Απομαγνητοφώνηση
Μιχάλης Δασκαλάκης Γιώντης: Σήμερα είναι 5η 12 Δεκεμβρίου, η ώρα είναι 7 και 19 το απόγευμα. Είμαστε εδώ με τις κυρίες Ρίτα Μωυσή και Ανίτα Πίντο. Ονομάζομαι Μιχάλης Δασκαλάκης Γιώντης και είμαστε στο σπίτι της πρώτης στη Λάρισα.
Κυρία Ρίτα, σας ευχαριστούμε από καρδιάς που μας δεχθήκατε στο σπίτι και σας ευχαριστούμε επίσης και για τις γνώσεις τώρα που θα μας δώσετε γιατί εσείς είστε και ιδιαίτερη περίπτωση για όλους μας. Όχι, όχι, όχι. Και σαν άτομο, αλλά και σαν γυναίκα του κυρίου Εστρά, θυμάμαστε όλοι με πολύ μεγάλη εκτίμηση και το έργο που έχει αφήσει πίσω ότι είναι πολύτιμο για όλους μας το βιβλίο, ότι είναι κάτι που θα πρέπει να το διαβάζουν όλοι. Όλοι εμείς που είμαστε Εβραίοι και ειδικά οι πρόεδροι των κοινωτήτων. Για να δίνουν και μια γραμμή, να καταλάβουν τι θα πει Εβραίος και να καταλάβουν το νόημα, το essence του Εβραϊσμού. Και τι θα πει η πρόεδρος μας κοινότητας. Δεν είναι το αξίωμα μόνο που το κάνει. Είναι οι γνώσεις όλες.
Κυρία Ρίτα: Οι γνώσεις, οι πράξεις και η αγάπη. Η αγάπη και πώς καθοδηγεί τα πράγματα για να υπάρχει σύνδεση, να υπάρχει ανάπτυξη, να υπάρχει εβραϊκή ψυχή.
Λοιπόν, μετά τον πόλεμο, τέλος πάντων στον πόλεμο, εγώ ήμουνα τεσσάρων ετών. Δεν έχω μνήμες. Και ό,τι έχω είναι από τις πολλές διηγήσεις που άκουγα, ας πούμε, και έχω τέτοια ακούσματα τρομερά.
Εμείς είχαμε φύγει, είχαμε πάρει σε ένα χωριό επάνω στην καρυά του Ολύμπου και για να πάμε εκεί έπρεπε να περάσουμε από ένα μέρος που ήταν καλύβια κτηνοτρόφων. Και εκεί έγινε, λέγεται Καράλακας αυτό το μέρος. Και έχει γίνει μάχη εκεί στον Καράλακας, μεταξύ Γερμανών και Ανταρτών και αυτά. Εμείς ήμασταν τότε εκεί, στα Καλύβια, αυτά η οικογένειά μας. Και άλλες οικογένειες ήταν και του Κοέν, της γιαγιάς της Χανούλας, της δικιάς σου, ανήψια όλοι αυτοί. Και άλλες οικογένειες εκεί. Και κρυβόμασταν εκεί.
Μιχάλης: Πόσο περίπου κυρία Ρίτα, ήθελα να σας την κάνω αυτή την ερώτηση, αλλά με προλάβετε. Πόσοι περίπου Εβραίοι ήταν ακόμη, σε σύνολο μαζί σας τότε εκεί πέρα στο μέρος που κρυβόσατε;
Κυρία Ρίτα: Α, εκεί. Χοντρικά. Άτομα ήταν καμιά τριανταριά.
Μιχάλης: Εντάξει.
Κυρία Ρίτα: Ναι. Οικογένειες, τώρα υπήρχαν και οικογένειες με δύο άτομα, υπάρχαν και με έξι. Υπήρχαν άτομα και εκεί κάπου. Ναι, κρυβόμασταν εκεί, τελικά πέρασε, έχω και φωτογραφία από αυτό. Η μοναδική φωτογραφία που υπάρχει στην Ελλάδα, που δείχνει πως ήμασταν εκεί. Δεν ξέρω ποιος μας την έβγαλε. Εμείς δεν είχαμε όρεξη να βγάλουμε από την φωτογραφία, ούτε μηχανές είχαμε. Κάποιος λένε ότι πέρασε κάποιος Ιταλός και μας έβγαλε και την είχε την πρωτότυπη η Λίκα, η κοέ. Και την πήρα εγώ και έβγαλα και απ' το αντίγραφα. Έχω θα σας τη φέρω.
Μιχάλης: Ήταν και η θεία η Λίκα εκεί και στη φωτογραφία;
Κυρία Ρίτα: Ναι, ήταν και αυτή η Λίκα, ο Αχήλ, ήταν ο άνδρας της. Δεν ήταν παντρεμένη ακόμα.
Εκεί κρυβόμασταν, όσπου πέρασε κάποιος, γιατί ο πατέρας μου ήταν δικαστικός υπάλληλος, εδώ στη Λάρισα. Και εκεί ήταν. Θέλω να πω, ο μόνος στην ηλικία αυτή που ήταν μορφωμένος, γιατί όλοι οι άλλοι, ξέρεις, ήταν σόμπες, αυτά, τέτοια πράγματα, βιοτεχνίες διάφορες. Λοιπόν, και πήρε άδεια τότε να σώσει την οικογένεια. Πήρε άδεια άνευ αποδοχών, δεν ήξερε πότε θα γυρίσει. Και πήγαμε εκεί.
Και όταν πέρασε από εκεί κάποιος που τον είχε εξυπηρετήσει, σε ένα δικαστήριο, σε μια δίκη του. Και λέει, τι δουλειά είσαι εσύ εδώ, Κοέν. Του λέει, τι να πω, λέει, να ήρθαμε εδώ, φροντίζουμε την οικογένεια, προσπαθώ να του σώσω και αυτά. Και πού θα πας από εδώ. Θα πάω, λέει, απάνω στην Καριά. Πώς θα πας, με τα πόδια. Τι λες τώρα, λέει, θα σου στείλω εγώ, λέει, ζώα και θα ανεβείτε απάνω και θα πάτε. Και πραγματικά την επόμενη μέρα έστειλε γαϊδούρια, συγγνώμη. Και ανεβήκαμε απάνω και πήγαμε στην Καρυά. Και στην Καρυά περάσαμε καλά.
Και μπορώ να πω ότι θυμάμαι κάποιες στιγμές εκεί. Θυμάμαι, ας πούμε, που είχα μια πολύ ωραία ξαδέρφη, και ήταν και η μαμά της βέβαια και τα αγόρια, και μια πολύ ωραία ξαδέρφη και ήμασταν εκεί μαζί στην Καρυά και με αγαπούσε πολύ που πηγαίναμε. Και όταν πήγαμε δρομή μια φορά, στην Καρυά, μου λέει η Ρούλα, η αδερφή μου που ήταν μεγαλύτερη, λέει, κάτσε να πάμε μαζί εσύ, δεν θυμάσαι. Λέω, άσε με να δω, θυμάμαι. Και πήγα μπροστά, πήγα κατευθείαν στο σπίτι που μέναμε. Μου είχε εντυπωθεί αλλά δεν το ήξερα.
Και έμειναμε εκεί κάποιους μήνες, μέχρι την απελευθέρωση της Λάρισσας, στις 23 Οκτωβρίου που ήτανε, του 43, όχι ψέματα, του 44.
Ήρθαμε μετά εδώ στη Λάρισσα, όπου ήταν πάρα πολύ δύσκολη, πώς το λένε, να βρούμε το βήμα μας εδώ. Ρούχα δεν υπήρχαν στις ντουλάπες μέσα, λεηλατημένα όλα. Ήταν ρούχα τότε.
Μιχάλης: Η Ούνρα έστελνε ρούχα τότε;
Κυρία Ρίτα: Ναι, τότε. Άρχισε έτσι. Έστειλνε η Ούνρα, έστειλνε... Ναι, ερχόντουσαν και δέματα για από ρούχα και δέματα που είχανε τρόφιμα, ζάχαρη, αλεύρι, διάφορα τέτοια τα πολύ απαραίτητα, ας πούμε, έστειλνα. Ναι, μας βούλησε πάρα πολύ. Και πηγαίναμε τότε. Τέλος πάντων, κατεβήκαμε και αρχίσαμε να φτιάχνουμε τη ζωή μας.
Ο πατέρας μου πήγε φυσικά στη δουλειά και όταν τον είδαν εκεί, τον χαιρέτησαν με αγάπη, με αυτά που ήρθανε τελικά, λέει ένας φίλος του «Θα έρθω σπίτι σου, λέει, να δω και την οικογένεια». «Μην έρχεσαι, λέει, γιατί δεν έχουμε ούτε ποτήρι να σου δώσουμε νερό». Του λέει.
Μιχάλης: Τα βρήκατε όμως τα υπάρχοντά σας.
Κυρία Ρίτα: Ναι, και τελικά βρήκαμε ένα κύπελο έτσι παλιό κάπου, το πλύναμε και πίναμε από αυτό νερό. Όλοι.
Μιχάλης: Γυρίσατε στο σπίτι που μένατε πριν;
Κυρία Ρίτα: Όχι, πήγαμε επειδή τότε το κράτος έκανε, πώς το λένε, επέτασε σπίτια. Μας έστειλε σε ένα υπόγειο από ένα σπίτι που ήταν ένας συνάδελφος, το επάνω ήταν ένας συνάδελφος του πατέρα μου, ο οποίος δεν μας είδε με καλό μάτι. Δεν ήθελε Εβραίους εκεί, δεν ήθελε και αυτά και μας ρίχνανε νερό ζυματιστό κάθε μέρα μπροστά την ώρα που βγαίναμε και τέτοια. Ε τελικά φύγαμε και πήγαμε στο σπίτι του Μπένιου Λεβί, του Μιχάλη Λεβί, του πατέρα του. Ήταν στην ίδια θέση που ήταν και το παλιό μου εκεί.
Μιχάλης: Το δικό σας το πατρικό κυρία Ρίτα τι έγινε;
Κυρία Ρίτα: Το δικό μας το πρώτο που αφήσαμε που φύγαμε ήταν στην Παλαμίδου.
Μιχάλης: Ήταν δικό σας ή ήταν νοικιασμένος;
Κυρία Ρίτα: Όχι, από όλους νοικιασμένα, ήταν δυο δυο δωμάτια ο καθένας. Και το άλλο ήταν που βρήκαμε εδώ, ήταν κάπου μακριά προς τους στρατώνες και μετά βρήκαμε στον Μιχάλη. Λέω τώρα στην Ανίτα του Μιχάλη γιατί ήταν φίλος μας ο Μιχάλης. Και ήταν ο πρώην πρόεδρος της κοινότητας ο Μιχάλης και μείναμε εκεί στο σπίτι τους. Πήραμε εμείς δύο δωμάτια και άλλα δύο, τρία, τέσσερα είχαν αυτοί ξέρω εγώ. Εμείς είχαμε δύο δωμάτια συνεχόμενα.
Άρχισε να δουλεύει η αδερφή μου εκεί σαν μοδίστρα. Βέβαια αφού πήγαμε σχολείο, ναι το σχολείο είναι σημαντικό να πω ότι πήγαμε στο σχολείο αλλά δεν πήγαμε στο εβραϊκό.
Μιχάλης: Υπήρχε;
Κυρία Ρίτα: Υπήρχε βέβαια, όλοι οι άλλοι πήγαν στο εβραϊκό σχολείο. Εμείς δεν πήγαμε στο εβραϊκό γιατί η Ρούλα η αδερφή μου πήγαμε στις αρχές στο εβραϊκό και ήταν μια δασκάλα κακιά εκεί. Και έλεγε η συνέχεια ας πούμε κάτι πήγαινε να πει και για τους Εβραίους και αυτά και δεν ήθελε να πάει η Ρούλα.
Μιχάλης: Πώς και υπήρχε εβραϊκό σχολείο αμέσως μετά το πόλεμο, πώς δημιουργήθηκε;
Κυρία Ρίτα: Κοίταξε υπήρχε ήταν ένας Ραβίνος εδώ ο Κασούτο.
Μιχάλης: Μπράβο.
Κυρία Ρίτα: Ναι ο οποίος το έκανε το σχολείο σαν θρησκευτικό ας πούμε άρχισε. Ναι. Άρχισε έτσι με τέτοια ο μπαμπάς σου πήγαινε εκεί, ο Ισδράς πήγαινε εκεί και το έκανε έτσι. Εκεί μάθανε εβραϊκά οι γονείς μας και η ηλικία αυτή του μπαμπά της και αυτά. Μάθανε εβραϊκά, τα πρώτα εβραϊκά και τα καλά εβραϊκά. Δηλαδή ξέρουν να διαβάζουν, ξέραν να διαβάζουν γιατί μάθανε αυτά στον Κασούτο.
Λοιπόν και δεν πήγαμε εκεί ενώ μεταξύ δεν ξέραμε αν μπορούσαν να μας δεχθούν σε άλλο δημόσιο σχολείο. Δημόσιο. Πήγε ο μπαμπάς μου στον διευθυντή που τον ήξερε. Του λέει θέλουν τα παιδιά μου, λέει θέλουν να έρθουν σε ένα σχολείο, μπορούν. Πώς δεν μπορούν, ποιος σου είπε. Και πήγαμε στο τέταρτο το σχολείο που ήταν το καλύτερο σχολείο. Ήταν πρότυπο της Λάρισας και πήγαμε εκεί.
Δεν μπορώ να πω ότι είχαμε σημάδια αντισημιτισμού ας πούμε, δεν είχαμε. Τίποτα έτσι. Μπιχτές. Απλά. Μπιχτές μόνο. Ούτε μπιχτές καν, είχαμε κάποιες στιγμές, κάποια.
Και θυμάμαι τότε, βέβαια εμείς δεν προκαλούσαμε κανέναν και καμία. Ήμασταν φίλες με όλα τα παιδιά και μας αγαπούσαν όλα τα παιδιά. Και είχαμε και έναν δάσκαλο διευθυντή ο οποίος ήταν πάρα πολύ καλός και πολύ ακέραιος. Και αυτό τι θα πει λέει οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί, όλοι είμαστε το ίδιο και τέτοια.
Κάποια στιγμή είχαμε στο σχολείο ας πούμε, ήμασταν μοιρασμένοι στους καλούς μαθητές και στους πιο λιγότερο καλούς. Αυτοί οι καλοί ανέλαβαν τώρα επειδή τότε φροντιστήρια δεν υπήρχαν, ούτε οι γονείς ήταν μορφωμένοι, οι καλοί ανέλαβαν να κάνουνε ομάδες ας πούμε, για να προχωρήσουν τα παιδιά. Και τους διάλεξε ο δάσκαλος ο διευθυντής και με έβαλε εμένα σε ένα γκρουπ ας πούμε τέτοιο να είμαι επικεφαλής.
Οπότε βγαίνει κάποια και λέει, εγώ δεν πάω στο σπίτι της Ρήτας. Λέει γιατί δεν πας, γιατί είναι Εβραίοι και θα μας βάλουν στα βελόνια. Της λέει θα πας και θα πεις σε τι βελόνια σε βάλανε να πάω και εγώ. Της λέει μετά. Αλλά μετά που ήρθε και στο σπίτι μου και είδε την περιποίηση της μαμάς μου και όλα αυτά και πως ήμασταν και βελόνια δεν είχαμε και τέτοια. Της άρεσε πάρα πολύ και μπορώ να πω ότι και τώρα είμαστε φίλες.
Λοιπόν αυτά είναι. Μετά τις απόκρειες ντυνόμασταν καρναβάλια, διάφορα τώρα δεν ξέρω για το πουρίμ θα πω. Που ανοίγαν όλα τα μπαούλα. Για να βγουν από μέσα ό,τι μπορούσες να φανταστείς. Για να ντυθούμε καρναβάλια. Με τραπεζομάντυλα. Με σεντόνια και τέτοια. Τα φτιάχναμε αλλά κάναμε ωραίο κέφι. Δεν περιμέναμε τις στολές τις έτοιμες να πάμε να τις αγοράσουμε. Κάναμε ωραίο κέφι στη Λέσχη όλα τα παιδιά μαζί και αυτά δεν είχαμε διακρίσεις ποτέ. Ούτε πιο φτωχός ούτε πιο πλούσιος εμείς ήμασταν.
Γινόταν κάτι είχε μια γιορτή κάποιος. Ας πούμε θα καλούσε όλους τους Εβραίους. Κατάλογος όλους. Όχι να λείψει κάποιος δεν τον έχω φίλο. Όλοι ήμασταν φίλοι. Ναι. Ήμασταν αγαπημένοι, ήμασταν όλοι το ίδιο σας είπα και αυτά.
Τώρα μετά εμείς από εκεί από το σπίτι του Λεβή μείναμε εκεί μέχρι που αραβωνιάστηκε η Ρούλα και μετά φύγαμε πήγαμε σε ένα άλλο σπίτι. Και μετά κάνανε τις πολυκατοικίες εδώ όπως σας έδειξε η Ανίτα και πήγαμε εκεί είχαμε μια μεγάλη αυλή εκεί και ήμασταν πολλές Εβραϊκές οικογένειες και περνούσαμε πάρα πολύ ωραία.
Αν δεις αυτό που είχα γράψει για το για γιατί μετά το πουρίμ αμέσως ξεκινούσαμε δουλειές για το Πέσαχ και εμείς είχαμε χωρίσει την αυλή έτσι είχαμε χωρίσει την αυλή που ήταν τεράστια σε τέσσερα κομμάτια η κάθε πολυκατοικία είχε το πέσαχ. Το σκούπιζε το ασβέστονε το έκανε για το Πέσαχ και αυτά και λέω πως να μην ξεκινήσεις να κάνεις δουλειές όταν βλέπεις απέναντι την ευτυχία που τα έβγαλα όλα έξω.
Οι δουλειές για το Πέσαχ άρχιζαν την επομένη του πουρήμ. Αρχίζαμε ασβεστώματα, ξεσηκώματα. Σιρτάρια. Τα σιρτάρια. Να πλένονται τα αυτά τα καλύματα. Έχει. Και αυτά όλα να πλένονται, να καθαρίζονται και τέτοια.
Και μετά αφού τελειώναμε τις δουλειές τις δικές μας πηγαίναμε και στην κοινότητα να κάνουμε δουλειές.
Μιχάλης: Που;
Κυρία Ρίτα: Μέσα στη συναγωγή πηγαίναμε να καθαρίσουμε τους πολυελαίους, να καθαρίσουμε τις πόρτες, τα παράθυρα και αυτά. Το βράδυ του Πέσαχ δηλαδή το καλ έπρεπε να είναι έτοιμο. Μαζί και το σπίτι μας. Φεύγαμε από εκεί. Πηγαίναμε στο σπίτι. Πολύ ξεκούραστες. Ναι. Και καθόμασταν και άρχιζε το σέντερ.
Ο πιο μεγάλος της οικογένειας, ο παππούς συνήθως έλεγε το κιντούς και μετά όλοι ακολουθούσαμε. Κρατούσαμε πάρα πολύ καλά όλα τα έθιμα. Τα μέρες δεν τρώγαμε ψωμί. Ναι. Απαγορευόταν να φάμε. Ή να τρώνε τα παιδιά έξω να παίρνουν τίποτα. Δεν είχαν λεφτά, δεν είχαν τέτοια. Ναι. Και τρώγαμε τις πριν από το Πέσακ τρώμακαμε όλα τα μακαρόνια, ψωμιά τι είχαμε όλα αυτά για να φύγουν αυτά να είναι καθαρά για το Πέσακ. Ναι.
Και μετά κάναμε και αυτό το έθιμο. Το έθιμο που κρύβαμε όλα τα χαμέτσι. Ναι. Για να μην υπάρχει στο σπίτι τίποτα χαμέτσι. Σε ένα δουλάπι όλα. Ναι. Και όλα τα υπόλοιπα ήταν κασερλίτικα, ήταν για το Πέσακ. Ναι. Και κρύβανε, ρίχνανε και λίγα ψίχουλα. Ναι. Να τα βρει κάποιος πως το λένε αυτό. Α αυτός που καλχαμερά. Ναι καλχαμερά. Ναι. Ρίχνανε λίγα ψίχουλα για να βρουν και να πούνε ότι να αυτά τα πετάμε και αυτά είναι τα τελευταία. Ναι.
Μιχάλης: Αυτό πότε γινότανε στη διάρκεια της νύχτας;
Κυρία Ρίτα: Το Πέσακ. Ακριβώς. Παραμονή από το Πέσακ. Πριν από το Πέσακ. Ναι μέχρι την παραμονή. Έτσι. Μέχρι την παραμονή. Όταν ήμασταν στο τραπέζι, ωραία λέγαμε. Τον πληρώναμε αυτόν. Και όλος το έθιμο ήταν να αγοράζει το χαμέτζ αυτός από εμάς. Κάτι είναι. Α με το καλχαμερά. Ναι. Όποιος το αγόραζε ή κάτι κέρδιζε. Μήθεν το αγόραζε. Ναι. Ναι. Αυτός από εμάς. Ναι. Ναι. Πού ήρθανε το χαμέτζ. Ναι. Ναι.
Μιχάλης: Και αυτός που το αγόραζε ήταν κάποιος γείτονας, ήταν κάποιος φίλος;
Κυρία Ρίτα: Ωραίος πάντως. Ναι. Ναι. Ναι. Ναι. Και δεν αφήναμε μόνες και τις οικογένειες που δεν είχαν που να πάνε ή δεν είχαν συγγενείς. Εμείς θυμάμαι, παίρναμε πάντα την κυρία Ρούλα, την Γιακοέλ. Α αυτή είναι. Ναι. Πάντα ερχόταν το Πέσαχ.
Αυτά μετά το Πέσαχ περνούσε έτσι. Ο πατέρας μου που ήταν σε δημόσια υπηρεσία έπαιρνε άδεια, αλλά όχι για όλες τις μέρες. Όχι για όλες τις, κυριότερες, γιατί ο πατέρας μου εκτός από θρήσκος ας πούμε, δεν ήταν πολύ θρήσκος, δεν ήταν εκείνο το άρρωστο, αλλά ήταν στο Καλ, ήταν Κοέν και έκανε το Κοανίμ στο Καλ και είχε μια φωνή, μια φωνή μελωδική που όλοι θυμούνται ακόμα. Σαν η φωνή του Κοέν στη Λάρισαν δεν υπήρχε.
Μιχάλης: Πώς ονομάζονταν ο πατέρας σας;
Κυρία Ρίτα: Ιωσήφ Κοέν. Λοιπόν και πηγαίναμε εκεί. Τώρα εσείς ρωτάτε εκείνα αν είχαν ενδυμασία ειδική στις γιορτές και τέτοια. Ναι, είχαμε κάτι, όχι. Δεν είχαμε κάτι ιδιαίτερο. Με τα καλά τους τα ρούχα, με το ταλέτ, είπε μάλιστα, με το σακουλάκι το ταλέτ. Και την κυπά μέσα. Ναι, μέσα το ταλέτ και την κυπά και πηγαίναν στο Καλ έτσι.
Όσο για τις γυναίκες όμως, το Ρωσανσανά ειδικά, πήγα τώρα στο Ρωσανσανά. Ναι, το Ρωσανσανά ειδικά. Ραβόντουσαν, ράβανε ρούχα για την επόμενη γιορτή του Ρωσανσανά. Τόσο πολλοί το είχαμε, ναι.
Ανίτα: Και όχι μόνο αυτό κυρία Ρίτα. Θυμάσαι; Και όσες μάνες είχαν κορίτσια που δεν ήταν παντρεμένα εδώ και ήταν από τη Θεσσαλονίκη, από την Αθήνα και ερχόντουσαν. Μας έπαιρναν το κιπούρ και μας πήγαιναν στην αγορά, εγώ το θυμάμαι αυτό, για να μας ψωνίσουν ρούχα. Ναι, να μας κάνουν το δώρο. Και σου λέει τα μαγαζιά είναι κλειστά τα δικά μας. Καθόμασταν μια-δυο ώρες στη λειτουργία, πολύ καλά ντυμένες για να μην πει ο κόσμος ότι υπήρχε ή αν ήταν ξένο. Ήταν στην αγορά και μας αγόρασαν ό,τι θέλαμε, δώρα δηλαδή.
Κυρία Ρίτα: Αλλά αυτό ήταν. Ναι, ναι, ναι. Αυτό ήταν. Ήταν μέσα από τις συνήθειες που ήταν. Αλλά νηστικές στην αγορά. Ναι. Το κιπούρ, τη νηστεία την τηρούσαμε. Ναι, το κιπούρ το κρατούσαμε όλοι και μα δεν πάει να υποφέραμε, δεν πάει να κάνουμε εκεί το κιπούρ. Όχι ότι μας υποχρεώναν, αλλά θέλαμε. Θέλαμε να λέμε ότι το κιπούρ το κρατάμε. Ναι.
Και τώρα σας αναβέβαια, εντάξει, με τα ειδικά εδέσματα που υπήρχαν τότε, που κάναμε.
Μιχάλης: Για τα εδέσματα που μας πείτε λίγα λόγια;
Κυρία Ρίτα: Ναι. Υπάρχει ένας κώδικας ας πούμε που έχει ορισμένα φαγητά που τρώγονται όταν κάνουμε τις προσευχές για το Ρώσας Ανά. Ας πούμε επειδή, ναι, επειδή είναι γιορτή των δέντρων και των καρπών που βγαίνουν εκείνη την εποχή συνήθως, κάνουμε μια προσευχή για το πράγμα. Για το πράσο ας πούμε. Κάνοντας διάφορα πράσοκεφτερακια, κι τέτοια. Κάνουμε μια για το σπανάκι, κάνουμε για το μήλο το οποίο το βουτάμε συνήθως πρέπει να το βουτάμε στο μέλι ή τίποτε άλλο και καλά λες. Το βουτάμε στο μέλι για να είναι γλυκιά η ζωή μας. Αυτό συμβολίζει. Ναι. Το στρογγυλό συμβολίζει το μήλο της ζωής και το βουτάνουμε στο μέλο να είναι γλυκιά και ενώργια χρονιά η ζωή μας.
Ανίτα: Επίσης, άλλο αυτά είναι καρποί που φυτρώνουν στο Ισραήλ. Απλά ήρθε σε εμάς το έτοιμο με αυτούς τους καρπούς. Αλλά ουσιαστικά κάνουμε αυτό που είπε η κυρία Ρίτα. Είναι ο κώδικας των καινούριων καρπών που δίνει η γη αυτή την περίοδο. Γιατί έχουμε και τους καλοκαιρινούς καρπούς και τους χειμωνιάτικους. Αυτό από τον Αμορέ, κυρία Ρίτα, τα θυμάμαι. Ναι, ναι, ναι. Από τον Αμορέ.
Μιχάλης: Θυμάστε τι ευχή λέγατε στο Ρώσας Σανά;
Κυρία Ρίτα: Αρχίζει το Ρώσας Σανά, λέμε σανά το βα, καλή χρονιά. Σανά το βα, ο μετουκά που θα είναι και βλυκιά. Και μετά, μπαίνουμε στο δεκαήμερο που πάει το Κιπούρ και λέμε γμάρχα τιμά το βα. Δηλαδή καλή εγγραφή. Καλή εγγραφή.
Μέσα στις προσευχές του Ρώσας Σανά, είναι, ακούγεται πολύ για τους εχθρούς των Εβραίων και αυτά. Να είναι πολλά, όχι, βάζουμε και ρόδι, ρόδι, που συμβολίζει να είμαστε πολλοί ας πούμε, απολύγει να γίνουμε κάθε φορά και περισσότεροι με τα σπόρια.
Ανίτα: Λέμε για το ρόδι, συμβολίζει την αυθονία και τις 613. Λέμε για το Straight Fiν t's Bot. Όσοι είναι οι σπόροι του ροδιού, να είναι και οι καλές μας πράξεις. Αυτή είναι η ραβινική εκδοχή. Η κανονική εκδοχή είναι να έχουμε αυθονία όπως το ρόδι είναι αυθονία, είναι η ραβινική εκδοχή και είναι και η κουσμική εκδοχή. Και τρώμε και ψάρι για να είμαστε άφθονοι και αμέτρητοι όσο είναι τα ψάρια στη θάλασσα. Και κάνουμε και το… κρατάμε και λίγο το κεφάλι του ψαριού για να είμαστε κεφάλι και όχι... Να είμαστε κορυφοί και όχι λίστοι.
Μιχάλης: Θέλατε να πείτε κάτι για τους εχθρούς των Εβραίων;
Κυρία Ρίτα: Ναι, δηλαδή τους καταριόμαστε κάποιο τρόπο εκεί. Σωστά τα λέτε. Ναι, εμείς φροντίζουμε να το κάνουμε λίγο πιο ελαφρό, ειδικά όταν έχουμε και ανθρώπους, γιατί έχουμε τώρα στην οικογένεια και χριστιανούς και αυτά. Προσπαθούμε να το κάνουμε πιο ελαφρό.
Μιχάλης: Πώς;
Κυρία Ρίτα: Γιατί βάζοντας λίγο, φτιάχνοντας λίγο τις χρυσώνουμε, το χάπι που λένε.
Τώρα πάμε στο Κιπούρ. Πήγαμε στο Κιπούρ, το κάναμε. Κάνουμε, τρώμε από νωρίς το βράδυ, το απόγευμα ας πούμε, της παραμονής στο Κιπούρ. Τρώμε ένα καλό φαγητό, ανάλογα τι αρέσει στον καθένα, δεν ξέρω. Χωρίς να είναι κάτι όπως το πέσαχ που τρώμε, τα ζυμαρικά δεν τα τρώμε και αυτά. Όχι, το Κιπούρ δεν υπάρχει καμία... Κανένας περιορισμός. Ναι, δεν υπάρχει περιορισμός.
Τρώμε ένα καλό γεύμα την παραμονή, τις έξι ώρα. Και μετά πηγαίνουμε στο Καλ, πιο πολλοί άντρες ας πούμε, πηγαίνουν εμείς οι γυναίκες. Καθόμαστε στο σπίτι, ξεκουραζόμαστε ύστερα από τόσες μέρες. Αλλά όταν συνέβη το παζάρι που πηγαίναμε όλοι. Ναι, αυτό θα έλεγα.
Εμάς τότε εδώ στη Λάρισσα, συμπίπτει 24 Σεπτεμβρίου, έχουμε εδώ το παζάρι της Λάρισσας, που είναι ξακουστό. Τότε γινόταν το παζάρι στο Αλκατάρ κάτω στο πάρκο και ήταν πολύ ωραία τότε. Περιμέναμε όλοι να βγούμε από το Καλ και να πάμε κατευθείαν στο παζάρι. Και να πάμε και χαλβάκι όλοι. Παρότι έπρεπε να νηστεύουμε, να μην τρώμε. Ναι, εντάξει, αλλά λέει αυτό δεν πιάνεται. Να πιάνουμε.
Ναι, πηγαίναμε εκεί όλοι, περιμέναμε απ' έξω να αντιθούμε, να μαζευτούμε και να πάμε στο παζάρι όλες οι παρέες.
Μετά δεν τρώγαμε φυσικά όλη την ημέρα και όσοι μπορούσαν να κρατήσουν. Τώρα υπήρχαν και άνθρωποι που ήταν άρρωστοι ή που ήταν ηλικιωμένοι. Εντάξει, κρατούσαμε μέχρι την επόμενη ημέρα όταν έβγαινε το πρώτο άστρο. Τότε τελείωνε η λειτουργία και τρώγαμε κανονικά.
Βέβαια, οι λειτουργίες στη συναγωγή ήταν πάρα πολύ ωραίες και πολύ μελωδικές και πολύ συμβολικές. Όλες οι ευχές και αυτά έχουν μεγάλους και πολλούς συμβολισμούς, οι οποίοι τώρα εντάξει δεν εξηγούνται μέσα σε λίγα λεπτά. Πάντως ήταν έτσι. Και συγκινητικές και αυτά λέγανε έτσι ωραία λόγια και για αυτούς που πέθαναν που υπήρξαν κάποιοι πρόεδροι της κοινότητας ή ραβίνοι, όλα αυτά.
Και η λειτουργία πήγαινε συνέχεια μέχρι τις 7 η ώρα. Οπότε τότε ερχόταν η ώρα από το σοφάρ. Το οποίο σάλπιζε και ήταν η χαρά μας τότε. Φεύγαμε τρέχοντας οι γυναίκες να ζεστάνουμε το φαγητό.
Τώρα έχει κάμποσα χρόνια που φροντίζει η Βίζο, βγάζει κάτι γλυκά, κάτι μπισκοτάκια και καμιά πορτοκαλάδα και αυτά, για να κόψουν εκεί την νηστεία και να πάμε λίγο στο σπίτι πιο άνετο. Ναι, όπου ξεκινάει πάλι άλλο γεύμα με γλυκό πρώτα πρώτα, είναι γλυκιά η χρονιά και μετά κανονικό φαγητό πια τελείως, σούπα κυρίως, το πρώτο πιάτο ήταν σούπα για να μην είναι βαρύ.
Μιχάλης: Το γλυκό ήταν κάτι ιδιαίτερο, κάποιο ιδιαίτερο γλυκό ήτανε;
Κυρία Ρίτα: Εμείς τρώγαμε, τρώμε το κηδόνι που το κάνουμε γλυκό, τριφτό και τρώμε από μία κουταλιά τέτοιο κηδόνι. Η μαμά μου έλεγε ότι και αυτή στον πόλεμο γλυκό του τελείου έκοβαν την πούλη.
Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης, η κυρία Ρίτα Μωυσή μιλά για τη γλώσσα που μιλούσαν στο σπίτι, την εκπαίδευση των γονιών της, το εβραϊκό σχολείο του ραβίνου Κασούτο, και το ταξίδι της χοροδίας στο Ισραήλ το 1958. Αφηγείται τον γάμο της με τον Ισδρά Μωυσή, τη θρησκευτική τήρηση στο σπίτι, την τήρηση του Σαββάτου και των εβραϊκών εθίμων, καθώς και την εξέλιξη των εορτασμών Μπαρ Μίτσβα από απλές τελετές σε μεγάλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Τέλος, παρουσιάζει το έργο του συζύγου της ως προέδρου της κοινότητας και τον καθοριστικό του ρόλο στη δημιουργία του πρώτου μνημείου Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα.
Η κυρία Ρίτα Μωυσή, κόρη του Ιωσήφ Κοέν, μοιράζεται τις παιδικές της αναμνήσεις από την κατοχή και την μεταπολεμική περίοδο, στη Λάρισα. Μέσα από τη μαρτυρία της, αναδεικνύεται η επιβίωση της εβραϊκής κοινότητας, η επιστροφή στην πόλη-μετά την απελευθέρωση-, οι δυσκολίες στέγασης και επανένταξης, καθώς και η διατήρηση των θρησκευτικών παραδόσεων. Η συνέντευξη παρουσιάζει έναν ζωντανό πίνακα της καθημερινής ζωής των Εβραίων της Λάρισας, τη δεκαετία του 1940, από τη λειτουργία του εβραϊκού σχολείου και τις σχολικές εμπειρίες, μέχρι τον εορτασμό των μεγάλων γιορτών όπως το Πέσαχ, το Ρος Ασανά και το Κιπούρ, αποτυπώνοντας την προσπάθεια διατήρησης της εβραϊκής ταυτότητας, σε μια περίοδο ανασυγκρότησης.
Ρίτα Μωυσή
Απομαγνητοφώνηση
Μιχάλης Δασκαλάκης Γιώντης: Σήμερα είναι 5η 12 Δεκεμβρίου, η ώρα είναι 7 και 19 το απόγευμα. Είμαστε εδώ με τις κυρίες Ρίτα Μωυσή και Ανίτα Πίντο. Ονομάζομαι Μιχάλης Δασκαλάκης Γιώντης και είμαστε στο σπίτι της πρώτης στη Λάρισα.
Κυρία Ρίτα, σας ευχαριστούμε από καρδιάς που μας δεχθήκατε στο σπίτι και σας ευχαριστούμε επίσης και για τις γνώσεις τώρα που θα μας δώσετε γιατί εσείς είστε και ιδιαίτερη περίπτωση για όλους μας. Όχι, όχι, όχι. Και σαν άτομο, αλλά και σαν γυναίκα του κυρίου Εστρά, θυμάμαστε όλοι με πολύ μεγάλη εκτίμηση και το έργο που έχει αφήσει πίσω ότι είναι πολύτιμο για όλους μας το βιβλίο, ότι είναι κάτι που θα πρέπει να το διαβάζουν όλοι. Όλοι εμείς που είμαστε Εβραίοι και ειδικά οι πρόεδροι των κοινωτήτων. Για να δίνουν και μια γραμμή, να καταλάβουν τι θα πει Εβραίος και να καταλάβουν το νόημα, το essence του Εβραϊσμού. Και τι θα πει η πρόεδρος μας κοινότητας. Δεν είναι το αξίωμα μόνο που το κάνει. Είναι οι γνώσεις όλες.
Κυρία Ρίτα: Οι γνώσεις, οι πράξεις και η αγάπη. Η αγάπη και πώς καθοδηγεί τα πράγματα για να υπάρχει σύνδεση, να υπάρχει ανάπτυξη, να υπάρχει εβραϊκή ψυχή.
Λοιπόν, μετά τον πόλεμο, τέλος πάντων στον πόλεμο, εγώ ήμουνα τεσσάρων ετών. Δεν έχω μνήμες. Και ό,τι έχω είναι από τις πολλές διηγήσεις που άκουγα, ας πούμε, και έχω τέτοια ακούσματα τρομερά.
Εμείς είχαμε φύγει, είχαμε πάρει σε ένα χωριό επάνω στην καρυά του Ολύμπου και για να πάμε εκεί έπρεπε να περάσουμε από ένα μέρος που ήταν καλύβια κτηνοτρόφων. Και εκεί έγινε, λέγεται Καράλακας αυτό το μέρος. Και έχει γίνει μάχη εκεί στον Καράλακας, μεταξύ Γερμανών και Ανταρτών και αυτά. Εμείς ήμασταν τότε εκεί, στα Καλύβια, αυτά η οικογένειά μας. Και άλλες οικογένειες ήταν και του Κοέν, της γιαγιάς της Χανούλας, της δικιάς σου, ανήψια όλοι αυτοί. Και άλλες οικογένειες εκεί. Και κρυβόμασταν εκεί.
Μιχάλης: Πόσο περίπου κυρία Ρίτα, ήθελα να σας την κάνω αυτή την ερώτηση, αλλά με προλάβετε. Πόσοι περίπου Εβραίοι ήταν ακόμη, σε σύνολο μαζί σας τότε εκεί πέρα στο μέρος που κρυβόσατε;
Κυρία Ρίτα: Α, εκεί. Χοντρικά. Άτομα ήταν καμιά τριανταριά.
Μιχάλης: Εντάξει.
Κυρία Ρίτα: Ναι. Οικογένειες, τώρα υπήρχαν και οικογένειες με δύο άτομα, υπάρχαν και με έξι. Υπήρχαν άτομα και εκεί κάπου. Ναι, κρυβόμασταν εκεί, τελικά πέρασε, έχω και φωτογραφία από αυτό. Η μοναδική φωτογραφία που υπάρχει στην Ελλάδα, που δείχνει πως ήμασταν εκεί. Δεν ξέρω ποιος μας την έβγαλε. Εμείς δεν είχαμε όρεξη να βγάλουμε από την φωτογραφία, ούτε μηχανές είχαμε. Κάποιος λένε ότι πέρασε κάποιος Ιταλός και μας έβγαλε και την είχε την πρωτότυπη η Λίκα, η κοέ. Και την πήρα εγώ και έβγαλα και απ' το αντίγραφα. Έχω θα σας τη φέρω.
Μιχάλης: Ήταν και η θεία η Λίκα εκεί και στη φωτογραφία;
Κυρία Ρίτα: Ναι, ήταν και αυτή η Λίκα, ο Αχήλ, ήταν ο άνδρας της. Δεν ήταν παντρεμένη ακόμα.
Εκεί κρυβόμασταν, όσπου πέρασε κάποιος, γιατί ο πατέρας μου ήταν δικαστικός υπάλληλος, εδώ στη Λάρισα. Και εκεί ήταν. Θέλω να πω, ο μόνος στην ηλικία αυτή που ήταν μορφωμένος, γιατί όλοι οι άλλοι, ξέρεις, ήταν σόμπες, αυτά, τέτοια πράγματα, βιοτεχνίες διάφορες. Λοιπόν, και πήρε άδεια τότε να σώσει την οικογένεια. Πήρε άδεια άνευ αποδοχών, δεν ήξερε πότε θα γυρίσει. Και πήγαμε εκεί.
Και όταν πέρασε από εκεί κάποιος που τον είχε εξυπηρετήσει, σε ένα δικαστήριο, σε μια δίκη του. Και λέει, τι δουλειά είσαι εσύ εδώ, Κοέν. Του λέει, τι να πω, λέει, να ήρθαμε εδώ, φροντίζουμε την οικογένεια, προσπαθώ να του σώσω και αυτά. Και πού θα πας από εδώ. Θα πάω, λέει, απάνω στην Καριά. Πώς θα πας, με τα πόδια. Τι λες τώρα, λέει, θα σου στείλω εγώ, λέει, ζώα και θα ανεβείτε απάνω και θα πάτε. Και πραγματικά την επόμενη μέρα έστειλε γαϊδούρια, συγγνώμη. Και ανεβήκαμε απάνω και πήγαμε στην Καρυά. Και στην Καρυά περάσαμε καλά.
Και μπορώ να πω ότι θυμάμαι κάποιες στιγμές εκεί. Θυμάμαι, ας πούμε, που είχα μια πολύ ωραία ξαδέρφη, και ήταν και η μαμά της βέβαια και τα αγόρια, και μια πολύ ωραία ξαδέρφη και ήμασταν εκεί μαζί στην Καρυά και με αγαπούσε πολύ που πηγαίναμε. Και όταν πήγαμε δρομή μια φορά, στην Καρυά, μου λέει η Ρούλα, η αδερφή μου που ήταν μεγαλύτερη, λέει, κάτσε να πάμε μαζί εσύ, δεν θυμάσαι. Λέω, άσε με να δω, θυμάμαι. Και πήγα μπροστά, πήγα κατευθείαν στο σπίτι που μέναμε. Μου είχε εντυπωθεί αλλά δεν το ήξερα.
Και έμειναμε εκεί κάποιους μήνες, μέχρι την απελευθέρωση της Λάρισσας, στις 23 Οκτωβρίου που ήτανε, του 43, όχι ψέματα, του 44.
Ήρθαμε μετά εδώ στη Λάρισσα, όπου ήταν πάρα πολύ δύσκολη, πώς το λένε, να βρούμε το βήμα μας εδώ. Ρούχα δεν υπήρχαν στις ντουλάπες μέσα, λεηλατημένα όλα. Ήταν ρούχα τότε.
Μιχάλης: Η Ούνρα έστελνε ρούχα τότε;
Κυρία Ρίτα: Ναι, τότε. Άρχισε έτσι. Έστειλνε η Ούνρα, έστειλνε... Ναι, ερχόντουσαν και δέματα για από ρούχα και δέματα που είχανε τρόφιμα, ζάχαρη, αλεύρι, διάφορα τέτοια τα πολύ απαραίτητα, ας πούμε, έστειλνα. Ναι, μας βούλησε πάρα πολύ. Και πηγαίναμε τότε. Τέλος πάντων, κατεβήκαμε και αρχίσαμε να φτιάχνουμε τη ζωή μας.
Ο πατέρας μου πήγε φυσικά στη δουλειά και όταν τον είδαν εκεί, τον χαιρέτησαν με αγάπη, με αυτά που ήρθανε τελικά, λέει ένας φίλος του «Θα έρθω σπίτι σου, λέει, να δω και την οικογένεια». «Μην έρχεσαι, λέει, γιατί δεν έχουμε ούτε ποτήρι να σου δώσουμε νερό». Του λέει.
Μιχάλης: Τα βρήκατε όμως τα υπάρχοντά σας.
Κυρία Ρίτα: Ναι, και τελικά βρήκαμε ένα κύπελο έτσι παλιό κάπου, το πλύναμε και πίναμε από αυτό νερό. Όλοι.
Μιχάλης: Γυρίσατε στο σπίτι που μένατε πριν;
Κυρία Ρίτα: Όχι, πήγαμε επειδή τότε το κράτος έκανε, πώς το λένε, επέτασε σπίτια. Μας έστειλε σε ένα υπόγειο από ένα σπίτι που ήταν ένας συνάδελφος, το επάνω ήταν ένας συνάδελφος του πατέρα μου, ο οποίος δεν μας είδε με καλό μάτι. Δεν ήθελε Εβραίους εκεί, δεν ήθελε και αυτά και μας ρίχνανε νερό ζυματιστό κάθε μέρα μπροστά την ώρα που βγαίναμε και τέτοια. Ε τελικά φύγαμε και πήγαμε στο σπίτι του Μπένιου Λεβί, του Μιχάλη Λεβί, του πατέρα του. Ήταν στην ίδια θέση που ήταν και το παλιό μου εκεί.
Μιχάλης: Το δικό σας το πατρικό κυρία Ρίτα τι έγινε;
Κυρία Ρίτα: Το δικό μας το πρώτο που αφήσαμε που φύγαμε ήταν στην Παλαμίδου.
Μιχάλης: Ήταν δικό σας ή ήταν νοικιασμένος;
Κυρία Ρίτα: Όχι, από όλους νοικιασμένα, ήταν δυο δυο δωμάτια ο καθένας. Και το άλλο ήταν που βρήκαμε εδώ, ήταν κάπου μακριά προς τους στρατώνες και μετά βρήκαμε στον Μιχάλη. Λέω τώρα στην Ανίτα του Μιχάλη γιατί ήταν φίλος μας ο Μιχάλης. Και ήταν ο πρώην πρόεδρος της κοινότητας ο Μιχάλης και μείναμε εκεί στο σπίτι τους. Πήραμε εμείς δύο δωμάτια και άλλα δύο, τρία, τέσσερα είχαν αυτοί ξέρω εγώ. Εμείς είχαμε δύο δωμάτια συνεχόμενα.
Άρχισε να δουλεύει η αδερφή μου εκεί σαν μοδίστρα. Βέβαια αφού πήγαμε σχολείο, ναι το σχολείο είναι σημαντικό να πω ότι πήγαμε στο σχολείο αλλά δεν πήγαμε στο εβραϊκό.
Μιχάλης: Υπήρχε;
Κυρία Ρίτα: Υπήρχε βέβαια, όλοι οι άλλοι πήγαν στο εβραϊκό σχολείο. Εμείς δεν πήγαμε στο εβραϊκό γιατί η Ρούλα η αδερφή μου πήγαμε στις αρχές στο εβραϊκό και ήταν μια δασκάλα κακιά εκεί. Και έλεγε η συνέχεια ας πούμε κάτι πήγαινε να πει και για τους Εβραίους και αυτά και δεν ήθελε να πάει η Ρούλα.
Μιχάλης: Πώς και υπήρχε εβραϊκό σχολείο αμέσως μετά το πόλεμο, πώς δημιουργήθηκε;
Κυρία Ρίτα: Κοίταξε υπήρχε ήταν ένας Ραβίνος εδώ ο Κασούτο.
Μιχάλης: Μπράβο.
Κυρία Ρίτα: Ναι ο οποίος το έκανε το σχολείο σαν θρησκευτικό ας πούμε άρχισε. Ναι. Άρχισε έτσι με τέτοια ο μπαμπάς σου πήγαινε εκεί, ο Ισδράς πήγαινε εκεί και το έκανε έτσι. Εκεί μάθανε εβραϊκά οι γονείς μας και η ηλικία αυτή του μπαμπά της και αυτά. Μάθανε εβραϊκά, τα πρώτα εβραϊκά και τα καλά εβραϊκά. Δηλαδή ξέρουν να διαβάζουν, ξέραν να διαβάζουν γιατί μάθανε αυτά στον Κασούτο.
Λοιπόν και δεν πήγαμε εκεί ενώ μεταξύ δεν ξέραμε αν μπορούσαν να μας δεχθούν σε άλλο δημόσιο σχολείο. Δημόσιο. Πήγε ο μπαμπάς μου στον διευθυντή που τον ήξερε. Του λέει θέλουν τα παιδιά μου, λέει θέλουν να έρθουν σε ένα σχολείο, μπορούν. Πώς δεν μπορούν, ποιος σου είπε. Και πήγαμε στο τέταρτο το σχολείο που ήταν το καλύτερο σχολείο. Ήταν πρότυπο της Λάρισας και πήγαμε εκεί.
Δεν μπορώ να πω ότι είχαμε σημάδια αντισημιτισμού ας πούμε, δεν είχαμε. Τίποτα έτσι. Μπιχτές. Απλά. Μπιχτές μόνο. Ούτε μπιχτές καν, είχαμε κάποιες στιγμές, κάποια.
Και θυμάμαι τότε, βέβαια εμείς δεν προκαλούσαμε κανέναν και καμία. Ήμασταν φίλες με όλα τα παιδιά και μας αγαπούσαν όλα τα παιδιά. Και είχαμε και έναν δάσκαλο διευθυντή ο οποίος ήταν πάρα πολύ καλός και πολύ ακέραιος. Και αυτό τι θα πει λέει οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί, όλοι είμαστε το ίδιο και τέτοια.
Κάποια στιγμή είχαμε στο σχολείο ας πούμε, ήμασταν μοιρασμένοι στους καλούς μαθητές και στους πιο λιγότερο καλούς. Αυτοί οι καλοί ανέλαβαν τώρα επειδή τότε φροντιστήρια δεν υπήρχαν, ούτε οι γονείς ήταν μορφωμένοι, οι καλοί ανέλαβαν να κάνουνε ομάδες ας πούμε, για να προχωρήσουν τα παιδιά. Και τους διάλεξε ο δάσκαλος ο διευθυντής και με έβαλε εμένα σε ένα γκρουπ ας πούμε τέτοιο να είμαι επικεφαλής.
Οπότε βγαίνει κάποια και λέει, εγώ δεν πάω στο σπίτι της Ρήτας. Λέει γιατί δεν πας, γιατί είναι Εβραίοι και θα μας βάλουν στα βελόνια. Της λέει θα πας και θα πεις σε τι βελόνια σε βάλανε να πάω και εγώ. Της λέει μετά. Αλλά μετά που ήρθε και στο σπίτι μου και είδε την περιποίηση της μαμάς μου και όλα αυτά και πως ήμασταν και βελόνια δεν είχαμε και τέτοια. Της άρεσε πάρα πολύ και μπορώ να πω ότι και τώρα είμαστε φίλες.
Λοιπόν αυτά είναι. Μετά τις απόκρειες ντυνόμασταν καρναβάλια, διάφορα τώρα δεν ξέρω για το πουρίμ θα πω. Που ανοίγαν όλα τα μπαούλα. Για να βγουν από μέσα ό,τι μπορούσες να φανταστείς. Για να ντυθούμε καρναβάλια. Με τραπεζομάντυλα. Με σεντόνια και τέτοια. Τα φτιάχναμε αλλά κάναμε ωραίο κέφι. Δεν περιμέναμε τις στολές τις έτοιμες να πάμε να τις αγοράσουμε. Κάναμε ωραίο κέφι στη Λέσχη όλα τα παιδιά μαζί και αυτά δεν είχαμε διακρίσεις ποτέ. Ούτε πιο φτωχός ούτε πιο πλούσιος εμείς ήμασταν.
Γινόταν κάτι είχε μια γιορτή κάποιος. Ας πούμε θα καλούσε όλους τους Εβραίους. Κατάλογος όλους. Όχι να λείψει κάποιος δεν τον έχω φίλο. Όλοι ήμασταν φίλοι. Ναι. Ήμασταν αγαπημένοι, ήμασταν όλοι το ίδιο σας είπα και αυτά.
Τώρα μετά εμείς από εκεί από το σπίτι του Λεβή μείναμε εκεί μέχρι που αραβωνιάστηκε η Ρούλα και μετά φύγαμε πήγαμε σε ένα άλλο σπίτι. Και μετά κάνανε τις πολυκατοικίες εδώ όπως σας έδειξε η Ανίτα και πήγαμε εκεί είχαμε μια μεγάλη αυλή εκεί και ήμασταν πολλές Εβραϊκές οικογένειες και περνούσαμε πάρα πολύ ωραία.
Αν δεις αυτό που είχα γράψει για το για γιατί μετά το πουρίμ αμέσως ξεκινούσαμε δουλειές για το Πέσαχ και εμείς είχαμε χωρίσει την αυλή έτσι είχαμε χωρίσει την αυλή που ήταν τεράστια σε τέσσερα κομμάτια η κάθε πολυκατοικία είχε το πέσαχ. Το σκούπιζε το ασβέστονε το έκανε για το Πέσαχ και αυτά και λέω πως να μην ξεκινήσεις να κάνεις δουλειές όταν βλέπεις απέναντι την ευτυχία που τα έβγαλα όλα έξω.
Οι δουλειές για το Πέσαχ άρχιζαν την επομένη του πουρήμ. Αρχίζαμε ασβεστώματα, ξεσηκώματα. Σιρτάρια. Τα σιρτάρια. Να πλένονται τα αυτά τα καλύματα. Έχει. Και αυτά όλα να πλένονται, να καθαρίζονται και τέτοια.
Και μετά αφού τελειώναμε τις δουλειές τις δικές μας πηγαίναμε και στην κοινότητα να κάνουμε δουλειές.
Μιχάλης: Που;
Κυρία Ρίτα: Μέσα στη συναγωγή πηγαίναμε να καθαρίσουμε τους πολυελαίους, να καθαρίσουμε τις πόρτες, τα παράθυρα και αυτά. Το βράδυ του Πέσαχ δηλαδή το καλ έπρεπε να είναι έτοιμο. Μαζί και το σπίτι μας. Φεύγαμε από εκεί. Πηγαίναμε στο σπίτι. Πολύ ξεκούραστες. Ναι. Και καθόμασταν και άρχιζε το σέντερ.
Ο πιο μεγάλος της οικογένειας, ο παππούς συνήθως έλεγε το κιντούς και μετά όλοι ακολουθούσαμε. Κρατούσαμε πάρα πολύ καλά όλα τα έθιμα. Τα μέρες δεν τρώγαμε ψωμί. Ναι. Απαγορευόταν να φάμε. Ή να τρώνε τα παιδιά έξω να παίρνουν τίποτα. Δεν είχαν λεφτά, δεν είχαν τέτοια. Ναι. Και τρώγαμε τις πριν από το Πέσακ τρώμακαμε όλα τα μακαρόνια, ψωμιά τι είχαμε όλα αυτά για να φύγουν αυτά να είναι καθαρά για το Πέσακ. Ναι.
Και μετά κάναμε και αυτό το έθιμο. Το έθιμο που κρύβαμε όλα τα χαμέτσι. Ναι. Για να μην υπάρχει στο σπίτι τίποτα χαμέτσι. Σε ένα δουλάπι όλα. Ναι. Και όλα τα υπόλοιπα ήταν κασερλίτικα, ήταν για το Πέσακ. Ναι. Και κρύβανε, ρίχνανε και λίγα ψίχουλα. Ναι. Να τα βρει κάποιος πως το λένε αυτό. Α αυτός που καλχαμερά. Ναι καλχαμερά. Ναι. Ρίχνανε λίγα ψίχουλα για να βρουν και να πούνε ότι να αυτά τα πετάμε και αυτά είναι τα τελευταία. Ναι.
Μιχάλης: Αυτό πότε γινότανε στη διάρκεια της νύχτας;
Κυρία Ρίτα: Το Πέσακ. Ακριβώς. Παραμονή από το Πέσακ. Πριν από το Πέσακ. Ναι μέχρι την παραμονή. Έτσι. Μέχρι την παραμονή. Όταν ήμασταν στο τραπέζι, ωραία λέγαμε. Τον πληρώναμε αυτόν. Και όλος το έθιμο ήταν να αγοράζει το χαμέτζ αυτός από εμάς. Κάτι είναι. Α με το καλχαμερά. Ναι. Όποιος το αγόραζε ή κάτι κέρδιζε. Μήθεν το αγόραζε. Ναι. Ναι. Αυτός από εμάς. Ναι. Ναι. Πού ήρθανε το χαμέτζ. Ναι. Ναι.
Μιχάλης: Και αυτός που το αγόραζε ήταν κάποιος γείτονας, ήταν κάποιος φίλος;
Κυρία Ρίτα: Ωραίος πάντως. Ναι. Ναι. Ναι. Ναι. Και δεν αφήναμε μόνες και τις οικογένειες που δεν είχαν που να πάνε ή δεν είχαν συγγενείς. Εμείς θυμάμαι, παίρναμε πάντα την κυρία Ρούλα, την Γιακοέλ. Α αυτή είναι. Ναι. Πάντα ερχόταν το Πέσαχ.
Αυτά μετά το Πέσαχ περνούσε έτσι. Ο πατέρας μου που ήταν σε δημόσια υπηρεσία έπαιρνε άδεια, αλλά όχι για όλες τις μέρες. Όχι για όλες τις, κυριότερες, γιατί ο πατέρας μου εκτός από θρήσκος ας πούμε, δεν ήταν πολύ θρήσκος, δεν ήταν εκείνο το άρρωστο, αλλά ήταν στο Καλ, ήταν Κοέν και έκανε το Κοανίμ στο Καλ και είχε μια φωνή, μια φωνή μελωδική που όλοι θυμούνται ακόμα. Σαν η φωνή του Κοέν στη Λάρισαν δεν υπήρχε.
Μιχάλης: Πώς ονομάζονταν ο πατέρας σας;
Κυρία Ρίτα: Ιωσήφ Κοέν. Λοιπόν και πηγαίναμε εκεί. Τώρα εσείς ρωτάτε εκείνα αν είχαν ενδυμασία ειδική στις γιορτές και τέτοια. Ναι, είχαμε κάτι, όχι. Δεν είχαμε κάτι ιδιαίτερο. Με τα καλά τους τα ρούχα, με το ταλέτ, είπε μάλιστα, με το σακουλάκι το ταλέτ. Και την κυπά μέσα. Ναι, μέσα το ταλέτ και την κυπά και πηγαίναν στο Καλ έτσι.
Όσο για τις γυναίκες όμως, το Ρωσανσανά ειδικά, πήγα τώρα στο Ρωσανσανά. Ναι, το Ρωσανσανά ειδικά. Ραβόντουσαν, ράβανε ρούχα για την επόμενη γιορτή του Ρωσανσανά. Τόσο πολλοί το είχαμε, ναι.
Ανίτα: Και όχι μόνο αυτό κυρία Ρίτα. Θυμάσαι; Και όσες μάνες είχαν κορίτσια που δεν ήταν παντρεμένα εδώ και ήταν από τη Θεσσαλονίκη, από την Αθήνα και ερχόντουσαν. Μας έπαιρναν το κιπούρ και μας πήγαιναν στην αγορά, εγώ το θυμάμαι αυτό, για να μας ψωνίσουν ρούχα. Ναι, να μας κάνουν το δώρο. Και σου λέει τα μαγαζιά είναι κλειστά τα δικά μας. Καθόμασταν μια-δυο ώρες στη λειτουργία, πολύ καλά ντυμένες για να μην πει ο κόσμος ότι υπήρχε ή αν ήταν ξένο. Ήταν στην αγορά και μας αγόρασαν ό,τι θέλαμε, δώρα δηλαδή.
Κυρία Ρίτα: Αλλά αυτό ήταν. Ναι, ναι, ναι. Αυτό ήταν. Ήταν μέσα από τις συνήθειες που ήταν. Αλλά νηστικές στην αγορά. Ναι. Το κιπούρ, τη νηστεία την τηρούσαμε. Ναι, το κιπούρ το κρατούσαμε όλοι και μα δεν πάει να υποφέραμε, δεν πάει να κάνουμε εκεί το κιπούρ. Όχι ότι μας υποχρεώναν, αλλά θέλαμε. Θέλαμε να λέμε ότι το κιπούρ το κρατάμε. Ναι.
Και τώρα σας αναβέβαια, εντάξει, με τα ειδικά εδέσματα που υπήρχαν τότε, που κάναμε.
Μιχάλης: Για τα εδέσματα που μας πείτε λίγα λόγια;
Κυρία Ρίτα: Ναι. Υπάρχει ένας κώδικας ας πούμε που έχει ορισμένα φαγητά που τρώγονται όταν κάνουμε τις προσευχές για το Ρώσας Ανά. Ας πούμε επειδή, ναι, επειδή είναι γιορτή των δέντρων και των καρπών που βγαίνουν εκείνη την εποχή συνήθως, κάνουμε μια προσευχή για το πράγμα. Για το πράσο ας πούμε. Κάνοντας διάφορα πράσοκεφτερακια, κι τέτοια. Κάνουμε μια για το σπανάκι, κάνουμε για το μήλο το οποίο το βουτάμε συνήθως πρέπει να το βουτάμε στο μέλι ή τίποτε άλλο και καλά λες. Το βουτάμε στο μέλι για να είναι γλυκιά η ζωή μας. Αυτό συμβολίζει. Ναι. Το στρογγυλό συμβολίζει το μήλο της ζωής και το βουτάνουμε στο μέλο να είναι γλυκιά και ενώργια χρονιά η ζωή μας.
Ανίτα: Επίσης, άλλο αυτά είναι καρποί που φυτρώνουν στο Ισραήλ. Απλά ήρθε σε εμάς το έτοιμο με αυτούς τους καρπούς. Αλλά ουσιαστικά κάνουμε αυτό που είπε η κυρία Ρίτα. Είναι ο κώδικας των καινούριων καρπών που δίνει η γη αυτή την περίοδο. Γιατί έχουμε και τους καλοκαιρινούς καρπούς και τους χειμωνιάτικους. Αυτό από τον Αμορέ, κυρία Ρίτα, τα θυμάμαι. Ναι, ναι, ναι. Από τον Αμορέ.
Μιχάλης: Θυμάστε τι ευχή λέγατε στο Ρώσας Σανά;
Κυρία Ρίτα: Αρχίζει το Ρώσας Σανά, λέμε σανά το βα, καλή χρονιά. Σανά το βα, ο μετουκά που θα είναι και βλυκιά. Και μετά, μπαίνουμε στο δεκαήμερο που πάει το Κιπούρ και λέμε γμάρχα τιμά το βα. Δηλαδή καλή εγγραφή. Καλή εγγραφή.
Μέσα στις προσευχές του Ρώσας Σανά, είναι, ακούγεται πολύ για τους εχθρούς των Εβραίων και αυτά. Να είναι πολλά, όχι, βάζουμε και ρόδι, ρόδι, που συμβολίζει να είμαστε πολλοί ας πούμε, απολύγει να γίνουμε κάθε φορά και περισσότεροι με τα σπόρια.
Ανίτα: Λέμε για το ρόδι, συμβολίζει την αυθονία και τις 613. Λέμε για το Straight Fiν t's Bot. Όσοι είναι οι σπόροι του ροδιού, να είναι και οι καλές μας πράξεις. Αυτή είναι η ραβινική εκδοχή. Η κανονική εκδοχή είναι να έχουμε αυθονία όπως το ρόδι είναι αυθονία, είναι η ραβινική εκδοχή και είναι και η κουσμική εκδοχή. Και τρώμε και ψάρι για να είμαστε άφθονοι και αμέτρητοι όσο είναι τα ψάρια στη θάλασσα. Και κάνουμε και το… κρατάμε και λίγο το κεφάλι του ψαριού για να είμαστε κεφάλι και όχι... Να είμαστε κορυφοί και όχι λίστοι.
Μιχάλης: Θέλατε να πείτε κάτι για τους εχθρούς των Εβραίων;
Κυρία Ρίτα: Ναι, δηλαδή τους καταριόμαστε κάποιο τρόπο εκεί. Σωστά τα λέτε. Ναι, εμείς φροντίζουμε να το κάνουμε λίγο πιο ελαφρό, ειδικά όταν έχουμε και ανθρώπους, γιατί έχουμε τώρα στην οικογένεια και χριστιανούς και αυτά. Προσπαθούμε να το κάνουμε πιο ελαφρό.
Μιχάλης: Πώς;
Κυρία Ρίτα: Γιατί βάζοντας λίγο, φτιάχνοντας λίγο τις χρυσώνουμε, το χάπι που λένε.
Τώρα πάμε στο Κιπούρ. Πήγαμε στο Κιπούρ, το κάναμε. Κάνουμε, τρώμε από νωρίς το βράδυ, το απόγευμα ας πούμε, της παραμονής στο Κιπούρ. Τρώμε ένα καλό φαγητό, ανάλογα τι αρέσει στον καθένα, δεν ξέρω. Χωρίς να είναι κάτι όπως το πέσαχ που τρώμε, τα ζυμαρικά δεν τα τρώμε και αυτά. Όχι, το Κιπούρ δεν υπάρχει καμία... Κανένας περιορισμός. Ναι, δεν υπάρχει περιορισμός.
Τρώμε ένα καλό γεύμα την παραμονή, τις έξι ώρα. Και μετά πηγαίνουμε στο Καλ, πιο πολλοί άντρες ας πούμε, πηγαίνουν εμείς οι γυναίκες. Καθόμαστε στο σπίτι, ξεκουραζόμαστε ύστερα από τόσες μέρες. Αλλά όταν συνέβη το παζάρι που πηγαίναμε όλοι. Ναι, αυτό θα έλεγα.
Εμάς τότε εδώ στη Λάρισσα, συμπίπτει 24 Σεπτεμβρίου, έχουμε εδώ το παζάρι της Λάρισσας, που είναι ξακουστό. Τότε γινόταν το παζάρι στο Αλκατάρ κάτω στο πάρκο και ήταν πολύ ωραία τότε. Περιμέναμε όλοι να βγούμε από το Καλ και να πάμε κατευθείαν στο παζάρι. Και να πάμε και χαλβάκι όλοι. Παρότι έπρεπε να νηστεύουμε, να μην τρώμε. Ναι, εντάξει, αλλά λέει αυτό δεν πιάνεται. Να πιάνουμε.
Ναι, πηγαίναμε εκεί όλοι, περιμέναμε απ' έξω να αντιθούμε, να μαζευτούμε και να πάμε στο παζάρι όλες οι παρέες.
Μετά δεν τρώγαμε φυσικά όλη την ημέρα και όσοι μπορούσαν να κρατήσουν. Τώρα υπήρχαν και άνθρωποι που ήταν άρρωστοι ή που ήταν ηλικιωμένοι. Εντάξει, κρατούσαμε μέχρι την επόμενη ημέρα όταν έβγαινε το πρώτο άστρο. Τότε τελείωνε η λειτουργία και τρώγαμε κανονικά.
Βέβαια, οι λειτουργίες στη συναγωγή ήταν πάρα πολύ ωραίες και πολύ μελωδικές και πολύ συμβολικές. Όλες οι ευχές και αυτά έχουν μεγάλους και πολλούς συμβολισμούς, οι οποίοι τώρα εντάξει δεν εξηγούνται μέσα σε λίγα λεπτά. Πάντως ήταν έτσι. Και συγκινητικές και αυτά λέγανε έτσι ωραία λόγια και για αυτούς που πέθαναν που υπήρξαν κάποιοι πρόεδροι της κοινότητας ή ραβίνοι, όλα αυτά.
Και η λειτουργία πήγαινε συνέχεια μέχρι τις 7 η ώρα. Οπότε τότε ερχόταν η ώρα από το σοφάρ. Το οποίο σάλπιζε και ήταν η χαρά μας τότε. Φεύγαμε τρέχοντας οι γυναίκες να ζεστάνουμε το φαγητό.
Τώρα έχει κάμποσα χρόνια που φροντίζει η Βίζο, βγάζει κάτι γλυκά, κάτι μπισκοτάκια και καμιά πορτοκαλάδα και αυτά, για να κόψουν εκεί την νηστεία και να πάμε λίγο στο σπίτι πιο άνετο. Ναι, όπου ξεκινάει πάλι άλλο γεύμα με γλυκό πρώτα πρώτα, είναι γλυκιά η χρονιά και μετά κανονικό φαγητό πια τελείως, σούπα κυρίως, το πρώτο πιάτο ήταν σούπα για να μην είναι βαρύ.
Μιχάλης: Το γλυκό ήταν κάτι ιδιαίτερο, κάποιο ιδιαίτερο γλυκό ήτανε;
Κυρία Ρίτα: Εμείς τρώγαμε, τρώμε το κηδόνι που το κάνουμε γλυκό, τριφτό και τρώμε από μία κουταλιά τέτοιο κηδόνι. Η μαμά μου έλεγε ότι και αυτή στον πόλεμο γλυκό του τελείου έκοβαν την πούλη.

