο μέρος της. Εμείς ακόμα δεν κάναμε στα ελληνικά. Κάναμε στα εβραϊκά.
Βέβαια έχουνε εκδοθεί αρκετές μεταφράσεις και βιβλία και μπορεί κάποιος που θέλει να καταλάβει τι ακριβώς λέμε να διαβάσει, να παρακολουθήσει. Καμιά φορά εγώ τους παροτρύνω. Δεν έχει σημασία αν είσαι ακριβώς στο σημείο που διαβάζουμε τώρα. Να διαβάσεις όσο μπορείς. Μετά λίγο παρακάτω, λίγο παρακάτω. Κάποια στιγμή θα έχεις μια γενική εικόνα το τι ακριβώς λέμε εδώ πέρα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Να ρωτήσω λίγο, για τα φαγητά που συνδέονται με την Παρασκευή το βράδυ. Είχατε κάποιο ιδιαίτερο φαγητό που μαγειρεύετε το Πέσαχ, Ρος Ασανά;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Όχι ιδιαίτερα. Το Πέσαχ έκανε η μητέρα μου τις μασαΐκες. Ναι, μασαΐκες. Και στη Λάρισα, γιατί ήταν από τη Λάρισα, έκανε τον τσίκος. Δηλαδή ήταν από τα σπανάκια τα κοτσάνια. Έβγαζε τα φύλλα και τα κοτσάνια τα μαγείρευε. Ακολουθούσε το διαιτολόγιο και αυτά που μαγείρευε ήταν σύμφωνα με τις παραδόσεις γενικά.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Την Παρασκευή το βράδυ κάνατε και εσείς παστέλ;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Έφτιαχνε η μητέρα μου παστέλι. Και εγώ όταν πήγαινα στο φούρνο… Το Σάββατο πρωί όταν γύριζε ο πατέρας μου από τη συναγωγή, έβαζε το τσιπουράκι, το παστέλι, το αυγό και έτρωγε αυτά που ήταν παραδοσιακά για το Σαμπάτ.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Ρος Ασανά τι κάνατε; Πώς το γιορτάζετε;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Το Ρος Ασανά ερχόμασταν στη συναγωγή. Και γιορτάζαμε το Ρος Ασανά. Πάλι η μητέρα μου έφτιαχνε…
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μόνοι σας σαν οικογένεια την παραμονή ή με φίλους όπως συνηθίζεται;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Το Πέσαχ ερχόταν και άλλοι. Υπήρχαν τρεις-τέσσερις οικογένειες που έρχονταν στο σπίτι. Και αυτές που ήταν μέσα στις εβραϊκές πολυκατοικίες και άλλοι.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Στο Βόλο υπήρχαν εβραϊκές συνοικίες;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Ναι. Γίναν πρώτα στο Βόλο και μετά στη Λάρισα. Ήταν ένα συγκρότημα από 16 σπίτια δυάρια μέσα σε έναν αρκετά μεγάλο χώρο. Τέσσερις πολυκατοικιούλες από τέσσερα διαμερίσματα η καθεμία.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θυμάστε ποιος τις έχτισε;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Κτίστηκαν από την κοινότητα Αθηνών. Το ΚΙΣ πρωτοστάτησε, αλλά η Τζόιν χρηματοδότησε το όλο εγχείρημα. Τα κατασκευαστικά έγιναν από μηχανικούς που ήρθαν από την Αθήνα. Υπάρχει ακόμα η πλάκα, το μάρμαρο που γράφει ποιος χρηματοδότησε και πώς έγιναν.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Στο σπίτι τι γλώσσα μιλούσατε;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Οι γονείς μου ξέρανε λαντίνο. Και ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Εμείς καταφέραμε να μάθουμε λίγο. Καταλαβαίνουμε όταν μιλάει κάποιος, αλλά δυστυχώς δεν δώσαμε την προσοχή που χρειαζόταν. Θα ήταν πολύ καλό να ξέραμε πολύ καλά και μια γλώσσα από το σπίτι μας. Τα ελληνικά ήταν η κύρια γλώσσα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Μπορείτε να μας πείτε τα ονόματα των γονιών σας;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Ναι. Αβραάμ ήταν ο πατέρας μου και Ματούλα.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Η καταγωγή τους;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Από τη Λάρισα. Ο πατέρας μου ήταν υπάλληλος στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ήταν γραμματέας στο σωφρονιστικό κατάστημα της Λάρισας. Μετατέθηκε στο Βόλο και παρέμειναν εδώ.
Την περίοδο της κατοχής, ήταν στο σπίτι και κοιμόταν και πήγε ένας συνάδελφός του και του λέει «τι είσαι, κοιμάσαι; δεν έχεις ακούσει τι γίνεται; μάζεψε τα, απόψε θα ρθεις σπίτι μου». Τον πήρε, πήγαν στο σπίτι του συναδέλφου το βράδυ και την άλλη μέρα τον μετέθεσαν στην Κασαβέτια. Εκεί ήταν οι αγροτικές φυλακές νέων.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θυμάσαι το όνομα του κυρίου που ήρθε;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Το όνομα ήταν Τσαπής.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Αναγνωρίστηκε ως Δίκαιος των Εθνών;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Όχι, γιατί είχε πεθάνει. Είχαμε χάσει τα ίχνη της οικογένειας και έτσι δεν έγινε κάτι.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Τον αναφέρουμε τώρα και του κάνουμε το καλύτερο μνημόσυνο.
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Το καλύτερο μνημόσυνο.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Υπάρχει κάποια διαφορά στον τρόπο που κρατούσαν τα έθιμα όταν ήσουν παιδί με τώρα;
ΜΕΝΑΧΕΜ (ΜΑΚΗΣ) ΜΩΥΣΗΣ: Το Πέσαχ η μητέρα μου έστιβε σταφίδες και έφτιαχνε το κρασί για το κιντούς. Το έφτιαχνε από σταφίδες ή σταφύλια. Ήταν ωραίο, νόστιμο και μας άρεσε. Δεν ήταν μόνο για το κιντούς, το πίναμε κιόλας.
Είπαμε για τις μασαΐκες, για τον τσίκος, τα κοτσάνια από τα σπανάκια. Το Πέσαχ ήταν φαγητά με λαχανικά και αρνάκι οπωσδήποτε. Παστέλ έκανε η μάνα μου.
Η μητέρα μου τηρούσε τις παραδόσεις. Όσο μπορούσε.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Ευχαριστούμε πάρα πολλά.

