Απομαγνητοφώνηση
Μιχάλης: Ποια ήταν ας πούμε η γιορτή που γιορτάζατε πιο συχνά;
Ραχήλ: Το, οπωσδήποτε το Πέσαχ πρώτα και το Χανουκά.
Μιχάλης: Σε ποιο σπίτι το κάνατε;
Ραχήλ: Εδώ, εδώ πάντοτε. Και στο δικό μου, δηλαδή είχα και εγώ χανουκία την οποία ανάλαβα.
Μιχάλης: Και ποιοι ήταν οι καλεσμένοι σταθερά;
Ραχήλ: Εδώ στην Αθήνα, ποιους είχαμε πιο κοντά; Βέβαια, πάντοτε ήταν πολύ θρήσκος και ο άντρας της αδελφής του Κάμι, ο Ναχμία, ο Μωυσής Ναχμία. Οπότε, όταν ο πατέρας μου έλειπε, γιατί πολλές φορές, σχεδόν πάντοτε, το Πάσχα πήγαινε στο Ισραήλ. Κάναμε Πέσαχ μαζί τους, οι οποίοι μέναν στην Αριστοτέλους, ήταν πολύ κοντά. Και εκείνος διάβαζε την Αγκαντά.
Μιχάλης: Μια και αναφέρατε την Αγκαδά, έχουμε μια Αγκαντά εδώ, από ένα Θεσσαλονικιό. Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια για αυτό το βιβλίο, τι είναι η Αγκαδά;
Ραχήλ: Είναι η ιστορία των Εβραίων, που έφυγαν από την Αίγυπτο και πήγαν στο Ισραήλ, δηλαδή στην Παλαιστίνη τότε δεν υπήρχε Ισραήλ. Και διηγούμαστε όλη την ιστορία, πώς έφυγαν και πώς τους κυνηγήσαν και πώς τους... Και είναι ωραία ιστορία, οπότε άρεσε και στα παιδιά και διαβάζανε και εκείνη, ορισμένα σημεία. Στα ελληνικά βέβαια, στα ελληνικά, γιατί οι Εβραϊκά δεν ξέρανε. Δεν έμαθε κανείς μας Εβραϊκά, ούτε εγώ.
Μιχάλης: Ακουγόταν, όταν γιορτάζεσαι στο Σέντερ, διάβαζε κάποιος κομμάτια από τα Εβραϊκά.
Ραχήλ: Ναι, ο Μωυσής, ο Ναχμίας, ναι, ο άντρας μου δεν ήξερε, δεν έχει ιδέα. Ήξερε μόνο Λαντίνο.
Μιχάλης: Ακουγόντουσαν Λαντίνο στο Σέντερ;
Ραχήλ: Ναι, ναι.
Μιχάλης: Ποιος τα έλεγε αυτά;
Ραχήλ: Μαζί, και οι δύο, γιατί και οι δύο ήταν από τα, και τα τραγούδια όλα τα έλεγανε, τα έλεγανε στα Λαντίνο.
Μιχάλης: Τραγουδούσαν λοιπόν.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι.
Μιχάλης: Θυμάστε ένα τραγούδι, τουλάχιστον;
Ραχήλ: Το Καβρετήκο.
Μιχάλης: Το Καβρετήκο.
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Άρα ο άντρας σας τραγουδούσε το Καβρετήκο;
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι.
Μιχάλης: Και πώς χρησιμοποιούσατε το βιβλίο στο δείπνο του Σέντερ;
Ραχήλ: Διαβάζαμε πρώτα το Σέντερ και μετά αρχίζαμε το φαγητό, δηλαδή, οπότε διαβάζανε τα παιδιά και τα παιδιά και λιγάκι πεινούσαν και τα προσπαθούσαν να επιδείξουν μερικά να διαβάσουν όλα.
Μιχάλης: Και διαβάζανε όλοι που ήταν στην τραπέζη;
Ραχήλ: Όλοι, ναι, ναι.
Μιχάλης: Άρα περνούσατε το βιβλίο;
Ραχήλ: Και τα παιδιά σιγά σιγά. Όχι, όχι, είχαμε πολλά βιβλία.
Μιχάλης: Ααα.
Ραχήλ: Ο καθένας είχε το δικό του.
Μιχάλης: Ααα
Ραχήλ: Αναλόγως σε ποιο σημείο ήτανε, επειδή εδώ είναι και στα εβραϊκά και στα ελληνικά και αυτό το Νταγέννου, το θυμάμαι πολύ, αυτό το Νταγέννου.
Μιχάλης: Μπορείτε να μας πείτε τι ήταν το Νταγέννου;
Ραχήλ: Θα μας ήταν αρκετό. Το διαβάζω εδώ τώρα και το θυμήθηκα. Πόσο σεβερεί εσείς, χρωστά μας το Θεό. Αν δεν μας είχε κάνει αυτό, θα μας ήταν αρκετό. Αν δεν μας είχε κάνει το άλλο, θα μας ήταν αρκετό. Είναι μια ολόκληρη σελίδα. Αυτό.
Μιχάλης: Το διαβάζατε ή το τραγουδούσατε;
Ραχήλ: Το τραγουδούσαμε το Νταγέννου, αλλά το τι θα είχαμε, ότι χρωστάμε στο Θεό, το διαβάζαμε ή ελληνικά ή εβραϊκά ή Λαντίνου.
Μιχάλης: Και ετοιμάζατε κάποιο ιδιαίτερο τραπέζι;
Ραχήλ: Ναι, είχαμε έναν δίσκο μέσα στο οποίο είχαμε ματσά, ένα κομμάτι αρνή, πολλά πράγματα είχαμε εκεί πέρα μέσα. Θυμάμαι ακριβώς πολλά. Ήταν γεμάτο. Θυμάμαι τη ματσά, τη βάζαμε πάνω του όταν ήμασταν στο σπίτι, το έπαιρνα πάνω του εγώ γιατί ήμουν μικρότερη. Μετά το έπαιρνε η κόρη μου που ήταν η μικρότερη. Το μικρότερο λέει πρέπει να το πάει αυτός που είναι ο μικρότερος τώρα γιατί δεν ξέρω.
Μιχάλης: Και ποιος μαγειρεύει αυτά τα φαγητά;
Ραχήλ: Η μητέρα μου, μετά εγώ και όλοι μας κάναμε κάτι και η κουνιάδα μου μαγειρεύει. Δηλαδή όλοι μας πιάχναμε από κάτι, αλλά τη σούπα με τη ματσά έπρεπε να γίνει στο σπίτι το οποίο γινόταν το σέντερ.
Μιχάλης: Πώς τον λέγατε αυτό τον δίσκο;
Ραχήλ: Ήταν ένας δίσκος μεγάλος και είχε και ένα κάλυμα που είχε φέρει η μητέρα μου από το Ισραήλ. Δηλαδή από κάτω ήταν νάιλον και από πάνω είχε και ντυμένο. Και το είχαμε γι' αυτό το σκοπό. Πρέπει να υπάρχει κάπου ακόμα.
Μιχάλης: Θυμάστε λίγο κάποια άλλα ονόματα που ήταν πάνω στον δίσκο;
Ραχήλ: Όχι ήταν όλα στα εβραϊκά. Σέντερ, έλεγε, πέσαχ, οπωσδήποτε.
Μιχάλης: Όχι όχι στο κάλυμα, τα φαγητά που είχατε.
Ραχήλ: Ναι, βάζαμε και χαρόσε.
Μιχάλης: Τι είναι το χαρόσε;
Ραχήλ: Το χαρόσε είναι αυτό που θυμίζει, να μας θυμίζει το χώμα. Το οποίο είναι, βάζαμε μέσα χουρμά και έπρεπε να είναι λίγο καφέ. Για να μας θυμίζει το χώμα το οποίο βρήκανε στο Σινά, δεν ξέρω. Για να μας θυμίζει το χώμα.
Μιχάλης: Και πώς το φτιάχνατε αυτό;
Ραχήλ: Το φτιάχναμε πριν, το ανακατεύαμε. Χουρμάδες σίγουρα, καρύδια. Και ξηρούς καρπούς, γενικά. Για να θυμίζει το χώμα. Να έχει την όψη του χώματος. Και το τρώγαμε μέσα στη ματσά. Το κάναμε μπουκίτσες.
Μιχάλης: Θυμάστε κάτι άλλο που είχε πάνω;
Ραχήλ: Τη σούπα η οποία γινόταν πάλι με ματσά από κοτόπουλο. Βρασμένα κοτόπουλο και ματσά. Και σίγουρα μετά είχαμε αρνί. Και το οποίο δεν είχε πατάτες δίπλα μας. Η συνήθως ήταν με λαχανικά, με κάτι που να πηγαίνει δίπλα. Δεν θυμάμαι τι φτιάχναμε δίπλα στο αρνί. Και μετά οπωσδήποτε στο τέλος είχαμε, εμείς τουλάχιστον, φτιάχναμε ραβανί. Αυτό ήταν.
Ραχήλ: Αλλά συνήθως στη Θεσσαλονίκη φτιάχναμε μπουμουέλος.
Μιχάλης: Μπουμουέλος.
Ραχήλ: Ναι, τα οποία είναι με ματσά. Ματσά είναι με ματσά μεν, αλλά σαν, πού λέγονται αυτοί, οι λουκουμάδες. Τους έφτιαναν, δηλαδή, έτσι, μετά τους τηγάνιζαν και τους έβαζαν μέλι από πάνω. Και ήταν το πέσαχα. Το πέσαχα. Ήταν πιο ειδικό, αλλά αυτό έπρεπε να γίνει τελευταία στιγμή και συνήθως εμείς προτιμούσαμε το ραβανί για ευκολία.
Μιχάλης: Και αναφέρατε και το χανουκά.
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Το χανουκά τι κάνατε;
Ραχήλ: Ανάβαμε τη χανουκία.
Μιχάλης: Πού ήτανε, πού την βάζατε;
Ραχήλ: Την βάζαμε πάνω στο μπουφέ, εκεί την ανάβαμε και βεβαίως την απομονώναμε γιατί ήτανε, μπορεί να έπιανε φωτιά, δηλαδή, επειδή ήτανε κεριά και ανάβαμε ένα κεράκι κάθε μέρα και στο τέλος ανάβαμε όλη τη χανουκία.
Μιχάλης: Τι γιορτάζατε στο χανουκά;
Ραχήλ: Τι γιορτάζουμε στο χανουκά και εγώ δεν θυμάμαι.
Μιχάλης: Λέγατε κάποιο τραγούδι ή κάποια προσευχή στο χανουκά;
Ραχήλ: Κάτι που έχει να κάνει με συναγωγή, κάτι που έμεινε αναμμένο, κάτι έμεινε αναμμένο και γι' αυτό γιορτάζουμε. Αυτό το θυμάμαι καλά.
Μιχάλης: Και τα παιδιά συμμετείχαν σε αυτό;
Ραχήλ: Ναι, βέβαια.
Η Ραχήλ Αλκαλάη περιγράφει τον τρόπο που η οικογένειά της γιόρταζε το Πέσαχ και το Χανουκά, στην Αθήνα. Στο Σέντερ του Πέσαχ μαζεύονταν με την οικογένεια Ναχμία, διαβάζοντας την Αγκαδά - τραγουδώντας στα Λαδίνο, ενώ το τραπέζι περιλάμβανε παραδοσιακά φαγητά όπως ματσά, χαρόσε, σούπα με κοτόπουλο και αρνί. Για το Χανουκά άναβαν τη χανουκία κάθε βράδυ. Παρότι τα παιδιά δεν γνώριζαν εβραϊκά, συμμετείχαν ενεργά στις τελετουργίες, διατηρώντας τη σύνδεση με την εβραϊκή τους κληρονομιά.
Ραχήλ Αλκαλάη (Μποττόν)
Απομαγνητοφώνηση
Μιχάλης: Ποια ήταν ας πούμε η γιορτή που γιορτάζατε πιο συχνά;
Ραχήλ: Το, οπωσδήποτε το Πέσαχ πρώτα και το Χανουκά.
Μιχάλης: Σε ποιο σπίτι το κάνατε;
Ραχήλ: Εδώ, εδώ πάντοτε. Και στο δικό μου, δηλαδή είχα και εγώ χανουκία την οποία ανάλαβα.
Μιχάλης: Και ποιοι ήταν οι καλεσμένοι σταθερά;
Ραχήλ: Εδώ στην Αθήνα, ποιους είχαμε πιο κοντά; Βέβαια, πάντοτε ήταν πολύ θρήσκος και ο άντρας της αδελφής του Κάμι, ο Ναχμία, ο Μωυσής Ναχμία. Οπότε, όταν ο πατέρας μου έλειπε, γιατί πολλές φορές, σχεδόν πάντοτε, το Πάσχα πήγαινε στο Ισραήλ. Κάναμε Πέσαχ μαζί τους, οι οποίοι μέναν στην Αριστοτέλους, ήταν πολύ κοντά. Και εκείνος διάβαζε την Αγκαντά.
Μιχάλης: Μια και αναφέρατε την Αγκαδά, έχουμε μια Αγκαντά εδώ, από ένα Θεσσαλονικιό. Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια για αυτό το βιβλίο, τι είναι η Αγκαδά;
Ραχήλ: Είναι η ιστορία των Εβραίων, που έφυγαν από την Αίγυπτο και πήγαν στο Ισραήλ, δηλαδή στην Παλαιστίνη τότε δεν υπήρχε Ισραήλ. Και διηγούμαστε όλη την ιστορία, πώς έφυγαν και πώς τους κυνηγήσαν και πώς τους... Και είναι ωραία ιστορία, οπότε άρεσε και στα παιδιά και διαβάζανε και εκείνη, ορισμένα σημεία. Στα ελληνικά βέβαια, στα ελληνικά, γιατί οι Εβραϊκά δεν ξέρανε. Δεν έμαθε κανείς μας Εβραϊκά, ούτε εγώ.
Μιχάλης: Ακουγόταν, όταν γιορτάζεσαι στο Σέντερ, διάβαζε κάποιος κομμάτια από τα Εβραϊκά.
Ραχήλ: Ναι, ο Μωυσής, ο Ναχμίας, ναι, ο άντρας μου δεν ήξερε, δεν έχει ιδέα. Ήξερε μόνο Λαντίνο.
Μιχάλης: Ακουγόντουσαν Λαντίνο στο Σέντερ;
Ραχήλ: Ναι, ναι.
Μιχάλης: Ποιος τα έλεγε αυτά;
Ραχήλ: Μαζί, και οι δύο, γιατί και οι δύο ήταν από τα, και τα τραγούδια όλα τα έλεγανε, τα έλεγανε στα Λαντίνο.
Μιχάλης: Τραγουδούσαν λοιπόν.
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι.
Μιχάλης: Θυμάστε ένα τραγούδι, τουλάχιστον;
Ραχήλ: Το Καβρετήκο.
Μιχάλης: Το Καβρετήκο.
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Άρα ο άντρας σας τραγουδούσε το Καβρετήκο;
Ραχήλ: Ναι, ναι, ναι.
Μιχάλης: Και πώς χρησιμοποιούσατε το βιβλίο στο δείπνο του Σέντερ;
Ραχήλ: Διαβάζαμε πρώτα το Σέντερ και μετά αρχίζαμε το φαγητό, δηλαδή, οπότε διαβάζανε τα παιδιά και τα παιδιά και λιγάκι πεινούσαν και τα προσπαθούσαν να επιδείξουν μερικά να διαβάσουν όλα.
Μιχάλης: Και διαβάζανε όλοι που ήταν στην τραπέζη;
Ραχήλ: Όλοι, ναι, ναι.
Μιχάλης: Άρα περνούσατε το βιβλίο;
Ραχήλ: Και τα παιδιά σιγά σιγά. Όχι, όχι, είχαμε πολλά βιβλία.
Μιχάλης: Ααα.
Ραχήλ: Ο καθένας είχε το δικό του.
Μιχάλης: Ααα
Ραχήλ: Αναλόγως σε ποιο σημείο ήτανε, επειδή εδώ είναι και στα εβραϊκά και στα ελληνικά και αυτό το Νταγέννου, το θυμάμαι πολύ, αυτό το Νταγέννου.
Μιχάλης: Μπορείτε να μας πείτε τι ήταν το Νταγέννου;
Ραχήλ: Θα μας ήταν αρκετό. Το διαβάζω εδώ τώρα και το θυμήθηκα. Πόσο σεβερεί εσείς, χρωστά μας το Θεό. Αν δεν μας είχε κάνει αυτό, θα μας ήταν αρκετό. Αν δεν μας είχε κάνει το άλλο, θα μας ήταν αρκετό. Είναι μια ολόκληρη σελίδα. Αυτό.
Μιχάλης: Το διαβάζατε ή το τραγουδούσατε;
Ραχήλ: Το τραγουδούσαμε το Νταγέννου, αλλά το τι θα είχαμε, ότι χρωστάμε στο Θεό, το διαβάζαμε ή ελληνικά ή εβραϊκά ή Λαντίνου.
Μιχάλης: Και ετοιμάζατε κάποιο ιδιαίτερο τραπέζι;
Ραχήλ: Ναι, είχαμε έναν δίσκο μέσα στο οποίο είχαμε ματσά, ένα κομμάτι αρνή, πολλά πράγματα είχαμε εκεί πέρα μέσα. Θυμάμαι ακριβώς πολλά. Ήταν γεμάτο. Θυμάμαι τη ματσά, τη βάζαμε πάνω του όταν ήμασταν στο σπίτι, το έπαιρνα πάνω του εγώ γιατί ήμουν μικρότερη. Μετά το έπαιρνε η κόρη μου που ήταν η μικρότερη. Το μικρότερο λέει πρέπει να το πάει αυτός που είναι ο μικρότερος τώρα γιατί δεν ξέρω.
Μιχάλης: Και ποιος μαγειρεύει αυτά τα φαγητά;
Ραχήλ: Η μητέρα μου, μετά εγώ και όλοι μας κάναμε κάτι και η κουνιάδα μου μαγειρεύει. Δηλαδή όλοι μας πιάχναμε από κάτι, αλλά τη σούπα με τη ματσά έπρεπε να γίνει στο σπίτι το οποίο γινόταν το σέντερ.
Μιχάλης: Πώς τον λέγατε αυτό τον δίσκο;
Ραχήλ: Ήταν ένας δίσκος μεγάλος και είχε και ένα κάλυμα που είχε φέρει η μητέρα μου από το Ισραήλ. Δηλαδή από κάτω ήταν νάιλον και από πάνω είχε και ντυμένο. Και το είχαμε γι' αυτό το σκοπό. Πρέπει να υπάρχει κάπου ακόμα.
Μιχάλης: Θυμάστε λίγο κάποια άλλα ονόματα που ήταν πάνω στον δίσκο;
Ραχήλ: Όχι ήταν όλα στα εβραϊκά. Σέντερ, έλεγε, πέσαχ, οπωσδήποτε.
Μιχάλης: Όχι όχι στο κάλυμα, τα φαγητά που είχατε.
Ραχήλ: Ναι, βάζαμε και χαρόσε.
Μιχάλης: Τι είναι το χαρόσε;
Ραχήλ: Το χαρόσε είναι αυτό που θυμίζει, να μας θυμίζει το χώμα. Το οποίο είναι, βάζαμε μέσα χουρμά και έπρεπε να είναι λίγο καφέ. Για να μας θυμίζει το χώμα το οποίο βρήκανε στο Σινά, δεν ξέρω. Για να μας θυμίζει το χώμα.
Μιχάλης: Και πώς το φτιάχνατε αυτό;
Ραχήλ: Το φτιάχναμε πριν, το ανακατεύαμε. Χουρμάδες σίγουρα, καρύδια. Και ξηρούς καρπούς, γενικά. Για να θυμίζει το χώμα. Να έχει την όψη του χώματος. Και το τρώγαμε μέσα στη ματσά. Το κάναμε μπουκίτσες.
Μιχάλης: Θυμάστε κάτι άλλο που είχε πάνω;
Ραχήλ: Τη σούπα η οποία γινόταν πάλι με ματσά από κοτόπουλο. Βρασμένα κοτόπουλο και ματσά. Και σίγουρα μετά είχαμε αρνί. Και το οποίο δεν είχε πατάτες δίπλα μας. Η συνήθως ήταν με λαχανικά, με κάτι που να πηγαίνει δίπλα. Δεν θυμάμαι τι φτιάχναμε δίπλα στο αρνί. Και μετά οπωσδήποτε στο τέλος είχαμε, εμείς τουλάχιστον, φτιάχναμε ραβανί. Αυτό ήταν.
Ραχήλ: Αλλά συνήθως στη Θεσσαλονίκη φτιάχναμε μπουμουέλος.
Μιχάλης: Μπουμουέλος.
Ραχήλ: Ναι, τα οποία είναι με ματσά. Ματσά είναι με ματσά μεν, αλλά σαν, πού λέγονται αυτοί, οι λουκουμάδες. Τους έφτιαναν, δηλαδή, έτσι, μετά τους τηγάνιζαν και τους έβαζαν μέλι από πάνω. Και ήταν το πέσαχα. Το πέσαχα. Ήταν πιο ειδικό, αλλά αυτό έπρεπε να γίνει τελευταία στιγμή και συνήθως εμείς προτιμούσαμε το ραβανί για ευκολία.
Μιχάλης: Και αναφέρατε και το χανουκά.
Ραχήλ: Ναι.
Μιχάλης: Το χανουκά τι κάνατε;
Ραχήλ: Ανάβαμε τη χανουκία.
Μιχάλης: Πού ήτανε, πού την βάζατε;
Ραχήλ: Την βάζαμε πάνω στο μπουφέ, εκεί την ανάβαμε και βεβαίως την απομονώναμε γιατί ήτανε, μπορεί να έπιανε φωτιά, δηλαδή, επειδή ήτανε κεριά και ανάβαμε ένα κεράκι κάθε μέρα και στο τέλος ανάβαμε όλη τη χανουκία.
Μιχάλης: Τι γιορτάζατε στο χανουκά;
Ραχήλ: Τι γιορτάζουμε στο χανουκά και εγώ δεν θυμάμαι.
Μιχάλης: Λέγατε κάποιο τραγούδι ή κάποια προσευχή στο χανουκά;
Ραχήλ: Κάτι που έχει να κάνει με συναγωγή, κάτι που έμεινε αναμμένο, κάτι έμεινε αναμμένο και γι' αυτό γιορτάζουμε. Αυτό το θυμάμαι καλά.
Μιχάλης: Και τα παιδιά συμμετείχαν σε αυτό;
Ραχήλ: Ναι, βέβαια.

