Απομαγνητοφώνηση
Ζαχαρίας: Ήταν αυτός ο παππούς και είχε το μανάβικο ο αδερφός μου και οι παππούδες και τον πήρε η φωτογραφία, την έφερα εδώ.
Μιχάλης: Αυτός, πώς τον λένε, το θυμάστε;
Ζαχαρίας: Ζαχαριάς.
Μιχάλης: Ζαχαριάς;
Ζαχαρίας: Ναι Ζαχαριάς.
Μιχάλης: Παππούς σας;
Ζαχαρίας: Παππούς μου.
Μιχάλης: Παππούς Ζαχαριάς.
Ζαχαρίας: Ζαχαριάς είχε δυο παιδιά και τέσσερα κορίτσια, έξι κάπου εκεί τώρα δεν θυμάμαι ακριβώς. Από αυτά τα έξι κορίτσια παιδιά τα παιδιά μου πάντρεψε, μπήκε ο πατέρας μου στον μανάβικο μπήκε και ο αδερφός του, ο γιος του παππού, μπήκε και αυτός μέσα. Αυτά τα τρία άτομα είχαν τρία-τέσσερα κορίτσια. Τα πάντρεψε τα κορίτσια, και τους έδωσε σπίτια, δώρα, όλα αυτά ήταν δικά μας.
Ζαχαρίας: Λοιπόν, τις έδωσε σπίτια, από εκεί, μόλις τις έδωσε σπίτια, κάθισε και αυτός στο μανάβικο, ο παππούς. Ήταν με τα παιδιά, τα δύο τα παιδιά τα κράτησε στο μανάβικο, γιατί δεν είχε. Λοιπόν, να μην σας απολογώ τώρα όσα ξέρω και ακόμα.
Ζαχαρίας: Λοιπόν, από εκεί και πέρα είχε, εδώ είχε μια πόρτα μεγάλη που έμπαιναν τα κάρα. Έπερνε το κάρο το βράδυ και πήγαινε στα Τρίκαλα να πουλήσει τα μανάβικά, από εκεί και πέρα, εφόσον πήγαιναν όλο τέτοιο, στα παζάρια που λέμε, όπως χάρισα σε αυτά. Πέθανε όπως τους άντρες.
Ζαχαρίας: Του 40 ο πατέρας, τους 40 είμαστε στην Δουγάνη. Φύγαμε από εδώ με τους Ιταλούς, γιατί βομβαρδίζαν και πήγαμε στην Δουγάνη, στην Αγιά εδώ κοντά. Καθίσανε εκεί και πέθανε ο πατέρας μου. Καλά πήγαινε εκεί του 38, πήγαινε στο Ιψό κλπ που ήταν ζωντανός, ο πατέρας μου. Από εκεί και πέρα τον φέραμε εδώ τον πατέρα.
Ζαχαρίας: Ο αδερφός μου ήταν τριόφτους γυμνασίου. Ο άλλος, ο Μπάρμαντ, είχε τρία παιδιά, τέσσερα, και τέσσερα, πέντε κορίτσια. Λοιπόν, τα πάντρεψαν από το μανάβικο αυτό, έτσι. Και όλα αυτά δουλεύονταν μέχρι τις τρεις η ώρα το βράδυ και πήγαιναν καρδίτσια, σουφάδες, τι ήθελα να πω κλπ.
Ζαχαρίας: Ύστερα ήρθαν οι Γερμανοί. Δεν είχαμε να φάμε. Ευτυχώς είχαμε κάτι χωράφια εκεί, πήραμε λίγο σταράκι, μαζεύαμε το... Έχεις υπόψη το σάρι που μαζεύανε τα αυτά. Μαζεύανε ένα-ένα και τα πηγαίναμε και τα αρτώναμε. Αυτή η ιστορία είναι πραγματικές ιστορίες, δεν είναι αστεία. Άμα μαζεύαμε σταράκι και το πηγαίναμε εκεί που κόβουν το καφικοπτείο και εγώ να κάναμε λίγο αλεύρι, μας κοροϊδέυουν.
Ζαχαρίας: Λοιπόν, από εκεί και πέρα... Εγώ δεν είχα πατέρα, μπήκα στη δουλειά, έκλαιγα, έκανα με τις μπουζούρες. Μηχανολογός. Εκτυπηκέ εκεί. Λοιπόν, τέλος πάντων... Επιζήσαμε.
Ζαχαρίας: Φύγαμε από... Φεύγαμε από τη Δουγάν, ήρθαν οι Γερμανοί, ήμασταν στην Ίκαια. Από την Ίκαια πάμε στη Χάρκη, από τη Χάρκη πάμε στην Αγιά. Από εκεί φύγαμε. Ήρθαν οι Γερμανοί στην Αγιά. Στην κορφή του Κησάβου πήγαμε οι αντάρτες μας. Δεν πηγαίνετε απάνω, να μην σας σκοτώσουν.
Ζαχαρίας: Εκεί οι Ιταλούς που είχαν οι αντάρτες μαζέψει τους... Μετά που χάλασε η... Δεν ξέρω αν ξέρετε. Μετά που χάλασε, δεν καθόλησε. Οι Ιταλοί, οι αντάρτες μαζέψαν όλους τους... τους Ιταλούς και τους πήγαν στα βουνά όσο μπορούσαν να επιζήσουν. Όλα αυτά τα βουνά Ιταλών. Αυτή είναι η ιστορία.
Ζαχαρίας: Τελείωσε ο πόλεμος. Έπεσε ένα αεροπλάνο στην Αθαράντ. Και έφεραν τους Γερμανούς. Από την ώρα που έφεραν τους Γερμανούς... Μη σας γκρεύσουμε, είμαστε τόσο χρονό εγώ τότε. Τους 40 τόσο. Βγάλαμε... Τους Γερμανούς, δύο-τρεις που πεθάναν, πήγαν τους... Θάψανε, στα νεκροταφεία. Αυτή η ιστορία, τα θυμάμαι όλα.
Ζαχαρίας: Και από εκεί φτάσαμε στην κορυφή, και ύστερα γυρίσαμε στην Λάρισα. Άρχισε φτώχεια. Όχι φτώχεια. Πέθανε ο πατέρας μου. Καταλαβαίνεις τώρα. Ψάξαμε, δες τι περιουσία έχει, τι αυτό. Βάζαμε ένα μπάρμπα εκεί. Μας έφερνε λίγο ψωμάκι και έτσι το έβαζε. Και το έφερνε στη μάνα που ήταν χείρα.
Ζαχαρίας: Και δεν ήξερα τα παιδιά αυτά όλα, τους παππούδες. Και τώρα όταν μιλούν τα γυναίκα μου θα μάθω... πόσα κορίτσια ήταν και πόσα παιδιά να τα γράφουν στο δέντρο που λένε. Αυτά δεν τα πέρασε κανένας.
Ζαχαρίας: Μας κυνηγάνε οι Γερμανοί. Μας κυνηγάνε οι Γερμανοί. Πετούσαμε αυτά εμείς. Ανοίγαμε τα όπλα και βγάζαμε αυτά τα μακαρόνια. Και τα πητούσαμε. Πάει σε ένα Γερμανό που μας κυνηγεί, θα μας κουντώσει, κρύβει όλα αυτά. Θα ήθελα να σου πω. Και οι αδερφές μου βγαίναν οι Ιταλιές. Κρύβονταν εδώ μέσα στο χάμπ. Είναι ιστορία μεγάλη.
Ζαχαρίας: Και αυτήν έχω με αυτόν τον παππού και όπως τα εγγόνια μου είναι. Είναι η ζωή μας. Έκανε τόσα παιδιά. Τα πάντρευε τα παιδιά του. Δούλευε σαν χαμάλης στα χωριά που έγινε. Και τον έχω πάρει από εκεί. Την έχω φέρει εδώ.
Ζαχαρίας: Αυτό το χωράφι εκεί. Είναι δύο στρέμματα. Δεν το πουλάω γιατί από εκεί τρώγαμε. Κάναμε πρωτομαγιά. Κάναμε το ένα. Όλα αυτά. Φτώχεια. Όχι φτώχεια δεν είχαμε. Αλλά ούτε και άνοιδα τώρα πάμε να πιούμε καφέ.
Μιχάλης: Πότε γεννηθήκατε;
Ζαχαρίας: Εγώ γεννήθηκα το 31 του Αύγουστου. Τώρα κλείνονται τα 94. Μια χαρά, μια χαρά.
Μιχάλης: Γιορτάζατε όλες τις γιορτές;
Ζαχαρίας: Λοιπόν όχι για τις γιορτές. Ο πατέρας μου είχε τέσσερα κορίτσια. Όλα παντρεμένα. Όταν έρχονταν Πάσχα. Όταν είχαμε γιορτές. Μαζευόμασταν εδώ. Και έφτιαναμε μόλιος. Κατάλαβες αυτά. Δεύτερον. Μόλις τελείωσε το Πάσχα. Είχαμε μια σοχά μεγάλη. Πέντε επί πέντε για να τους πάρουν όλους. Και τραγουδούσαν όλοι οι παππούδες. Και εμείς είμαστε απόστολοι. Ξέρεις τι ωραία τραγούδια. Τι τραγουδούσαν. Εβραϊκά τραγούδια.
Ο Ζαχαρίας, 94 ετών, μοιράζεται μνήμες από τη ζωή της οικογένειάς του, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Διηγείται την ιστορία του παππού του, επίσης ονόματι Ζαχαρίας, που είχε μανάβικο και πάντρεψε όλα τα παιδιά του, καθώς και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η οικογένεια κατά την κατοχή. Περιγράφει τη φυγή από τη Λάρισα, λόγω των βομβαρδισμών, τον θάνατο του πατέρα του το 1940, την πείνα κατά τη γερμανική κατοχή, και τις συνεχείς μετακινήσεις για να γλιτώσουν από τους κατακτητές. Παρά τις αντιξοότητες, η οικογένεια επέζησε και διατήρησε τις παραδόσεις της, συγκεντρώνοντας όλους τους συγγενείς για τις μεγάλες γιορτές.
Ζαχαρίας Σασών
Απομαγνητοφώνηση
Ζαχαρίας: Ήταν αυτός ο παππούς και είχε το μανάβικο ο αδερφός μου και οι παππούδες και τον πήρε η φωτογραφία, την έφερα εδώ.
Μιχάλης: Αυτός, πώς τον λένε, το θυμάστε;
Ζαχαρίας: Ζαχαριάς.
Μιχάλης: Ζαχαριάς;
Ζαχαρίας: Ναι Ζαχαριάς.
Μιχάλης: Παππούς σας;
Ζαχαρίας: Παππούς μου.
Μιχάλης: Παππούς Ζαχαριάς.
Ζαχαρίας: Ζαχαριάς είχε δυο παιδιά και τέσσερα κορίτσια, έξι κάπου εκεί τώρα δεν θυμάμαι ακριβώς. Από αυτά τα έξι κορίτσια παιδιά τα παιδιά μου πάντρεψε, μπήκε ο πατέρας μου στον μανάβικο μπήκε και ο αδερφός του, ο γιος του παππού, μπήκε και αυτός μέσα. Αυτά τα τρία άτομα είχαν τρία-τέσσερα κορίτσια. Τα πάντρεψε τα κορίτσια, και τους έδωσε σπίτια, δώρα, όλα αυτά ήταν δικά μας.
Ζαχαρίας: Λοιπόν, τις έδωσε σπίτια, από εκεί, μόλις τις έδωσε σπίτια, κάθισε και αυτός στο μανάβικο, ο παππούς. Ήταν με τα παιδιά, τα δύο τα παιδιά τα κράτησε στο μανάβικο, γιατί δεν είχε. Λοιπόν, να μην σας απολογώ τώρα όσα ξέρω και ακόμα.
Ζαχαρίας: Λοιπόν, από εκεί και πέρα είχε, εδώ είχε μια πόρτα μεγάλη που έμπαιναν τα κάρα. Έπερνε το κάρο το βράδυ και πήγαινε στα Τρίκαλα να πουλήσει τα μανάβικά, από εκεί και πέρα, εφόσον πήγαιναν όλο τέτοιο, στα παζάρια που λέμε, όπως χάρισα σε αυτά. Πέθανε όπως τους άντρες.
Ζαχαρίας: Του 40 ο πατέρας, τους 40 είμαστε στην Δουγάνη. Φύγαμε από εδώ με τους Ιταλούς, γιατί βομβαρδίζαν και πήγαμε στην Δουγάνη, στην Αγιά εδώ κοντά. Καθίσανε εκεί και πέθανε ο πατέρας μου. Καλά πήγαινε εκεί του 38, πήγαινε στο Ιψό κλπ που ήταν ζωντανός, ο πατέρας μου. Από εκεί και πέρα τον φέραμε εδώ τον πατέρα.
Ζαχαρίας: Ο αδερφός μου ήταν τριόφτους γυμνασίου. Ο άλλος, ο Μπάρμαντ, είχε τρία παιδιά, τέσσερα, και τέσσερα, πέντε κορίτσια. Λοιπόν, τα πάντρεψαν από το μανάβικο αυτό, έτσι. Και όλα αυτά δουλεύονταν μέχρι τις τρεις η ώρα το βράδυ και πήγαιναν καρδίτσια, σουφάδες, τι ήθελα να πω κλπ.
Ζαχαρίας: Ύστερα ήρθαν οι Γερμανοί. Δεν είχαμε να φάμε. Ευτυχώς είχαμε κάτι χωράφια εκεί, πήραμε λίγο σταράκι, μαζεύαμε το... Έχεις υπόψη το σάρι που μαζεύανε τα αυτά. Μαζεύανε ένα-ένα και τα πηγαίναμε και τα αρτώναμε. Αυτή η ιστορία είναι πραγματικές ιστορίες, δεν είναι αστεία. Άμα μαζεύαμε σταράκι και το πηγαίναμε εκεί που κόβουν το καφικοπτείο και εγώ να κάναμε λίγο αλεύρι, μας κοροϊδέυουν.
Ζαχαρίας: Λοιπόν, από εκεί και πέρα... Εγώ δεν είχα πατέρα, μπήκα στη δουλειά, έκλαιγα, έκανα με τις μπουζούρες. Μηχανολογός. Εκτυπηκέ εκεί. Λοιπόν, τέλος πάντων... Επιζήσαμε.
Ζαχαρίας: Φύγαμε από... Φεύγαμε από τη Δουγάν, ήρθαν οι Γερμανοί, ήμασταν στην Ίκαια. Από την Ίκαια πάμε στη Χάρκη, από τη Χάρκη πάμε στην Αγιά. Από εκεί φύγαμε. Ήρθαν οι Γερμανοί στην Αγιά. Στην κορφή του Κησάβου πήγαμε οι αντάρτες μας. Δεν πηγαίνετε απάνω, να μην σας σκοτώσουν.
Ζαχαρίας: Εκεί οι Ιταλούς που είχαν οι αντάρτες μαζέψει τους... Μετά που χάλασε η... Δεν ξέρω αν ξέρετε. Μετά που χάλασε, δεν καθόλησε. Οι Ιταλοί, οι αντάρτες μαζέψαν όλους τους... τους Ιταλούς και τους πήγαν στα βουνά όσο μπορούσαν να επιζήσουν. Όλα αυτά τα βουνά Ιταλών. Αυτή είναι η ιστορία.
Ζαχαρίας: Τελείωσε ο πόλεμος. Έπεσε ένα αεροπλάνο στην Αθαράντ. Και έφεραν τους Γερμανούς. Από την ώρα που έφεραν τους Γερμανούς... Μη σας γκρεύσουμε, είμαστε τόσο χρονό εγώ τότε. Τους 40 τόσο. Βγάλαμε... Τους Γερμανούς, δύο-τρεις που πεθάναν, πήγαν τους... Θάψανε, στα νεκροταφεία. Αυτή η ιστορία, τα θυμάμαι όλα.
Ζαχαρίας: Και από εκεί φτάσαμε στην κορυφή, και ύστερα γυρίσαμε στην Λάρισα. Άρχισε φτώχεια. Όχι φτώχεια. Πέθανε ο πατέρας μου. Καταλαβαίνεις τώρα. Ψάξαμε, δες τι περιουσία έχει, τι αυτό. Βάζαμε ένα μπάρμπα εκεί. Μας έφερνε λίγο ψωμάκι και έτσι το έβαζε. Και το έφερνε στη μάνα που ήταν χείρα.
Ζαχαρίας: Και δεν ήξερα τα παιδιά αυτά όλα, τους παππούδες. Και τώρα όταν μιλούν τα γυναίκα μου θα μάθω... πόσα κορίτσια ήταν και πόσα παιδιά να τα γράφουν στο δέντρο που λένε. Αυτά δεν τα πέρασε κανένας.
Ζαχαρίας: Μας κυνηγάνε οι Γερμανοί. Μας κυνηγάνε οι Γερμανοί. Πετούσαμε αυτά εμείς. Ανοίγαμε τα όπλα και βγάζαμε αυτά τα μακαρόνια. Και τα πητούσαμε. Πάει σε ένα Γερμανό που μας κυνηγεί, θα μας κουντώσει, κρύβει όλα αυτά. Θα ήθελα να σου πω. Και οι αδερφές μου βγαίναν οι Ιταλιές. Κρύβονταν εδώ μέσα στο χάμπ. Είναι ιστορία μεγάλη.
Ζαχαρίας: Και αυτήν έχω με αυτόν τον παππού και όπως τα εγγόνια μου είναι. Είναι η ζωή μας. Έκανε τόσα παιδιά. Τα πάντρευε τα παιδιά του. Δούλευε σαν χαμάλης στα χωριά που έγινε. Και τον έχω πάρει από εκεί. Την έχω φέρει εδώ.
Ζαχαρίας: Αυτό το χωράφι εκεί. Είναι δύο στρέμματα. Δεν το πουλάω γιατί από εκεί τρώγαμε. Κάναμε πρωτομαγιά. Κάναμε το ένα. Όλα αυτά. Φτώχεια. Όχι φτώχεια δεν είχαμε. Αλλά ούτε και άνοιδα τώρα πάμε να πιούμε καφέ.
Μιχάλης: Πότε γεννηθήκατε;
Ζαχαρίας: Εγώ γεννήθηκα το 31 του Αύγουστου. Τώρα κλείνονται τα 94. Μια χαρά, μια χαρά.
Μιχάλης: Γιορτάζατε όλες τις γιορτές;
Ζαχαρίας: Λοιπόν όχι για τις γιορτές. Ο πατέρας μου είχε τέσσερα κορίτσια. Όλα παντρεμένα. Όταν έρχονταν Πάσχα. Όταν είχαμε γιορτές. Μαζευόμασταν εδώ. Και έφτιαναμε μόλιος. Κατάλαβες αυτά. Δεύτερον. Μόλις τελείωσε το Πάσχα. Είχαμε μια σοχά μεγάλη. Πέντε επί πέντε για να τους πάρουν όλους. Και τραγουδούσαν όλοι οι παππούδες. Και εμείς είμαστε απόστολοι. Ξέρεις τι ωραία τραγούδια. Τι τραγουδούσαν. Εβραϊκά τραγούδια.

