Απομαγνητοφώνηση
Συνέντευξη με τη Φρίντα Ματαλών – Θεσσαλονίκη (Μέρος 3)
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θα ήθελα να σας ρωτήσω, κυρία Φρίντα: πώς φάνηκε χρήσιμος στους αντάρτες ο μπαμπάς σας; Ξέρετε με τι ασχολήθηκε στο βουνό;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Στο βουνό, για ένα διάστημα, είχε πιάσει φιλίες με έναν ορθόδοξο παπά. Ο παπάς ήταν στο χωριό γιατί ο γιος του ήταν συνταγματάρχης, διοικητής. Ο μπαμπάς μου και ο παπάς έγιναν αχώριστοι. Μιλούσαν ελληνικά και τα πήγαιναν μια χαρά.
Κάποια στιγμή ο γιος του παπά πήρε μετάθεση και έπρεπε να φύγει κι εκείνος. Ο μπαμπάς μου στενοχωρήθηκε πολύ. Ο παπάς του είπε: «Ηλία, μη στενοχωριέσαι. Ο γιος μου θα σου γράψει ένα γράμμα. Όπου κι αν πας, να το δείχνεις, για να μη σε περάσουν για κατάσκοπο.»
Το γράμμα εξηγούσε ποιος ήταν.
Υπήρξε όμως ένα κωμικό περιστατικό. Σε κάποιο σημείο του γράμματος υπήρχε η λέξη «τσαφούτ». Ο μπαμπάς μου ρώτησε τι σημαίνει. Όταν του εξήγησαν, είπε: «Αυτό να το σβήσεις! Είναι βρισιά για εμάς.»
Ο παπάς τον έπεισε ότι δεν μπορούσε να το σβήσει, γιατί δεν υπήρχε άλλη λέξη για να εξηγηθεί τι είναι. «Θα σε πάρουν για κατάσκοπο αν δεν το γράφει», του είπε.
Έτσι το δέχτηκε.
Δυστυχώς, αυτό το γράμμα χάθηκε μέσα στον πόλεμο, στις μετακινήσεις, στις αναστατώσεις. Ήταν μια σημαντική μαρτυρία.
Ο μπαμπάς μου έμεινε από χωριό σε χωριό. Όπου πήγαινε, τον περιποιούνταν. Του έλεγαν: «Το πρώτο μουλάρι για σένα είναι.»
Όταν ερχόταν διαταγή ότι πλησιάζουν οι Γερμανοί με τους μπαλίστες — τα τάγματα ασφαλείας των Αλβανών συνεργατών — το χωριό άδειαζε. Ούτε κότα δεν άφηναν. Οι Γερμανοί έκαιγαν τα χωριά.
Έτσι βρέθηκε πολύ μακριά από την Κορυτσά.
Όταν ήρθε η απελευθέρωση, άρχισε να κατεβαίνει προς την Κορυτσά για να συναντηθούμε. Και πράγματι συναντηθήκαμε. Ήταν γιορτή. Έκλαιγα ασταμάτητα.
Αποφασίσαμε να γυρίσουμε στη Θεσσαλονίκη. Πήγα στους αντάρτες και τους παρακάλεσα να μας δώσουν αυτοκίνητο. Μας το έδωσαν.
Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη δέκα μέρες αργότερα, γιατί το αυτοκίνητο χάλασε στην Έδεσσα και περιμέναμε ανταλλακτικά. Περιπέτεια.
Γυρίσαμε πριν από τα Χριστούγεννα. Λίγο αργότερα ο Εμβέρ Χότζα έκλεισε τα σύνορα. Αν δεν είχαμε φύγει εκείνες τις δέκα μέρες νωρίτερα, θα μέναμε στην Κορυτσά.
Την επόμενη μέρα που φτάσαμε — ήταν Κυριακή — ντύθηκα και βγήκα να βρω τις συμμαθήτριές μου. Χτυπούσα πόρτες, αγκαλιές, κλάματα.
Από τις Εβραιοπούλες, καμία. Μόνο οι χριστιανές φίλες μου είχαν μείνει.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Τι έγινε με το σπίτι σας;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Το παλιό, το βομβαρδισμένο, δεν ξέρουμε τι απέγινε. Τα έπιπλα χάθηκαν.
Το άλλο σπίτι, με τα δύο δωμάτια, το είχαν επιτάξει οι ταγματασφαλίτες και είχαν βάλει δικούς τους ανθρώπους — έναν ράφτη και άλλον έναν.
Δεν μπορούσαμε να μπούμε.
Ένα γκαρσόνι από το ξενοδοχείο — τότε αντάρτης και υποδιοικητής του 5ου αστυνομικού τμήματος — είπε στον μπαμπά μου: «Μην στενοχωριέστε, θα τον πλακώσω στο ξύλο.»
Ο μπαμπάς μου απάντησε: «Όχι ξύλο. Να του δώσεις να καταλάβει ότι γυρίσαμε και ότι πρέπει να μπούμε στο σπίτι μας.»
Τελικά έφυγαν και μπήκαμε στο σπίτι με ό,τι έπιπλα είχαν απομείνει.
Ήταν το ’44. Πήγα ξανά στο σχολείο στη Βαλαγιάννη. Η ζωή άρχισε να ξαναμπαίνει σε μια σειρά. Ο μπαμπάς μου έκανε ό,τι δουλειά έβρισκε.
Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι το 1942, στην Πλατεία Ελευθερίας. Μάζεψαν όλους τους Εβραίους άντρες από 18 έως 45 ετών. Ήταν Ιούλιος και έκανε αφόρητη ζέστη.
Πήγαμε μέχρι τη Μητροπόλεως να δούμε τι γίνεται. Το ξενοδοχείο Ritz στην πλατεία το είχαν οι Γερμανοί. Στα μπαλκόνια στέκονταν Γερμανίδες και αξιωματικοί και παρακολουθούσαν.
Δεν είδα με τα μάτια μου να τους βάζουν γυμναστική, αλλά είδα να προσπαθούν να βάλουν μαντήλι στο κεφάλι από τον ήλιο, και οι Γερμανοί τους τα τραβούσαν και τους χτυπούσαν.
Ο μπαμπάς μου δεν παρουσιάστηκε — ήταν πάνω από 45.
Πολλά ξαδέρφια και συγγενείς παρουσιάστηκαν. Οι συγγενείς του πατέρα μου, με ελληνική ιθαγένεια, δεν σώθηκαν κανείς. Οι συγγενείς της μητέρας μου είχαν ισπανική ιθαγένεια και στάλθηκαν στο Bergen-Belsen. Αυτοί σώθηκαν.
Από τη μεριά του μπαμπά μου, κανένας.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Δεν θα ήθελα να κλείσουμε πριν μας πείτε δύο λόγια για την οικογένεια Νησίμ.
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Την οικογένεια Νησίμ τη γνωρίσαμε γιατί έμεναν στο ξενοδοχείο του γαμπρού μου. Η Μέρη Νησίμ και ο Γκαμπριέλ Νησίμ — γονείς του Φίκο.
Ο Φίκος βρισκόταν στο Μιλάνο. Από εκεί ξεκίνησε όλη η περιουσία. Ήταν πολύ έξυπνος. Έγινε αντιπρόσωπος πολλών προϊόντων — σαπούνια, σαμπουάν, καλλυντικά.
Έφερε και τον αδερφό του, τον Ερίκο. Με τη γυναίκα του, την Κούλα, είχα ιδιαίτερη φιλία.
Αργότερα εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι. Σε ένα ταξίδι μας εκεί, τους επισκεφθήκαμε. Μας άνοιξε την πόρτα υπηρέτης. Το σπίτι τους ήταν στην καλύτερη περιοχή, στη Λεωφόρο Βίκτωρ Ουγκώ.
Θυμάμαι να λέω στους συγγενείς μου: «Να μάθετε πώς δέχεται η αριστοκρατία.»
Ήταν άνθρωποι καλλιεργημένοι και επιτυχημένοι.
Και θυμάμαι μια φράση: «Πέθανε ο φασισμός, ελευθερία στο λαό.»
Αυτό μόνο θυμάμαι.
Στο τρίτο μέρος της μαρτυρίας της, η Φρίντα Ματαλών αφηγείται τα χρόνια διαφυγής και επιβίωσης στην Κορυτσά της Αλβανίας. Παρότι όλοι γνώριζαν ότι η οικογένειά της ήταν εβραϊκή, οι άνθρωποι γύρω τους έδειξαν διακριτικότητα και προστασία. Η ζωή εκεί κύλησε μέσα σε φόβο, φτώχεια και αβεβαιότητα, ενώ ο πατέρας της ζούσε στα βουνά μαζί με αντάρτες, μετακινούμενος από χωριό σε χωριό μέσα στον βαρύ χειμώνα του 1944. Περιγράφει τη βοήθεια που έλαβαν από Αλβανούς φίλους, την εμπλοκή των παρτιζάνων, τις δυσκολίες της επικοινωνίας και τις στιγμές αγωνίας μέχρι την τελική επιστροφή στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν κλείσουν τα σύνορα. Η επανένωση με τον πατέρα της και η επιστροφή στην πόλη σημαδεύτηκαν από συγκίνηση αλλά και από τη σκληρή πραγματικότητα: άδειο σπίτι, κατεστραμμένη περιουσία, χαμένες οικογένειες. Θυμάται επίσης τη συγκέντρωση των Εβραίων ανδρών στην Πλατεία Ελευθερίας το 1942, τις διώξεις και τις απώλειες. Από την οικογένεια του πατέρα της δεν επέζησε κανείς, ενώ από την πλευρά της μητέρας της σώθηκαν όσοι είχαν ισπανική υπηκοότητα και στάλθηκαν στο Μπέργκεν-Μπέλζεν. Κλείνοντας, αναφέρεται στην οικογένεια Νισίμ και στη μεταπολεμική τους πορεία, θυμούμενη ανθρώπους καλλιεργημένους και αξιοπρεπείς, καθώς και τη φράση που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη της: «Ο φασισμός πέθανε. Ελευθερία στους λαούς.» Μια βαθιά ανθρώπινη μαρτυρία για τη διαφυγή, την απώλεια, την αντοχή και την επιστροφή στη ζωή μετά τον όλεθρο.
Φρίντα Ματαλών
Απομαγνητοφώνηση
Συνέντευξη με τη Φρίντα Ματαλών – Θεσσαλονίκη (Μέρος 3)
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Θα ήθελα να σας ρωτήσω, κυρία Φρίντα: πώς φάνηκε χρήσιμος στους αντάρτες ο μπαμπάς σας; Ξέρετε με τι ασχολήθηκε στο βουνό;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Στο βουνό, για ένα διάστημα, είχε πιάσει φιλίες με έναν ορθόδοξο παπά. Ο παπάς ήταν στο χωριό γιατί ο γιος του ήταν συνταγματάρχης, διοικητής. Ο μπαμπάς μου και ο παπάς έγιναν αχώριστοι. Μιλούσαν ελληνικά και τα πήγαιναν μια χαρά.
Κάποια στιγμή ο γιος του παπά πήρε μετάθεση και έπρεπε να φύγει κι εκείνος. Ο μπαμπάς μου στενοχωρήθηκε πολύ. Ο παπάς του είπε: «Ηλία, μη στενοχωριέσαι. Ο γιος μου θα σου γράψει ένα γράμμα. Όπου κι αν πας, να το δείχνεις, για να μη σε περάσουν για κατάσκοπο.»
Το γράμμα εξηγούσε ποιος ήταν.
Υπήρξε όμως ένα κωμικό περιστατικό. Σε κάποιο σημείο του γράμματος υπήρχε η λέξη «τσαφούτ». Ο μπαμπάς μου ρώτησε τι σημαίνει. Όταν του εξήγησαν, είπε: «Αυτό να το σβήσεις! Είναι βρισιά για εμάς.»
Ο παπάς τον έπεισε ότι δεν μπορούσε να το σβήσει, γιατί δεν υπήρχε άλλη λέξη για να εξηγηθεί τι είναι. «Θα σε πάρουν για κατάσκοπο αν δεν το γράφει», του είπε.
Έτσι το δέχτηκε.
Δυστυχώς, αυτό το γράμμα χάθηκε μέσα στον πόλεμο, στις μετακινήσεις, στις αναστατώσεις. Ήταν μια σημαντική μαρτυρία.
Ο μπαμπάς μου έμεινε από χωριό σε χωριό. Όπου πήγαινε, τον περιποιούνταν. Του έλεγαν: «Το πρώτο μουλάρι για σένα είναι.»
Όταν ερχόταν διαταγή ότι πλησιάζουν οι Γερμανοί με τους μπαλίστες — τα τάγματα ασφαλείας των Αλβανών συνεργατών — το χωριό άδειαζε. Ούτε κότα δεν άφηναν. Οι Γερμανοί έκαιγαν τα χωριά.
Έτσι βρέθηκε πολύ μακριά από την Κορυτσά.
Όταν ήρθε η απελευθέρωση, άρχισε να κατεβαίνει προς την Κορυτσά για να συναντηθούμε. Και πράγματι συναντηθήκαμε. Ήταν γιορτή. Έκλαιγα ασταμάτητα.
Αποφασίσαμε να γυρίσουμε στη Θεσσαλονίκη. Πήγα στους αντάρτες και τους παρακάλεσα να μας δώσουν αυτοκίνητο. Μας το έδωσαν.
Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη δέκα μέρες αργότερα, γιατί το αυτοκίνητο χάλασε στην Έδεσσα και περιμέναμε ανταλλακτικά. Περιπέτεια.
Γυρίσαμε πριν από τα Χριστούγεννα. Λίγο αργότερα ο Εμβέρ Χότζα έκλεισε τα σύνορα. Αν δεν είχαμε φύγει εκείνες τις δέκα μέρες νωρίτερα, θα μέναμε στην Κορυτσά.
Την επόμενη μέρα που φτάσαμε — ήταν Κυριακή — ντύθηκα και βγήκα να βρω τις συμμαθήτριές μου. Χτυπούσα πόρτες, αγκαλιές, κλάματα.
Από τις Εβραιοπούλες, καμία. Μόνο οι χριστιανές φίλες μου είχαν μείνει.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Τι έγινε με το σπίτι σας;
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Το παλιό, το βομβαρδισμένο, δεν ξέρουμε τι απέγινε. Τα έπιπλα χάθηκαν.
Το άλλο σπίτι, με τα δύο δωμάτια, το είχαν επιτάξει οι ταγματασφαλίτες και είχαν βάλει δικούς τους ανθρώπους — έναν ράφτη και άλλον έναν.
Δεν μπορούσαμε να μπούμε.
Ένα γκαρσόνι από το ξενοδοχείο — τότε αντάρτης και υποδιοικητής του 5ου αστυνομικού τμήματος — είπε στον μπαμπά μου: «Μην στενοχωριέστε, θα τον πλακώσω στο ξύλο.»
Ο μπαμπάς μου απάντησε: «Όχι ξύλο. Να του δώσεις να καταλάβει ότι γυρίσαμε και ότι πρέπει να μπούμε στο σπίτι μας.»
Τελικά έφυγαν και μπήκαμε στο σπίτι με ό,τι έπιπλα είχαν απομείνει.
Ήταν το ’44. Πήγα ξανά στο σχολείο στη Βαλαγιάννη. Η ζωή άρχισε να ξαναμπαίνει σε μια σειρά. Ο μπαμπάς μου έκανε ό,τι δουλειά έβρισκε.
Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι το 1942, στην Πλατεία Ελευθερίας. Μάζεψαν όλους τους Εβραίους άντρες από 18 έως 45 ετών. Ήταν Ιούλιος και έκανε αφόρητη ζέστη.
Πήγαμε μέχρι τη Μητροπόλεως να δούμε τι γίνεται. Το ξενοδοχείο Ritz στην πλατεία το είχαν οι Γερμανοί. Στα μπαλκόνια στέκονταν Γερμανίδες και αξιωματικοί και παρακολουθούσαν.
Δεν είδα με τα μάτια μου να τους βάζουν γυμναστική, αλλά είδα να προσπαθούν να βάλουν μαντήλι στο κεφάλι από τον ήλιο, και οι Γερμανοί τους τα τραβούσαν και τους χτυπούσαν.
Ο μπαμπάς μου δεν παρουσιάστηκε — ήταν πάνω από 45.
Πολλά ξαδέρφια και συγγενείς παρουσιάστηκαν. Οι συγγενείς του πατέρα μου, με ελληνική ιθαγένεια, δεν σώθηκαν κανείς. Οι συγγενείς της μητέρας μου είχαν ισπανική ιθαγένεια και στάλθηκαν στο Bergen-Belsen. Αυτοί σώθηκαν.
Από τη μεριά του μπαμπά μου, κανένας.
ΑΝΙΤΤΑ ΠΙΝΤΟ: Δεν θα ήθελα να κλείσουμε πριν μας πείτε δύο λόγια για την οικογένεια Νησίμ.
ΦΡΙΝΤΑ ΜΑΤΑΛΩΝ: Την οικογένεια Νησίμ τη γνωρίσαμε γιατί έμεναν στο ξενοδοχείο του γαμπρού μου. Η Μέρη Νησίμ και ο Γκαμπριέλ Νησίμ — γονείς του Φίκο.
Ο Φίκος βρισκόταν στο Μιλάνο. Από εκεί ξεκίνησε όλη η περιουσία. Ήταν πολύ έξυπνος. Έγινε αντιπρόσωπος πολλών προϊόντων — σαπούνια, σαμπουάν, καλλυντικά.
Έφερε και τον αδερφό του, τον Ερίκο. Με τη γυναίκα του, την Κούλα, είχα ιδιαίτερη φιλία.
Αργότερα εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι. Σε ένα ταξίδι μας εκεί, τους επισκεφθήκαμε. Μας άνοιξε την πόρτα υπηρέτης. Το σπίτι τους ήταν στην καλύτερη περιοχή, στη Λεωφόρο Βίκτωρ Ουγκώ.
Θυμάμαι να λέω στους συγγενείς μου: «Να μάθετε πώς δέχεται η αριστοκρατία.»
Ήταν άνθρωποι καλλιεργημένοι και επιτυχημένοι.
Και θυμάμαι μια φράση: «Πέθανε ο φασισμός, ελευθερία στο λαό.»
Αυτό μόνο θυμάμαι.

